Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης – Σελίδα 2 – The Analyst
ΕΙΚΟΝΑ---γενική,-οικονομία-Εξ.

Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης

27 total views, 3 views today

Η Κίνα έχει περάσει το τελευταίο μισό αιώνα έχοντας λύσει το πρόβλημα του «Τόμου Ι» (δηλ. τις σχέσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών) καθώς κατάφερε να ανακυκλώνει το οικονομικό πλεόνασμα σε νέα μέσα παραγωγής που  παρέχουν περισσότερη παραγωγική ισχύ, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και, πιο προφανώς, περισσότερες υποδομές (δρόμοι, σιδηρόδρομοι, αερογραμμές) και στέγαση.

Αλλά η Κίνα αντιμετωπίζει τώρα οικονομικά προβλήματα καθώς η δημιουργία πίστωσης πηγαίνει στη χρηματιστηριακή αγορά, αντί να πηγαίνει σε χειροπιαστό σχηματισμό κεφαλαίου και αύξηση των καταναλωτικών προτύπων. Και φυσικά, η Κίνα έχει γνωρίσει μεγάλη άνθηση της αγοράς ακινήτων. Οι τιμές της γης αυξάνονται στην Κίνα, όπως συμβαίνει στη Δύση.

Τι θα έλεγε ο Μαρξ γι’ αυτό; Νομίζω ότι θα είχε προειδοποιήσει την Κίνα να μην υποτροπιάσει στα προ-καπιταλιστικά προβλήματα χρηματοδότησης των ακινήτων (μετατρέποντας την αυξανόμενη γαιοπρόσοδο σε κέρδος) και να μην επιτρέψει να αυξάνονται οι τιμές των κατοικιών χωρίς να τις φορολογεί.

Ο σοβιετικός σχεδιασμός απέτυχε να πάρει υπ’ όψιν του την πρόσοδο-θέσης (rent-of-location) κατά την χωροθέτηση των νέων κατοικιών και εργοστασίων. Αλλά τουλάχιστον η Σοβιετική εποχή δεν επέβαλλε στο εργατικό δυναμικό ή στη βιομηχανία να καταβάλουν τόκους ή να αυξήσουν τις τιμές των κατοικιών. Οι κρατικές τράπεζες απλά δημιουργούσαν πίστωση, όπου αυτό ήταν αναγκαίο για την επέκταση των μέσων παραγωγής, για την κατασκευή των εργοστασίων, μηχανημάτων και εξοπλισμού, σπιτιών και κτιρίων γραφείων.

Αυτό που με ανησυχεί σχετικά με τις πολιτικές συνέπειες του μοντέλου του  Roemer είναι ότι επικεντρώνεται μόνο σε ό,τι έλεγε ο Μαρξ για τον τομέα της παραγωγής και των σχέσεων εργοδότη-εργαζομένων. Ο Roemer δεν αναρωτιέται πώς δημιουργούνται οι «επιχορηγήσεις» – ή πώς η Κίνα άλλαξε ριζικά τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου, παραμελεί τον κίνδυνο ο βιομηχανικός καπιταλισμός να ξεπέσει πίσω σε μια οικονομία ενοικίου-και-τόκου (rent-and-interest economy). Και για τον ίδιο λόγο υποτιμά την απειλή για την Κίνα και τις άλλες σοσιαλιστικές οικονομίες από την υιοθέτηση των αρπακτικών προ-φεουδαρχικών πρακτικών (που ακόμη επιζούν στη Δύση) των Οικονομιών Φούσκας (μόχλευσης χρέους για αύξηση τιμών) και πλούτου με τη μορφή επιβολής χρέωσης γαιοπροσόδων.

Οι δύο αυτές δυναμικές (τόκοι και ενοίκια) αντιπροσωπεύουν μια ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού τομέα και της γης που, αντίθετα, θα έπρπεπε να είναι δημόσιας  ωφέλειας. Ο Μαρξ περίμενε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα πετύχαινε αυτή την μετάβαση. Σίγουρα πρέπει να το επιτύχουν οι σοσιαλιστικές οικονομίες!

