Στον πίνακα που ακολουθεί φαίνεται η εξέλιξη των καταθέσεων, καθώς επίσης των χορηγήσεων των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών διαχρονικά – ενώ στην τελευταία στήλη η σχέση τους, η οποία επιδεινώνεται συνεχώς. Για παράδειγμα, το 2002 για κάθε 1 € κατάθεση δίνονταν 0,64 € δάνεια – ενώ το 2010 1,17 €. Σήμερα, μετά τις μαζικές εκροές καταθέσεων, όπου δεν κατανοούμε γιατί δεν εμποδίζονται ακόμη από την κυβέρνηση, έχουν πλέον μειωθεί στα επίπεδα του 2004 – ενώ οι χορηγήσεις παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα ο δείκτης να πλησιάζει το 1:2.
.
| Έτος | Καταθέσεις | Χορηγήσεις | Ποσοστό |
| 2002 | 133,49 | 85,37 | 0,639 |
| 2003 | 130,99 | 97,78 | 0,746 |
| 2004 | 136,41 | 106,89 | 0,783 |
| 2005 | 145,08 | 126,52 | 0,872 |
| 2006 | 163,28 | 152,34 | 0,933 |
| 2007 | 189,53 | 189,72 | 1,001 |
| 2008 | 217,33 | 233,35 | 1,083 |
| 2009 | 224,66 | 235,41 | 1,047 |
| 2010 | 201,20 | 235,84 | 1,172 |
.
Φυσικά το σημαντικότερο είναι η επισφάλειες στους ισολογισμούς των τραπεζών – όπου υπολογίζεται πως για κάθε 100 € μη εξυπηρετούμενου δανεισμού, πρέπει να χορηγούνται υγιή δάνεια 2.000 € (εικοσαπλάσια), για να αντισταθμιστεί η ζημία τους.
Στα πλαίσια αυτά, η άνοδος των επισφαλειών των ελληνικών τραπεζών από 4,5% το 2007 στο 17,2% το 2012, πόσο μάλλον στο 40% περίπου που υπολογίζεται σήμερα, είναι χαρακτηριστική για το μέγεθος των προβλημάτων τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε ότι, η έκτακτη ρευστότητα που τους παρέχεται από την ΕΚΤ (ELA), με επιτόκιο 1,55% (όταν για το δανεισμό έναντι ομολόγων το επιτόκιο είναι μόλις 0,05%), καλύπτει ουσιαστικά τις συνεχείς εκροές των καταθέσεων τους.
Δηλαδή, η ΕΚΤ χρηματοδοτεί εκείνους τους Έλληνες που, φοβούμενοι τη χρεοκοπία ή την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωζώνη, καθώς επίσης τυχόν πτωχεύσεις ελληνικών τραπεζών, επιλέγουν να τοποθετήσουν τα χρήματα τους σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Με τον τρόπο αυτό δεν επιδεινώνεται μόνο η κατάσταση των τραπεζών αλλά, επίσης, της ελληνικής οικονομίας, η οποία οδηγείται κυριολεκτικά στα βράχια.
Βέβαια, η επιστροφή των καταθέσεων δεν θα έλυνε το πρόβλημα της χώρας, όπως αρκετοί ισχυρίζονται – αφού θα συνέχιζαν να μην υπάρχουν αξιόχρεοι οφειλέτες, οι επισφάλειες δεν θα περιορίζονταν, επενδύσεις δεν θα διενεργούνταν κοκ. Απλά δεν θα υπήρχε η ανάγκη παροχής έκτακτης ρευστότητας από την ΕΚΤ, η οποία κοστίζει στις τράπεζες περί το 1 δις € ετησίως, με κριτήριο τα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού τους – ενώ ο τραπεζικός τομέας θα ήταν πιο υγιής.
Περαιτέρω, ορισμένοι αναρωτιούνται τι θα συνέβαινε με τα δάνεια τους από τις τράπεζες, στην περίπτωση πτώχευσης της Ελλάδας ή χρεοκοπίας των τραπεζών. Η απάντηση είναι σχετικά απλή, αφού η πτώχευση μίας χώρας δεν σημαίνει τίποτα άλλο, από την αδυναμία εξυπηρέτησης των εξωτερικών οφειλών της – ενδεχομένως και κάποιων εσωτερικών, επειδή συνήθως συνοδεύεται από την πτώση του ΑΕΠ, οπότε από τα ανάλογα χαμηλότερα έσοδα του δημοσίου. Τα ιδιωτικά δάνεια όμως παραμένουν, ανεξάρτητα από τη χρεοκοπία.
Από την άλλη πλευρά, εάν χρεοκοπούσε η τράπεζα που δανείζεται κανείς, τότε τα δάνεια του θα παρέμεναν ως έχουν, αποτελώντας περιουσιακό στοιχείο της τράπεζας – όπου είτε θα μεταβιβαζόταν σε έναν επόμενο ιδιοκτήτη της, είτε σε αυτόν που θα αναλάμβανε τη «ρευστοποίηση» της (σύνδικος πτώχευσης, Bad Bank κοκ.). Όσον αφορά τις καταθέσεις, λογικά δεν κινδυνεύουν στο ποσό που είναι εγγυημένες – αν και εδώ δεν μπορεί να είναι σίγουρος κανείς.
