Περαιτέρω, η ισοπαλία μεταξύ του αποπληθωρισμού και του πληθωρισμού, δεν σημαίνει πως θα συνεχίσουν να είναι σταθερές οι τιμές των προϊόντων – αφού οι «αντίπαλες δυνάμεις» έχουν μεν εξουδετερωθεί προς στιγμήν, αλλά δεν έχουν εξαφανισθεί: ευρίσκονται ακόμη εδώ, με το κραχ να καιροφυλακτεί.
Ως εκ τούτου εάν, για παράδειγμα, καταρρεύσει ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας, ως αποτέλεσμα της τεράστιας υπερχρέωσης του ιδιωτικού της τομέα ή εάν επιστρέψει η κρίση χρέους της Ευρώπης, πυροδοτούμενη ενδεχομένως από την Ελλάδα, θα μπορούσε να κερδίσει τον αγώνα, το πάρει «επάνω χέρι» όπως θα λέγαμε, ο αποπληθωρισμός. Αυτή είναι άλλωστε η αιτία, λόγω της οποίας ενισχύουν οι Η.Π.Α. τη χώρα μας, πιέζοντας τη Γερμανία – γεγονός που σημαίνει πως είναι ο μεγαλύτερος ίσως άσσος, στα χέρια της κυβέρνησης.
Από την άλλη πλευρά, εάν ξεσπούσε ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ακολουθούμενος από την κατακόρυφη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η οποία θα οδηγούσε σε «πανικοβλημένες» αγορές χρυσού, πιέζοντας σε μεγάλο βαθμό την ισοτιμία του δολαρίου, τότε θα προκαλούταν πιθανότατα υπερπληθωρισμός στις Η.Π.Α., πολύ δύσκολο να ελεγχθεί από τη Fed – ενώ θα διευρυνόταν σε ολόκληρη τη Δύση.
Συμπερασματικά λοιπόν πρόκειται για μία «ισορροπία του τρόμου», η οποία θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάψει να υπάρχει – με αποτέλεσμα να υπερισχύσει είτε η μία. είτε η άλλη καταστροφική δύναμη στη μεταξύ τους πάλη. Οπότε να πέσει ο ορειβάτης του παραδείγματος μας στο γκρεμό, με ελάχιστες πιθανότητες να αποφύγει το θάνατο.
.
Ο υπερπληθωρισμός των παγίων περιουσιακών στοιχείων
Ενώ όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στην πραγματική οικονομία, στον παράλληλο της κόσμο, στη «χρηματοπιστωτική βιομηχανία» δηλαδή, δεν επικρατεί απολύτως καμία ισορροπία. Αντίθετα, ο αγώνας έχει κερδηθεί προ πολλού από τον πληθωρισμό, με αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς οι τιμές των παγίων περιουσιακών στοιχείων (μετοχές, ακίνητα κοκ.) – δημιουργώντας τεράστιες φούσκες, οι οποίες αποτελούν έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο για το παγκόσμιο σύστημα.
Ειδικότερα, επειδή οι συμμετέχοντες σε αυτόν τον κόσμο: (α) έχουν πολλά χρήματα, (β) μπορούν να δανειστούν ακόμη περισσότερα δωρεάν – λόγω των μηδενικών επιτοκίων, παράλληλα με την εκτύπωση συνεχώς μεγαλυτέρων ποσοτήτων, καθώς επίσης (γ) έχουν τη δυνατότητα να τα πολλαπλασιάσουν με τη βοήθεια της μόχλευσης (leverage), συχνά περισσότερο από 100 φορές,
είναι αδύνατον να αποφύγουν τον πειρασμό – να μην τοποθετήσουν δηλαδή αυτά τα χρήματα στις επικίνδυνα αυξανόμενες τιμές των παγίων, στα ομόλογα των κρατών παρά τις μειωμένες αποδόσεις τους ή στην αγορά της όλο και ακριβότερης ακίνητης περιουσίας, επειδή τα ενυπόθηκα δάνεια είναι επίσης πάμφθηνα.
Επομένως, αυξάνεται διαρκώς το ρίσκο, καθώς επίσης οι τιμές των παγίων, οι οποίες δεν βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, στα «θεμελιώδη μεγέθη» τους δηλαδή, αλλά στην τεχνητά μεγάλη ζήτηση. Κάποια στιγμή όμως, πιθανότατα όταν η Fed θα εγκαινιάσει την αύξηση των βασικών επιτοκίων, η φούσκα που έχει δημιουργηθεί θα σπάσει – με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν όλες μαζί οι αγορές (μετοχές, ακίνητα κλπ.), οπότε να προκληθεί ξανά μία κρίση εμπιστοσύνης, κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του 2008.
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο αποπληθωρισμός θα κέρδιζε τη μάχη, οδηγώντας τον πλανήτη σε μία ανάλογη εποχή, με αυτήν της Μεγάλης Ύφεσης του 1929 – στο χειρότερο του εφιάλτη.
Ένας δεύτερος κίνδυνος είναι οι υπερδιογκωμένοι ισολογισμοί των τραπεζών, είτε λόγω των παραγώγων, είτε επειδή απέναντι στα δάνεια που παρέχουν, διαθέτουν ως εγγύηση υπερβολικά «τιμολογημένα» πάγια – λόγω της φούσκας που ευρίσκεται σε εξέλιξη. Το σπάσιμο της φούσκας θα οδηγούσε τις τράπεζες σε μία στενότητα ρευστότητας, εάν όχι σε μαζικές χρεοκοπίες – με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί το κραχ στα χρηματιστήρια, προκαλώντας έναν παγκόσμιο πανικό.