Η Κίνα δεν έχει ανάγκη ξένων τραπεζικών πιστώσεων, εκτός από την κάλυψη του κόστους των εισαγωγών και το κόστος συναλλάγματος των επενδύσεων σε άλλες χώρες. Ευτυχώς διαθέτει μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα ώστε να είναι ουσιαστικά ανεξάρτητη από το δολάριο και το ευρώ. Εν τω μεταξύ, οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές οικονομίες υποφέρουν από χρόνιο αποπληθωρισμό χρέους και ύφεση,  με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητά τους να λειτουργούν ως αγορές – για τους δικούς τους παραγωγούς όσο και για την Κίνα.

Οι σημερινές κατεστραμμένες οικονομίες χρέους υποβαθμίζουν το είδος της κρίσης που αντιμετωπίζουν οι καπιταλιστικές χώρες. Η ανάλυση του Μαρξ παρέχει τα εργαλεία για να αναλυθούν τα προβλήματα τα χρηματοοικονομικά, τα τραπεζικά και αυτά της αποκόμισης ενοικίου.  Ωστόσο, οι περισσότεροι μαρξιστές βλέπουν ακόμη το κραχ του 2008, ως αποτέλεσμα της συμπίεσης των μισθών εργασίας από τους βιομηχανικούς εργοδότες. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζεται ως ένα παράγωγο της εκμετάλλευσης αυτής, αλλά όχι με την αυτόνομη δυναμική του Μαρξ.

Το κόστος εξυπηρέτησης του αυξανόμενου βάρους των χρεών (τόκων, αποσβέσεων και κυρώσεων) ξεφουσκώνει την αγορά των εμπορευμάτων με το να απορροφά μια αυξανόμενη επιβάρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Αυτό αφήνει λιγότερα χρήματα διαθέσιμα για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, προκαλώντας πλεονάσματα που οδηγούν σε κρίσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις αγωνίζονται για χρηματοδότηση. Οι τράπεζες αποτυγχάνουν σε αυτό, καθώς η χρεοκοπία εξαπλώνεται. Με την εξάντληση των αγορών, το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αντίθετο στην επέκταση των κερδών και στην απτή φυσική επένδυση κεφαλαίου.

Παρά την στειρότητα αυτή, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει πια πετύχει την κυριαρχία του επί του βιομηχανικού κεφαλαίου. Οι μεταφορές ακινήτων από τους βιομηχάνους-οφειλέτες προς τις  πιστώτριες τράπεζες (μαζί με τις ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας και των επιχειρήσεων) έγιναν αναπόφευκτες. Η αύξηση των χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των παραγωγικών δυνάμεων και των εσόδων του βιομηχανικού κεφαλαίου. Οι κατασχέσεις  ακολουθούνται από συντρίμμια, επιτρέποντας στο χρηματοπιστωτικό τομέα να επικρατήσει επί των βιομηχανικών επιχειρήσεων, ακόμη και επί των κυβερνήσεων.

Η Κίνα έχει επιλύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα του «Τόμου Ι» (αυτό της επέκτασης της εσωτερικής αγοράς εργασίας), επενδύοντας το οικονομικό πλεόνασμα σε δημιουργία κεφαλαίου και σε αύξηση του βιοτικού επιπέδου. Βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δυτικές οικονομίες που έχουν αποτύχει τόσο στην επίλυση αυτού του προβλήματος, όσο και των άλλων των «Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ»: το χρηματοπιστωτικό  και τις μισθώσεις γης. Ωστόσο, ελάχιστοι δυτικοί Μαρξιστές, εφαρμόζουν τις θεωρίες του στη σημερινή ύφεση και το σημερινό πρόβλημα των εισοδηματιών. Ακολουθώντας τον Μαρξ, θεωρούν ότι το έργο της επίλυσης αυτού του προβλήματος γίνεται από τον βιομηχανικό καπιταλισμό που ξεκίνησε με τις αστικές επαναστάσεις του 1848.

Ήδη από το 1847 στην «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» ο Μαρξ περιέγραψε το μίσος που οι  καπιταλιστές έτρεφαν για τους ιδιοκτήτες γης, των οποίων τα κληρονομημένα ενοικιαστήρια απομυζούσαν εισοδήματα προς όφελος της αργόσχολης τάξης.

