Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης – The Analyst

Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης

Email this page.

ΕΙΚΟΝΑ---γενική,-οικονομία Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης

(The Paradox of Financialized Industrialization) Άρθρο του Michael Hudson (γενν. 1939) ερευνητή καθηγητή Οικονομίας στο University of Missouri, Kansas. Εκφωνήθηκε στις 10-10-2015 στο Παγκόσμιο Συνέδριο Μαρξισμού στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Όταν έκανα μια διάλεξη εδώ στη Μαρξιστική Σχολή πριν από έξι χρόνια, κάποιος με ρώτησε αν ο Μαρξ είχε δίκιο ή άδικο. Τότε δεν ήξερα πώς να απαντήσω στην ερώτηση αυτή, διότι η απάντηση είναι τόσο περίπλοκη. Αλλά τουλάχιστον σήμερα μπορώ να επικεντρωθώ στην άποψή του για τις κρίσεις.

Περισσότερο από κάθε άλλον οικονομολόγο του αιώνα του, ο Μαρξ συνέδεσε μεταξύ τους τα τρία βασικά είδη των κρίσεων που συνέβαιναν. Οι Θεωρίες του για την Υπεραξία εξήγησαν τις δύο κύριες μορφές κρίσεων που είχαν επισημάνει οι προγενέστεροί του και τις οποίες πάλεψαν οι αστικές επαναστάσεις του 1848. Οι κρίσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα επιβιώσεων από την ευρωπαϊκή φεουδαρχική εποχή της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας και των τραπεζικών περιουσιών.

Από χρηματοπιστωτική άποψη ο Μαρξ επεσήμανε την τάση των χρεών να αυξάνονται εκθετικά, ανεξάρτητα από την ικανότητα της οικονομίας να αποπληρώνει, και μάλιστα επεσήμανε την τάση τους να αυξάνονται πιο γρήγορα από την ίδια την οικονομία. Η αύξηση του χρέους και των δεδουλευμένων τόκων ήταν αυτόνομη από τη δυναμική του βιομηχανικού κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, στην οποία επικεντρώθηκε ο Τόμος Ι του Κεφαλαίου. Τα χρέη είναι αυτοαναπτυσσόμενα μέσω καθαρά μαθηματικών κανόνων – η «μαγεία της κεφαλαιοποίησης (ή του ανατοκισμού)».

Στην Αμερική και την Ευρώπη μπορούμε να δούμε πώς οι τόκοι (μαζί με τις   επαναγορές μετοχών, τη μόχλευση του χρέους και τις λοιπές χρηματιστικές μανούβρες) ροκανίζουν τα κέρδη και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, εκτρέποντας τα έσοδα σε οικονομικά κενές χρηματοοικονομικές πράξεις. Ο Μαρξ αποκαλούσε το χρηματιστικό κεφάλαιο «φανταστικό» ή «εικονικό», στο βαθμό που δεν προέρχεται από το εσωτερικό της βιομηχανικής οικονομίας, και επειδή -στο τέλος- τα αιτήματά του για πληρωμή δεν μπορούν να καλυφθούν. Αποκάλεσε αυτή τη λογιστική μεταφορά μια «κενή μορφή κεφαλαίου.»  [1]  Ήταν εικονική διότι αποτελείτο κυρίως από ομόλογα, υποθήκες, τραπεζικά δάνεια και άλλες εισοδηματικές (rentier) αξιώσεις επί των μέσων παραγωγής και της ροής των μισθών, επί των κερδών και των απτών επενδύσεων κεφαλαίου.

Ο δεύτερος παράγοντας που οδήγησε στην οικονομική κρίση ήταν πιο μακροπρόθεσμος: η κατά τον Ricardo «γαιοπρόσοδος». Οι ιδιοκτήτες της γης και των μονοπωλίων επέβαλαν έναν «φόρο ιδιοκτησίας» στην οικονομία με την απόσπαση ενοικίου, ως αποτέλεσμα προνομίων που (όπως οι τόκοι) ήταν ανεξάρτητοι του τρόπου παραγωγής. Η μίσθωση της γης αυξανόταν, καθώς οι οικονομίες έγιναν μεγαλύτερες και πιο ευημερούσες. Όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του οικονομικού πλεονάσματος (κέρδη και υπεραξία) διατίθετο στους ιδιοκτήτες της γης, των φυσικών πόρων και των μονοπωλίων. Αυτές οι μορφές οικονομικής προσόδου ήταν αποτέλεσμα προνομίων που δεν είχε καμία εγγενή αξία ή κόστος παραγωγής. Τελικά, ανέβαζαν το επίπεδο των μισθών και δεν άφηναν περιθώριο για το κέρδος. Αυτό το περιέγραψε ο Μαρξ ως τον Αρμαγεδδόνα του Ricardo.