Ο τρίτος μεγάλος κίνδυνος είναι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως λόγω της υπερχρέωσης τους σε δολάρια – ενώ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μία συναλλαγματική καταιγίδα, όπου πάνω από 20 κεντρικές τράπεζες στον πλανήτη μειώνουν την ισοτιμία των νομισμάτων τους, με στόχο να αντιμετωπίσουν τα συσσωρευμένα χρέη με τη βοήθεια των εξαγωγών (ανάλυση).
Όσον αφορά τώρα την Ευρώπη, ακολουθεί πλέον τον ίδιο δρόμο με τη Fed, ανακοινώνοντας πρόσφατα το πακέτο ποσοτικής διευκόλυνσης ύψους περίπου 1,1 τρις € – με αποτέλεσμα να έχουν ήδη εκτοξευθεί οι τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια των πλούσιων κρατών, οι υψηλές εισοδηματικές τάξεις των οποίων μπορούν να δανειστούν.
Χαρακτηριστικό εδώ είναι το παράδειγμα του χρηματιστηρίου της Γερμανίας, στην οποία ακολουθούν μία ανάλογη ανοδική πορεία οι τιμές των ακινήτων – ενώ τα επιτόκια δανεισμού του δημοσίου της (αποδόσεις των ομολόγων), έχουν σχεδόν μηδενισθεί.
Τέλος, η Ιαπωνία έχει ακολουθήσει πολύ πριν την αμερικανική τράπεζα, έχοντας επί πλέον πρόβλημα με το δημόσιο χρέος της – το οποίο θα επιλυθεί μόνο εάν η κεντρική της τράπεζα παγώσει τα ομόλογα του δημοσίου, μετατρέποντας τα σε χρήματα, οπότε θα υποτιμηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό το νόμισμα της (άρθρο).
.
Προβλέψεις
Κάτω από τις παραπάνω συνθήκες, οι οποίες διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό από χώρα σε χώρα, είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς τι ακριβώς θα συμβεί – ειδικά το χρονικό σημείο που θα ξεκινήσει η νομοτελειακή κατάρρευση (άρθρο). Εν τούτοις, ορισμένες υποθέσεις είναι εφικτές – ειδικότερα δε τα εξής:
(α) Η.Π.Α.: Η ομάδα της Fed που είναι αντίθετη με τη σημερινή πολιτική της ποσοτικής διευκόλυνσης, κατανοεί απόλυτα ότι, η μείωση της θα μπορούσε να βλάψει το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας – κάτι που διαπιστώνεται ήδη, μετά την ολοκλήρωση του τρίτου πακέτου.
Από την άλλη πλευρά όμως φοβάται πως ένα κραχ στα χρηματιστήρια, πόσο μάλλον εάν συνοδευόταν από πανικό, θα ζημίωνε κατά πολύ περισσότερο την ανάπτυξη στη χώρα – μεταξύ άλλων, λόγω της απώλειας της εμπιστοσύνης που θα το συνόδευε.
Είναι της άποψης λοιπόν ότι, μέσω της σταδιακής μείωσης της ποσότητας χρήματος, θα «αποσυμπιεζόταν» με αργό ρυθμό η φούσκα, χωρίς να εκραγεί – κάτι που μάλλον δοκιμάζεται σήμερα.
Αντίθετα, η διοικητής της Fed και η ομάδα της (FOMC), θεωρούν πως η μοναδική δυνατότητα συνέχισης της ανάπτυξης, ειδικά μετά την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση, είναι η περαιτέρω νομισματική επέκταση, μέσω της αγοράς παγίων από την κεντρική τράπεζα – έως ότου ο πληθωρισμός σταθεροποιηθεί πάνω από το 2,5% με την ανεργία κάτω του 6,5%. Θεωρεί δε πως έχει τα μέσα για να αποτρέψει τυχόν εμφάνιση υψηλού πληθωρισμού.
Το γεγονός τώρα, σύμφωνα με το οποίο φαίνεται πως και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο, είναι αρκετά ανησυχητικό – αφού σημαίνει ταυτόχρονα πως θα μπορούσαν να έχουν και οι δύο άδικο, επειδή η κάθε μία δεν συμπεριλαμβάνει στις απόψεις της την τεκμηρίωση της αντίθετης πλευράς.
Σε κάθε περίπτωση, η συνεχής αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου λειτουργεί αποπληθωριστικά, ενώ οι τιμές παραγωγού επίσης, αφού μειώνονται διαρκώς – οπότε η πτώση τους θα εμφανισθεί κάποια στιγμή και στις τιμές καταναλωτή.
Το αντίθετο συμβαίνει και με την κάθοδο της τιμής του πετρελαίου, η οποία λειτουργεί μεν αποπληθωριστικά, αλλά αυξάνει τα εισοδήματα των καταναλωτών (λιγότερα έξοδα για βενζίνη, θέρμανση κοκ.), οπότε δαπανούν περισσότερα – με τα αποτελέσματα της να υπολογίζεται ότι συμβάλλουν στο ρυθμό ανάπτυξης κατά 1% (στο 2,5% σήμερα).