Όταν μια γενιά αργότερα, το 1881, ο Μαρξ διάβασε το βιβλίο του Henry George «Πρόοδος και Φτώχεια», έγραψε στον John Swinton ότι η φορολόγηση του ενοικίου γης ήταν «μια τελευταία προσπάθεια να σωθεί το καπιταλιστικό καθεστώς». Απέρριψε το βιβλίο υπό την ίδια κριτική που το 1847 είχε ασκήσει στον Προυντόν: «Κατανοούμε αυτούς τους οικονομολόγους όπως ο Mill,  Cherbuliez, Hilditch και άλλοι που απαιτούν ότι το ενοίκιο θα πρέπει να παραδίδεται στο κράτος παίζοντας το ρόλο των φόρων. Αυτή είναι μια ειλικρινής έκφραση του μίσους που ο βιομηχανικός καπιταλιστής τρέφει προς τον ιδιοκτήτη γης, στα μάτια του οποίου ο ιδιοκτήτης γης είναι ένα άχρηστο πράγμα ένα καρκίνωμα στο γενικό σώμα της αστικής παραγωγής». [2]

Ως πρόγραμμα του βιομηχανικού κεφαλαίου, το κίνημα φορολόγησης της γης δεν επεκτάθηκε στην υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου. Ο Μαρξ επέκρινε τον Προυντόν και τους άλλους επικριτές των γαιοκτημόνων, λέγοντας ότι, άπαξ και απαλλαγείτε από το ενοίκιο και τον τοκογλυφικό τόκο των τραπεζών, θα συνεχίσετε να έχετε το πρόβλημα των βιομηχάνων που εκμεταλλεύονται τη μισθωτή εργασία, και προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν τους μισθούς, στεγνώνουν την αγορά των παραγόμενων προϊόντων. Αυτό είναι και το «τελικό» οικονομικό πρόβλημα που θα πρέπει να λυθεί (προφανώς αρκετό χρόνο αφότου ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα λύσει τα προβλήματα των προσόδων και των τόκων).

O βιομηχανικός καπιταλισμός απέτυχε στην απελευθέρωση των οικονομιών από τους εισοδηματίες τόκων και απόσπασης ενοικίου

Κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μαρξ ήταν πολύ αισιόδοξος για το μέλλον του βιομηχανικού καπιταλισμού. Όπως προαναφέρθηκε, θεωρούσε ότι ήταν ιστορική αποστολή του καπιταλισμού η απελευθέρωση της κοινωνίας από τα ενοίκια και τους τοκογλυφικούς τόκους. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει δημιουργήσει  μια υπερβολική αύξηση των πιστώσεων, ενώ τα υψηλά ενοίκια θέτουν το κόστος της αμερικανικής εργατικής δύναμης εκτός των παγκόσμιων αγορών.  Οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι, ενώ το περίφημο «Ένα Τοις Εκατό»  μονοπωλεί την αύξηση του πλούτου και του εισοδήματός του από το 1980 (και δεν επενδύει σε νέα μέσα παραγωγής). Έτσι έχουμε ακόμα τα προβλήματα των Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ, και όχι μόνο το πρόβλημα του Τόμου Ι.

Έχουμε να κάνουμε με μια πολλαπλή ανεπάρκεια οργάνων.  Αντί για τη χρηματοδότηση δημιουργίας νέου βιομηχανικού κεφαλαίου, οι αγορές μετοχών και ομολόγων ασχολούνται με μεταβιβάσεις κυριότητας εταιρειών, ακίνητης περιουσίας και υποδομών που ήδη υφίστανται. Περίπου το 80% των τραπεζικών πιστώσεων χορηγούνται σε αγοραστές ακίνητης ιδιοκτησίας, διογκώνοντας μια φούσκα στεγαστικών δανείων. Αντί να φορολογηθεί η αυξανόμενη αξία ενοικίασης και κτήσης της γης, (αυτό που ο Stuart Mill περιέγραψε ότι οι γαιοκτήμονες δημιουργούν «στον ύπνο τους»), οι σημερινές οικονομίες έχουν αφήσει τα εισοδήματα από τα ενοίκια, «δωρεάν» ούτως ώστε να καταφεύγουν στις τράπεζες.  Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα οι τράπεζες παίζουν τον ρόλο εκείνο που οι γαιοκτήμονες έπαιζαν στην εποχή του Μάρξ: καρπώνονται για λογαριασμό τους την αυξανόμενη αξία ενοικίασης της γης. Αυτό αντιστρέφει την κεντρική κατεύθυνση της κλασικής πολιτικής οικονομίας, με το να διατηρεί αυτό το είδος ενοικίου εκτός κυβερνητικής διαχείρισης, μαζί με τα ενοίκια από φυσικούς πόρους και μονοπώλια.