Οι δύο αυτές δυνάμεις που συνεισφέρουν στην κρίση, τόνισε ο Μαρξ, ήταν κληρονομιά της φεουδαρχικής προέλευσης της Ευρώπης: από τη μια οι γαιοκτήμονες κατακτούν την γη και ιδιοποιούνται τους φυσικούς πόρους και υποδομές, από την άλλη οι τράπεζες -σε μεγάλο βαθμό ληστρικές και αρπακτικές- δημιουργούν πολεμικά δάνεια για κυβερνήσεις και εκμεταλλεύονται τους καταναλωτές μέσω της ευτελούς τοκογλυφίας. Το ενοίκιο και το κέρδος ήταν σε μεγάλο βαθμό τα προϊόντα των πολέμων. Ως εκ τούτου, ήταν εξωτερικά ως προς τα μέσα παραγωγής και το άμεσο κόστος τους (δηλαδή, την αξία των προϊόντων).

Πάνω απ’ όλα, φυσικά, ο Μαρξ επεσήμανε τη μορφή της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από τους εργοδότες της. Αυτή, πράγματι, προέρχεται από την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής. Πριν λίγο ο καθηγητής Bertell Ollman μας εξήγησε πολύ καλά την δυναμική αυτή και δεν χρειάζεται να την επαναλάβω.

Η σημερινή οικονομική κρίση στη Δύση συνίσταται σε απόσπαση χρηματοοικονομικών χρεώσεων και προσόδων οδηγώντας σε αποπληθωρισμό χρέους (ο Bertell Ollman περιέγραψε πώς ο Μαρξ ανέλυσε την οικονομική κρίση που προκύπτει από την αδυναμία της μισθωτής εργασίας να αγοράσει όσα παράγει). Αυτή ακριβώς είναι η εσωτερική αντίφαση στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Όπως περιγράφεται στον Τόμο Ι του Κεφαλαίου, οι εργοδότες επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη πληρώνοντας τους εργαζόμενους όσο το δυνατόν λιγότερο. Αυτό οδηγεί σε υπερβολική εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, προκαλώντας υποκατανάλωση και υπερπροσφορά.

Θα επικεντρωθώ στο σημείο αυτό, δεδομένου ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής. Όπως σημείωσε ο Μαρξ στους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Κεφαλαίου και στα κείμενά του για τις Θεωρίες της Υπεραξίας (Τόμος IV του Κεφαλαίου), η απόσπαση τραπεζικής προσόδου και  γαιοπροσόδου είναι από πολλές απόψεις δυσμενείς επιπτώσεις επί του βιομηχανικού καπιταλισμού.

Η συζήτησή μας αφορά το πώς να αναλύσουμε την κρίση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι δυτικές οικονομίες. Για μένα, είναι πρώτα και κύρια μια χρηματοοικονομική κρίση. Η τραπεζική κρίση και τα υπερβολικά χρέη προέρχονται κυρίως από τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια – και επίσης από το είδος της μαζικής απάτης που ο Μαρξ ανέδειξε τότε στην υψηλή χρηματοδότηση της εποχής του, ειδικά στην χρηματοδότηση των καναλιών και των σιδηροδρόμων.

Έτσι, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που μου ετέθη για το αν ο Μαρξ έκανε λάθος, ας πω ότι ο Μαρξ προμήθευσε τα εργαλεία που απαιτούνται για την ανάλυση των κρίσεων από τις οποίες υποφέρουν οι βιομηχανικές καπιταλιστικές οικονομίες τα τελευταία 200 χρόνια.

Αλλά η ιστορία δεν λειτούργησε όπως περίμενε ο Μαρξ, ότι δηλαδή κάθε τάξη θα ενεργούσε προς το συμφέρον της. Ο Μαρξ πίστευε ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να προβλέψει εύλογα το μέλλον. Η ιστορική αποστολή και το πεπρωμένο του βιομηχανικού καπιταλισμού, έγραφε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ, ήταν να ελευθερώσει την κοινωνία από τους «παρασιτικούς όγκους» των τόκων και των ενοικίων/προσόδων (κυρίως την μίσθωση της γης και των φυσικών πόρων μαζί με τη μονοπωλιακή πρόσοδο) που ο βιομηχανικός καπιταλισμός είχε κληρονομήσει από την μεσαιωνική ή ακόμη και από την αρχαία κοινωνία. Αυτές οι άχρηστες ραντιέρικες (rentier) χρεώσεις επί της παραγωγής είναι παρεπόμενα λειτουργικά έξοδα (faux frais) που επιβραδύνουν τη συσσώρευση του βιομηχανικού κεφαλαίου. Δεν προέρχονται από την παραγωγική διαδικασία, αλλά είναι μια κληρονομιά των φεουδαρχικών πολεμάρχων που κατέκτησαν την Αγγλία και τις άλλες ευρωπαϊκές περιοχές με σκοπό να θεμελιωθεί η αριστοκρατία η βασισμένη στην κληρονομιά της γης. Η οικονομική αριστοκρατία (με τη μορφή του τοκογλυφικού κεφαλαίου) είναι, σύμφωνα με τον Μαρξ, μια κληρονομιά των τραπεζικών οικογενειών που έκαναν την περιουσία τους από τον πολεμικό δανεισμό και την τοκογλυφία.