Εάν τώρα η χώρα επέλεγε την υιοθέτηση του εθνικού της νομίσματος, τότε τα δάνεια θα μετατρέπονταν σε αυτό, με διαδικασίες και συνθήκες που θα αποφάσιζε τότε η κυβέρνηση – όπου συνήθως ωφελούνται οι οφειλέτες και επιβαρύνονται οι καταθέτες, λόγω της υποτίμησης του νομίσματος που λογικά ακολουθεί.
.
Επίλογος
Όταν ξεσπάει μία οικονομική κρίση, πόσο μάλλον παγκόσμια και αυτού του μεγέθους, οφείλουν να γίνονται τα πάντα (μαζικά αντικυκλικά μέτρα), έτσι ώστε να μην διαρκέσει πολύ – αφού η διάρκεια είναι αυτή που καταστρέφει εντελώς μία οικονομία. Ουσιαστικά τον πρώτο χρόνο πρέπει να λαμβάνονται όλα μαζί τα «αντίμετρα», το δεύτερο να «ωριμάζουν» και τον τρίτο να αποδίδουν – αφού μεταφορικά δεν έχει μία οικονομία έναν τέταρτο χρόνο στη διάθεση της.
Η πολιτική λιτότητας, καθώς επίσης τα παρατεταμένα μέτρα εξοικονόμησης πόρων ή αύξησης των δημοσίων εσόδων (φορολογία κλπ.), εν μέσω μίας βαριάς κρίσης, τελειώνουν συνήθως με την υπερχρέωση τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου τομέα μίας χώρας – όπου στον ιδιωτικό τομέα ανήκουν και οι τράπεζες.
Περαιτέρω, οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας δεν βίωσαν μόνο τη χειρότερη κρίση της ιστορίας τους – αφού θα επιβαρυνθούν στο μέλλον με μεγαλύτερες ακόμη ζημίες, λόγω της πολιτικής που τους επιβλήθηκε. Αντίθετα, οι χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου έχουν εξέλθει από την κρίση, σχεδόν χωρίς καμία ζημία – ενώ μερικές από αυτές, όπως η Γερμανία, τρέφονται κυριολεκτικά από την κρίση της Ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στη δομή της Ευρωζώνης – στα τεράστια λάθη των μηχανισμών και των Θεσμών της.
Η ΕΚΤ και η νομισματική πολιτική της είναι αδύνατον να εξισορροπήσουν πλέον την κατάσταση – αφού απαιτείται πια μία αναπτυξιακή πολιτική, το κόστος της οποίας αυξάνεται γεωμετρικά, όσο καθυστερεί να αποφασιστεί. Εάν τελικά δεν συμβεί κάτι τέτοιο, όπως φανερώνουν οι ενδείξεις, με εξαίρεση το επενδυτικό πρόγραμμα που ανήγγειλε η Κομισιόν, δεν θα υποφέρουν μόνο οι ασθενέστερες χώρες – αλλά και οι ισχυρότερες.
Οι ισχυρότερες θα πληγούν αφενός μεν εξ αιτίας της πολιτικής της ΕΚΤ (χαμηλά επιτόκια, αύξηση της προσφοράς χρήματος), η οποία θα τους δημιουργήσει φούσκες, αφετέρου λόγω της απώλειας των δανείων τους προς τις ασθενέστερες – οι οποίες κάποια στιγμή θα δηλώσουν στάση πληρωμών, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους.
Εάν εκείνη τη στιγμή διακοπεί η χρηματοδότηση της περιφέρειας, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στη χρεοκοπία κράτη, τράπεζες και επιχειρήσεις, η κατάσταση θα ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο – οδηγώντας ολόκληρο τον πλανήτη στα όρια.
Ολοκληρώνοντας, έχουμε την άποψη ότι το σημαντικότερο δεν είναι εάν χρεοκοπήσει ή όχι η Ελλάδα, καθώς επίσης εάν παραμείνει ή μη στην Ευρωζώνη – αλλά οι ριζικές αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν, έτσι ώστε να ξεκινήσει η οικονομία να λειτουργεί.
Επομένως, είτε η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των χρεών της, εκούσια εκ μέρους των δανειστών της, είτε η στάση πληρωμών – μέσω της οποίας θα επιδιωχθεί η διαγραφή των χρεών που είναι αδύνατον ποτέ να αποπληρωθούν. Το χειρότερο δε όλων είναι ασφαλώς η διαιώνιση της σημερινής κατάστασης – η οποία δεν επιτρέπει καμία απολύτως ελπίδα για το μέλλον της πατρίδας μας.
Στα πλαίσια αυτά, η κυβέρνηση οφείλει να επιδιώξει εκείνη τη ρήξη, μέσω της οποίας θα επιτύγχανε αυτά που πραγματικά χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα – σε καμία περίπτωση τον “έντιμο”, αξιοπρεπή συμβιβασμό που ανέφερε ο πρωθυπουργός, αφού θα ήταν ενδεχομένως καλός για τον ίδιο, αλλά καταστροφικός για την πατρίδα μας.