Οι βιομηχανοποιημένες οικονομίες καταπνίγονται από τη δυναμική των χρηματοοικονομικών και άλλων δραστηριοτήτων εισοδηματικού χαρακτήρα. Η αύξηση των ενυπόθηκων δανείων (των σπουδαστικών δανείων, των χρεών των πιστωτικών καρτών, των χρεών αγοράς αυτοκινήτων και καθημερινής χρήσης), έχει σαν αποτέλεσμα τον εκφοβισμό των εργαζομένων στη συμμετοχή τους σε απεργίες ή και ακόμη στην απλή διαμαρτυρία απέναντι στις συνθήκες εργασίας τους. Αν και οι μισθοί αυξάνονται, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να τους διοχετεύουν ολοένα περισσότερο προς τους πιστωτές (και τώρα προς τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες υγείας και τα φαρμακευτικά μονοπώλια), αντί να διοχετεύονται σε αγορά καταναλωτικά αγαθά που παράγουν οι μισθωτοί. Η εξάρτηση των εργαζόμενων από το χρέος επιδεινώνει το πρόβλημα που περιγράφεται στον «Τόμο Ι», δηλαδή την αδυναμία των εργαζομένων να αγοράσουν προϊόντα που οι ίδιοι παράγουν. Τελειώνοντας, όταν οι εργαζόμενοι προσπαθήσουν να ενταχθούν στη μεσαία τάξη των «ιδιοκτητών κατοικίας» αγοράζοντας τις κατοικίες τους με υποθήκη αντί πληρωμής ενοικίου, η τιμή είναι τέτοια που τους εγκλωβίζει στη δουλοπαροικία του χρέους.

Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις κερδίζουν από την εργασία όχι μόνο μέσω της μίσθωσής της αλλά και από τη χορήγηση δανείων προς τους πελάτες τους. Το μεγαλύτερο μέρος των κερδών της GENERAL MOTORS ήταν για πολλά χρόνια από τον πιστωτικό της βραχίονα, την GMAC, όπως έκανε και η GENERAL ELECTRIC μέσω του χρηματοοικονομικού της βραχίονα. Τα κέρδη που πραγματοποίησε η MACY και οι άλλοι έμποροι λιανικής με δανεισμό μέσω πιστωτικών καρτών, μερικές φορές αντιπροσώπευαν τα συνολικά τους έσοδα.

Η ιδιωτικοποίηση των ενοικίων και ο μετασχηματισμός τους σε μια ροή αποπληρωμής τόκων (μετατοπίζοντας τη φορολογική επιβάρυνση στα εισοδήματα των μισθωτών και στα κέρδη των επιχειρήσεων) δηλώνει την αποτυχία του βιομηχανικού καπιταλισμού να ελευθερώσει την κοινωνία από τις κληρονομιές της φεουδαρχίας. Ο Μαρξ ανέμενε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός ενεργώντας με βάση τα δικά του συμφέροντα, θα βιομηχανοποιούσε το τραπεζικό σύστημα (πράγμα που ήδη συνέβαινε στη Γερμανία σύμφωνα με τις θεωρίες του Γάλλου μεταρρυθμιστή Saint-Simon). Ωστόσο, ο βιομηχανικός καπιταλισμός απέτυχε να αποκοπεί και να ελευθερωθεί από τις προβιομηχανικές τοκογλυφικές τραπεζικές πρακτικές. Και στον τομέα της φορολογικής πολιτικής δεν μετατόπισε τους φόρους από την ενοικίαση γης και φυσικών πόρων. Έχει αναστρέψει την ιδέα που είχαν οι κλασικοί μεταρρυθμιστές για τις «ελεύθερες αγορές» ως  απαλλαγμένες από οικονομική ενοικίαση και επιθετική δανειοδότηση. Το σλόγκαν αυτό σημαίνει σήμερα, εκείνες τις οικονομίες στις οποίες οι εισοδηματίες είναι ελεύθεροι να εξάγουν τόκους και ενοίκια.

Τρόπος παραγωγής ή τρόπος παρασιτισμού;

Αντί να υπηρετεί τον βιομηχανικό καπιταλισμό, ο χρηματοοικονομικός τομέας σήμερα του προκαλεί αιμορραγία μέχρι θανάτου. Αντί να επιδιώκει κέρδη με την απασχόληση εργατικού δυναμικού για την παραγωγή αγαθών, δεν θέλει καν να μισθώσει εργαζόμενους ή να εμπλακεί στη διαδικασία της παραγωγής και της ανάπτυξης νέων αγορών. Η επιτομή αυτής της μεταβιομηχανικής οικονομικής πρακτικής είναι η ENRON: οι διαχειριστές της δεν ήθελαν ούτε κεφάλαιο – ούτε εργαζόμενους, μόνο εμπορευόμενους σε ένα γραφείο (και ανέντιμους λογιστές).

Η σημερινή χαρακτηριστική λειτουργία συσσώρευσης πλούτου επιτυγχάνεται περισσότερο με τη βοήθεια χρηματοοικονομικών παρά βιομηχανικών τρόπων: ιππεύοντας το κύμα του πληθωρισμού τιμών των περιουσιακών στοιχείων που χρηματοδοτούνται μέσω χρέους για να αποκομίσουν κέρδη «κεφαλαίου». Αυτό δεν ήταν πιθανό στην εποχή του Μαρξ που ίσχυε ο κανόνας του χρυσού. Ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί μαρξιστές, εξακολουθούν να επικεντρώνονται στη κρίση που περιγράφεται στον «Τόμο Ι» παραβλέποντας την αποτυχία του καπιταλισμού να απελευθερώσει τις οικονομίες από τη δυναμική των εισοδηματιών που επιβίωσαν της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας και από τις κατακτημένες γαίες των αποικιών της Ευρώπης.

Οι μαρξιστές που εντάχθηκαν στην Wall Street έχουν διδαχθεί πολλά από τους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ. Αλλά ο ακαδημαϊκός μαρξισμός δεν επικεντρώθηκε στον τομέα Χρηματοδότηση, Ασφαλίσεις, Ακίνητη Περιουσία. Ωσάν ο τόκος και η απομύζηση ενοικίου να ήταν δευτερεύοντα προβλήματα μπροστά στη δυναμική της μισθωτής εργασίας.

Το μεγάλο ερώτημα σήμερα είναι αν ο μετα-φεουδαρχικός καπιταλισμός των εισοδηματιών θα καταπνίξει τον βιομηχανικό καπιταλισμό αντί να είναι στην υπηρεσία του. Ο σκοπός της χρηματοοικονομίας δεν είναι απλά η εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά η κατάκτηση και ο σφετερισμός της βιομηχανίας, της ακίνητης ιδιοκτησίας και της κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι μια χρηματοοικονομική ολιγαρχία, δεν είναι βιομηχανικός καπιταλισμός ούτε μια τάση για εξέλιξη σε σοσιαλισμό.

Η αισιοδοξία του Μαρξ ότι το βιομηχανικό κεφάλαιο θα υποτάξει το χρηματοοικονομικό για την εξυπηρέτηση των αναγκών του

Έχοντας παράσχει μια σύνοψη των ιστορικών αναφορών που περιγράφουν πώς το παρασιτικό «τοκογλυφικό κεφάλαιο» πολλαπλασιάζεται με τον ανατοκισμό, ο Μαρξ προέβλεψε μ’ έναν αισιόδοξο Δαρβινικό τόνο ότι ο προορισμός του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν να κινητοποιήσει το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο για να χρηματοδοτήσει την οικονομική του ανάπτυξη, καθιστώντας την τοκογλυφία ένα ξεπερασμένο κατάλοιπο του «αρχαίου» τρόπου παραγωγής. Είναι όπως «στην πορεία της εξέλιξής του, το βιομηχανικό κεφάλαιο θα πρέπει να υποτάξει αυτές τις μορφές και να τις μετασχηματίσει σε μια παράγωγη  ή ειδική λειτουργία του.»  Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο θα πρέπει να είναι σε υποδεέστερη θέση στη δυναμική του βιομηχανικού κεφαλαίου και όχι σε ανάπτυξη που οδηγεί στην κυριαρχία του. «Όταν η καπιταλιστική παραγωγή έχει αναπτύξει όλη τη πολλαπλότητα των μορφών της και έχει γίνει κυρίαρχος τρόπος παραγωγής» κατέληγε ο Μαρξ στις προκαταρκτικές του σημειώσεις για τις Θεωρίες για την Υπεραξία, «το τοκοφόρο κεφάλαιο, κυριαρχείται από το βιομηχανικό κεφάλαιο, και το εμπορικό κεφάλαιο γίνεται απλά μια μορφή βιομηχανικού κεφαλαίου, που προέρχεται από τη διαδικασία της κυκλοφορίας.» [3]

Ο Μαρξ ανέμενε ότι οι οικονομίες θα δράσουν σύμφωνα με το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους, αυξάνοντας τα μέσα παραγωγής και αποφεύγοντας το μη παραγωγικό εισόδημα των εισοδηματιών, την υποκατανάλωση και τον αποπληθωρισμό του χρέους. Θεωρώντας ότι κάθε τρόπος παραγωγής διαμορφωνόταν από τις τεχνολογικές, πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες των οικονομιών να αναπτύσσονται, ήλπιζε ότι ο τραπεζικός και χρηματοοικονομικός τομέας θα επικαθοριζόταν απο αυτές τις δυναμικές. «Δεν υπάρχει αμφιβολία», έγραφε, «ότι το πιστωτικό σύστημα θα λειτουργήσει σαν ένας ισχυρός μοχλός κατά τη μετάβαση από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής στη παραγωγή μέσω της συνεταιρισμένης εργασίας, αλλά μόνο ως ένα στοιχείο συνδεδεμένο με άλλες μεγάλες οργανικές επαναστάσεις του ίδιου του τρόπου παραγωγής.» [4]

Υποτίθεται ότι το οικονομικό πρόβλημα θα επιλυόταν καθώς ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα κινητοποιούσε παραγωγικά τις αποταμιεύσεις, υποτάσσοντας το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο στην εξυπηρέτηση των αναγκών του. Αυτό συνέβαινε ήδη στη Γερμανία και στη Γαλλία.

Φαινόταν ότι ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος ως επικατανεμητής της πίστωσης, θα άνοιγε το δρόμο για μια σοσιαλιστική οργάνωση των οικονομιών. Ο Μαρξ επιδοκίμαζε το ελεύθερο εμπόριο στη βάση ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα μετασχημάτιζε και θα εκσυγχρόνιζε τις καθυστερημένες χώρες του κόσμου. Αντ’ αυτού, εισήγαγε τη χρηματοοικονομική των εισοδηματιών της Δύσης με την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πόρων, και ακόμα εισήγαγε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα νομίσματα και τις οικονομίες αυτών των χωρών όπως στα καζίνο. Και στις προηγμένες πιστώτριες χώρες, η αποτυχία των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών οικονομιών να ανακάμψουν από την οικονομική τους κρίση του 2008, πηγάζει από το άθικτο των απερίσκεπτων χρεών τύπου «υποθηκών- σκουπιδιών» (junk mortgage) των οποίων η εξυπηρέτηση απορροφά το εισόδημα. Διασώθηκαν οι τράπεζες αντί των βιομηχανικών οικονομιών, των οποίων τα χρέη έμειναν άθικτα.

Ο Irving Fisher επινόησε τον όρο «αποπληθωρισμός του χρέους» (debt deflation) το 1933. Τον περιέγραψε ότι συμβαίνει όταν η εξυπηρέτηση του χρέους (τόκοι και χρεολύσια) για την πληρωμή των τραπεζών και των ομολογιούχων εκτρέπει τα εισοδήματα από το να δαπανώνται στην αγορά καταναλωτικών αγαθών και νέων επιχειρηματικών επενδύσεων. [5]  Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τα φορολογικά τους έσοδα για να πληρώνουν τους ομολογιούχους, περικόπτοντας τις δημόσιες δαπάνες σε επενδύσεις υποδομής, εκπαίδευσης, υγείας και άλλων κοινωνικής πρόνοιας.

Κανένας παρατηρητής της εποχής του Μαρξ δεν θα ήταν τόσο απαισιόδοξος ώστε να αναμένει ότι το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο θα ανέτρεπε τον βιομηχανικό καπιταλισμό, απορροφώντας οικονομίες όπως όλοι παρατηρούν σήμερα. Συζητώντας την οικονομική κρίση του 1857, ο Μαρξ έδειξε πόσο αδιανόητο ήταν στην εποχή του κάτι παρόμοιο με αυτό της διάσωσης των χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων τη περίοδο 2008-2009 επί προεδρίας Bush-Obama. «Το όλο τεχνητό σύστημα της αναγκαστικής επέκτασης της αναπαραγωγικής διαδικασίας δεν μπορεί, βεβαίως, να διορθωθεί με το να επιτρέψουμε σε κάποια τράπεζα όπως η Τράπεζα της Αγγλίας, να δώσει σε όλους τους απατεώνες το ελλιπές κεφάλαιο μέσω των χρεογράφων του και έχοντας αυτό, να αγοράσει όλα τα υποτιμημένα αγαθά στις παλαιές ονομαστικές τους αξίες.» [6]

Όταν ο Μαρξ έγραψε αυτή την εις άτοπον απαγωγή, ούτε καν θα ονειρευόταν ότι αυτό θα γινόταν η πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED) των ΗΠΑ το φθινόπωρο του 2008. Το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εξόφλησε όλες τις απώλειες από τα τυχερά παιχνίδια της AIG και των άλλων συμβαλλόμενων «καζινο-καπιταλιστών» σε βάρος των φορολογουμένων, ακολουθούμενο από την FED που αγόρασε τις «υποθήκες- σκουπίδια» (junk mortgage) στην ονομαστική τους αξία.

Σοσιαλιστική πολιτική αφορώσα τη χρηματοοικονομική και φορολογική μεταρρύθμιση

Ο Μάρξ περιέγραψε τον ιστορικό προορισμό του βιομηχανικού καπιταλισμού ως ελευθερωτή των οικονομιών από την αντιπαραγωγική και αρπακτική χρηματοοικονομία – από την κερδοσκοπία, την απάτη και την εκτροπή της κατανάλωσης του εισοδήματος στην πληρωμή τόκων χωρίς τη χρηματοδότηση νέων μέσω παραγωγής. Σε αυτή τη λογική, θα πρέπει ο προορισμός των σοσιαλιστικών οικονομιών να αντιμετωπίζει τη δημιουργία της τραπεζικής πίστωσης ως δημόσια λειτουργία που θα χρησιμοποιείται για δημόσιους σκοπούς – για την άνοδο της ευημερίας και των μέσων παραγωγής παρέχοντας στους πληθυσμούς καλλίτερη διαβίωση. Τα σοσιαλιστικά έθνη έχουν απελευθερώσει τις οικονομίες τους από τις εσωτερικές αντιθέσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού που καταπνίγουν τη μισθωτή εργασία.

Η Κίνα έχει λύσει το πρόβλημα του «Τόμου Ι». Αλλά ακόμη έχει να ασχοληθεί με το άλυτο στη Δύση πρόβλημα των «Τόμων ΙΙ και ΙΙΙ», δηλαδή της ιδιωτικοποιημένης χρηματοοικονομίας, τη μίσθωση της γης και των φυσικών πόρων. Οι δυτικές οικονομίες επιδιώκουν να επεκτείνουν αυτές τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές χρησιμοποιώντας τη χρηματοοικονομία ως μοχλό για να αποσπάσει το οικονομικό πλεόνασμα, χρηματοδοτώντας τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τόκους, και να μετατρέψει σε τόκους τα κέρδη, μισθώσεις, μισθούς και άλλα εισοδήματα.

Η αποτυχία της κοινωνικοποίησης του τραπεζικού τομέα (ή έστω της ολοκλήρωσης της βιομηχανοποίησής του) είναι η πλέον κραυγαλέα οικονομική τραγωδία του δυτικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Έγινε η τραγωδία της μετα-σοβιετικής Ρωσίας μετά το 1991, όταν αφέθηκαν οι φυσικοί της πόροι και η βιομηχανική της οικονομία να χρηματοοικονομικοποιηθεί, ενώ απέτυχε να φορολογήσει το ενοίκιο γης και φυσικών πόρων. Τα στρατηγικής σημασίας «φιλέτα» πωλήθηκαν στους εγχώριους ολιγάρχες και σε δυτικούς επενδυτές που τα αγόρασαν με πιστώσεις από τις ίδιες τους τις τράπεζες ή σε συνεργασία με δυτικές τράπεζες. Αυτές οι τραπεζικές πιστώσεις δημιουργήθηκαν απλά από το πληκτρολόγιο των υπολογιστών. Η δημιουργία πίστωσης τέτοιου είδους θα έπρεπε να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αλλά στη Δύση έχει αφεθεί εκτός δημόσιας ρύθμισης. Αυτού του είδους η πίστωση εκτείνεται προς την Κίνα και στις μετα-σοβιετικές οικονομίες, σαν μέσο για την ιδιοποίηση των πόρων τους.

Η Ευρωζώνη φαίνεται ανίκανη να διασωθεί από τον αποπληθωρισμό του χρέους, και οι ΗΠΑ και η Βρετανία βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος ασθμαίνοντας γιατί έχουν αποβιομηχανοποιηθεί. Αυτός είναι ο λόγος που τους κάνει να ελπίζουν ότι ίσως η σοσιαλιστική Κίνα μπορεί να τους σώσει (όσο αυτή παραμένει ελεύθερη από τη χρημοτοοικονομική ασθένεια, τη λεηλασία περιουσιακών στοιχείων και τον  αποπληθωρισμό χρέους). Οι δυτικοί νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι αυτή η χρηματοοικονομικοποίηση του πάλαι ποτέ βιομηχανικού καπιταλισμού είναι «πρόοδος» και ακόμα περισσότερο το τέλος της ιστορίας. Ωστόσο, βλέποντας την ανάπτυξη της Κίνας ενώ οι οικονομίες τους έχουν παραμείνει στάσιμες από το 2008 (φυσικά εκτός του περίφημου «Ένα Τοις Εκατό»), η ελπίδα τους  είναι ότι η αγορά της σοσιαλιστικής Κίνας μπορεί να σώσει τις χρηματοοικονομικοποιημένες οικονομίες τους που έχουν παρασυρθεί πολύ βαθιά στο χρέος όντας αδύναμες να ανακάμψουν μόνες τους.

• • •

Σημείωση

Ο Μαρξ περιέγραψε  την παραγωγική επένδυση του κεφαλαίου με τον τύπο M-C-M, που σημαίνει ότι το χρήμα (M) επενδυόμενο παράγει εμπορεύματα (C) τα οποία πωλούνται για περισσότερα χρήματα (M’). Όμως η ανάπτυξη του «τοκογλυφικού κεφαλαίου» – κρατικά ομόλογα που χρηματοδοτούν ελλείμματα προϋπολογισμού για τους πολέμους και καταναλωτικά δάνεια (στεγαστικά, προσωπικά και χρέη πιστωτικών καρτών)- συνίσταται στην άυλη σχέση M-M’ δημιουργώντας χρήματα απλά από τα χρήματα, δηλαδή μέσω μιας στείρας λειτουργίας.

 .

Παραπομπές

[1] In Volume III of Capital (ch. xxx; Chicago 1909: p. 461) and Volume III of Theories of Surplus Value.

[2] Karl Marx, The Poverty of Philosophy [1847] (Moscow, Progress Publishers, nd): 155.

[3] Karl Marx, Theories of Surplus Value III: 468

[4] Capital III (Chicago, 1905), p. 713.

[5] See Irving Fisher, The Debt-Deflation Theory of the Great Depression, Econometrica (1933), p. 342. Στο διαδίκτυο ευρίσκεται στο  http://fraser.stlouisfed.org/docs/meltzer/fisdeb33.pdf Χρησιμοποίησε τον όρο για να αναφερθεί σε πτωχεύσεις που αφάνισαν τις τραπεζικές πιστώσεις και την αγοραστική δύναμη, και επομένως αφάνισαν την ικανότητα των οικονομιών να επενδύουν και να προσλαμβάνουν νέους εργαζόμενους. Επ’ αυτού παρέχω μια  τεχνική συζήτηση στο Κεφ. 11 του τελευταίου βιβλίου μου KILLING THE HOST και στο κεφ. 11 του βιβλίου μου THE BUBBLE AND BEYOND.

[6] Capital III (Moscow: Foreign Languages Publishing House, 1958), p.  479.

.

ΣυγγραφέαςΖούκος ΒασίλειοςΜηνάς Γρηγοράτος

http://michael-hudson.com/2015/10/the-paradox-of-financialized-industrialization/, με άδεια Creative Commons (CC BY-NC-SA 3.0 US)