Η αντίληψη του Μαρξ για το εθνικό εισόδημα διαφέρει ριζικά από αυτήν της Αμερικανικής Υπηρεσίας Λογαριασμών Εθνικού Εισοδήματος και Προϊόντος (Ν.Ι.Ρ.Α.). Κάθε δυτική οικονομία μετρά την «παραγωγή» ως Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ). Αυτή η λογιστική μορφή περιλαμβάνει τους τομείς της Χρηματοδότησης, της Ασφάλισης και της Ακίνητης Περιουσίας (F.I.R.E.) ως μέρος της οικονομικής παραγωγής. Αυτό το κάνει γιατί αντιμετωπίζει την πρόσοδο και τους τόκους ως «εισόδημα», όπως ακριβώς με τους μισθούς και τα κέρδη της βιομηχανίας (σαν να αποτελούσαν η ιδιωτική χρηματοδότηση, η ασφάλιση και η αγορά των ακινήτων, μέρος της παραγωγικής διαδικασίας). Αυτά ο Μαρξ τα αντιμετώπιζε ως ξένα σ’ αυτήν. Το εισόδημά τους δεν ήταν «δεδουλευμένο», αλλά ήταν «μη δεδουλευμένο». Την ιδέα αυτή συμμερίζονταν και οι Φυσιοκράτες (Γάλλοι διαφωτιστές οικονομολόγοι του 18ου αιώνα), ο Adam Smith, ο John Stuart Mill και οι άλλοι μεγάλοι κλασικοί οικονομολόγοι. Ο Μαρξ απλά οδήγησε την κλασική οικονομική σκέψη στη λογική της κατάληξη.

Το συμφέρον της ανερχόμενης τάξης των βιομηχάνων καπιταλιστών ήταν να ελευθερώσουν τις οικονομίες από την κληρονομιά αυτή της φεουδαρχίας, από τα παρεπόμενα λειτουργικά έξοδα (faux frais) της παραγωγής, από τις τιμές που υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος-αξίας. Ο Μαρξ πίστευε ότι η μοίρα του βιομηχανικού καπιταλισμού ήταν η εκλογίκευση της οικονομίας, με σκοπό την απαλλαγή από τον αδρανή γαιοκτήμονα και την τάξη των τραπεζιτών (με την κοινωνικοποίηση της γης, την εθνικοποίηση των φυσικών πόρων και των βασικών υποδομών, και την βιομηχανοποίηση του τραπεζικού συστήματος) προς όφελος της βιομηχανικής επέκτασης και όχι της αντιπαραγωγικής τοκογλυφίας.

Αν ο καπιταλισμός είχε επιτύχει αυτή τη μοίρα, θα του είχε απομείνει κατά κύριο λόγο μόνον η κρίση μεταξύ των βιομηχανικών εργοδοτών και των  εργαζομένων, όπως την ανέλυσε στον Τόμο Ι του Κεφαλαίου: η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας θα έφτανε σε ένα σημείο όπου οι εργαζόμενοι θα αδυνατούσαν να αγοράσουν τα προϊόντα που παράγουν. Αλλά την ίδια στιγμή, ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα προετοίμαζε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό, γιατί (σύμφωνα με τον Μαρξ) οι βιομήχανοι ήταν απαραίτητοι για την υπερνίκηση του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού της αριστοκρατών γαιοκτημόνων και για την κατάκτηση της οικονομικής ισχύος των τραπεζών. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός ήταν απαραίτητος για να προωθήσει τη δημοκρατική πολιτική μεταρρύθμιση για να ξεπεραστούν τα κατεστημένα συμφέροντα ελέγχου των Κοινοβουλίων και ως εκ τούτου, του φορολογικού συστήματος. Αυτό θα έδινε την ευκαιρία στους εργαζόμενους (μέσω της αυτο-οργάνωσής τους και μέσω του παραχωρηθέντος δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας) να συνθλίψουν τα ατομικά συμφέροντα του βιομηχανικού καπιταλιστή και θα μετέτρεπαν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό.

Στο μονοπάτι αυτό η Κίνα αποτελεί ένα παράδειγμα. Αλλά αυτό δεν έχει συμβεί στη Δύση, όπου συμβαίνουν και τα τρία είδη της κρίσης που περιγράφτηκαν από τον Μαρξ. Αλλά η Δύση είναι τώρα πια σε μια χρόνια ύφεση (depression), αυτό που έχει κληθεί ως «αποπληθωρισμός χρέους» (debt deflation). Αντί να βιομηχανοποιηθούν οι τράπεζες, όπως περίμενε ο Μαρξ, ο βιομηχανικός κλάδος χρηματιστικοποιείται. Αντί η δημοκρατία να απελευθερώσει τις οικονομίες από την γαιοπρόσοδο, το ενοίκιο επί των φυσικών πόρων και τα μονοπωλιακά προνόμια, συνέβη το αντίθετο: οι ραντιέρηδες (μεγαλο-εισοδηματίες) αντεπιτέθηκαν και πήραν τον έλεγχο των δυτικών κυβερνήσεων, των νομικών συστημάτων και της φορολογικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι ότι βλέπουμε μια οπισθοδρόμηση στα προ-καπιταλιστικά προβλήματα που ο Μαρξ περιγράφει στους Τόμους ΙΙ και ΙΙΙ του Κεφαλαίου και στις Θεωρίες της Υπεραξίας.

Εκεί επικεντρώνεται η συζήτησή μου με τον Bertell Ollman. Η εστίασή μου είναι στο ότι η χρηματοδότηση και οι πρόσοδοι κατέκλυσαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό με αποτέλεσμα να επιβληθεί μια ύφεση που ξεπηδάει από τον  «αποπληθωρισμό χρέους» (debt deflation). Αυτή η υπερχρέωση χειροτερεύει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα εργασίας / κεφαλαίου, λόγω της αποδυνάμωσης της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης της εργασίας. Για να κάνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, τα εργατικά κόμματα στη Δύση δεν αγωνίζονται πλέον για οικονομικά ζητήματα, όπως ήταν πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι διαφορές μου με τους Ollman και Roemer είναι οι εξής: εγώ επικεντρώνομαι στα μη-παραγωγικά κόστη

Στο σημείο αυτό ο Bertell ακολουθεί τον Μαρξ στην εστίαση του καπιταλιστικού παραγωγικού τομέα: πρόσληψη εργατικού δυναμικού για την παραγωγή προϊόντων που θα πωλούνται όσο το δυνατόν πιο ακριβά ενώ οι ανταγωνιστές εργοδότες θα τα πωλούν σε  χαμηλές τιμές. Αυτή είναι η μεγάλη συνεισφορά του Μαρξ στην ανάλυση του καπιταλισμού και του τρόπου παραγωγής του που χρησιμοποιεί την μισθωτή εργασία με κέρδος. Συμφωνώ με την ανάλυση αυτή.

Ωστόσο, εγώ στοχεύω στα αίτια της σημερινής κρίσης που είναι ανεξάρτητα και αυτόνομα από την παραγωγή: ραντιέρικες (rentier) αξιώσεις για οικονομικά προνόμια, για εισόδημα χωρίς εργασία – «κενή» τιμολόγηση χωρίς αξία. Αυτή η εστίασή μου στην πρόσοδο και στον τόκο διαφέρει από εκείνην του Ollman, αλλά και φυσικά από αυτήν του Roemer. Πιστεύω ότι κάθε μοντέλο της κρίσης πρέπει να συνδέσει την χρηματοδότηση, την ακίνητη περιουσία (και τις άλλες αξιώσεις προσόδων), μαζί με τη βιομηχανία και την απασχόληση.

Η μεγάλη αύξηση του χρέους μπορεί να αποδοθεί μαθηματικά, όπως και η συμβίωση των τομέων της χρηματοοικονομίας, των ασφαλειών και του real estate. Αλλά και οι αλληλεπιδράσεις είναι πολύ περίπλοκες για να αποτελέσουν ένα και μοναδικό οικονομικό «μοντέλο». Είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος για το ότι το μοντέλο του Roemer θα μπορούσε να ακολουθηθεί εδώ στην Κίνα, επειδή παραβλέπει τις πιο επικίνδυνες τάσεις που την απειλούν σήμερα: την δυτική χρηματοοικονομική πρακτική και την φορολογική πολιτική υπέρ των ραντιέρικων (rentier) προνομίων.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Ανοιχτή Συνδρομή
Εμείς την ορεξη και την εργατικότητα την έχουμε. ‘Οραμα διαθέτουμε. Γνώσεις αρκετές. Στηρίξτε τη προσπάθειά μας να γίνουμε ο καταλύτης, για τη συλλογική εξέλιξη της κοινωνίας και της χώρας μας.
*Σχεδιάζουμε να "ανταμείψουμε" τους Συνδρομητές μας σύντομα για την υποστήριξή τους.
Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */