Αναλυτικότερα η Γερμανία, αμέσως μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη, αποφάσισε τη «συγκράτηση» των μισθών των εργαζομένων της – κάτι που, σε συνάρτηση με την αύξηση της παραγωγικότητας τους, είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση των πραγματικών αμοιβών στη βιομηχανία της χώρας κατά -14% από το χρόνο εισόδου της. Αντίθετα στην Ελλάδα, η οποία εισήχθη στο χώρο του Ευρώ δυο χρόνια αργότερα, οι βιομηχανικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι (δυστυχώς δεν συνέβη το ίδιο στο δημόσιο τομέα, όπου υπερδιπλασιάσθηκαν), στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 5%, στην Ισπανία κατά 28% και στην Ιταλία κατά 46%.
Έτσι, η ανταγωνιστικότητα της χώρας αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό (εις βάρος φυσικά των εργαζομένων-πολιτών της), ιδιαίτερα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους «εταίρους» της. Η Γερμανία λοιπόν κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό να καταπολεμήσει το πρόβλημα της ανεργίας, αφού είναι πλέον η μοναδική στην ΕΕ που «κατέγραψε» αύξηση της απασχόλησης, εν μέσω της πρόσφατης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Είναι λοιπόν η κατ’ εξοχήν χώρα που εισπράττει συνεχώς από την ΕΕ, με τις πλείστες υπόλοιπες να «καταθέτουν» όλο και περισσότερα χρήματα στα ταμεία της – εισάγοντας διαρκώς μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές που εξάγουν.
(β) Από την άλλη πλευρά, στο ίδιο «απολυταρχικό καπιταλιστικό κράτος», η «δίκαιη» αναδιανομή του πλούτου και των εισοδημάτων εξασφαλίζεται μέσω μίας κατάλληλα εκπαιδευμένης «δύναμης», όπως η «Οικονομική Αστυνομία» (ισχυρότατη στη Γερμανία) η οποία, σε «χρηστή» συνεργασία με την Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών, είναι σε θέση να εκτελέσει σωστά μία τέτοια «αποστολή»
Φυσικά οι Πολίτες «υποφέρουν», αφού όχι μόνο είναι κάτω από στρατιωτικό «ζυγό», αλλά και επειδή ο κύριος αποδέκτης της «ισότιμης» κατανομής των εισοδημάτων είναι το ίδιο το κράτος (υπενθυμίζουμε εδώ πως, σε ένα τέτοιο καθεστώς, ο απλός πολίτης είναι εντελώς απροστάτευτος απέναντι στην εξουσία, αφού «Δίκαιο είναι ότι ωφελεί το Κράτος»).
Δυστυχώς, το συγκεκριμένο «διττό» ελεγκτικό σύστημα (Οικονομική Αστυνομία – Μυστική Υπηρεσία) φαίνεται πλέον ότι επεκτείνεται στην υπόλοιπη ΕΕ, με αρχή την Ελλάδα και τον έλεγχο της – ουσιαστικά από τις δύο αυτές «υπηρεσίες», οι οποίες εμφανίζονται καλυμμένες «υπό το μανδύα» των Βρυξελών.
.
Η δημοκρατική λύση
Έχουμε την άποψη ότι, αυτό που «συντελείται» σήμερα «υπόγεια» είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων – του κόσμου της Δημοκρατίας και αυτού της Ολιγαρχίας. Μεταξύ των δύο αυτών κόσμων είναι αδύνατον να υπάρξει ποτέ συμβιβασμός – θεωρείται δε ότι μόνο η χρήση «αμείλικτης» βίας, η χρήση «ολοκληρωτικών» μέτρων δηλαδή, θα μπορούσε να θέσει τέρμα στην «ανόσια» διακυβέρνηση της ελευθερίας.
Με την έννοια Δημοκρατία εννοούμε φυσικά τη διασφάλιση της ισότητας και του ατομικισμού ενός δημοκράτη (Περικλής), ο οποίος καταλαβαίνει πολύ καλά ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να εξαντλείται στην χωρίς συγκεκριμένο νόημα αρχή της «διακυβέρνησης» των πολλών, αλλά ότι πρέπει να θεμελιώνεται επάνω στην πίστη στο λόγο (λογική), καθώς επίσης στο ανθρωπιστικό ήθος (συνείδηση).
«Είμαστε ελεύθεροι να ζούμε όπως ακριβώς επιθυμούμε και ωστόσο πάντοτε είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε οποιονδήποτε κίνδυνο», μας λέει ο Περικλής συμπληρώνοντας: «Έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα κοινά, δεν τον θεωρούμε ακίνδυνο παρά άχρηστο – μολονότι είναι λίγοι μόνον αυτοί που μπορούν να δημιουργήσουν μία πολιτική, είμαστε όλοι ικανοί να την κρίνουμε». Επίσης αναφέρει ότι, «Σε εμάς δεν είναι ντροπή να παραδεχθεί κανείς τη φτώχεια του – θεωρούμε όμως πως είναι επονείδιστο να μην προσπαθήσει να την αποφύγει».
.
Όσον αφορά λοιπόν τους δύο βασικούς προβληματισμούς του Keynes, υπό το «πρίσμα» της Δημοκρατίας, διακρίνουμε τα εξής:
(α) Απασχόληση: Εάν μία χώρα όπως η Γερμανία (η Κίνα επίσης), μάθαινε να εξασφαλίζει συνθήκες πλήρους απασχόλησης για το εργατικό δυναμικό της, αυξάνοντας την εσωτερική ζήτηση και ισορροπώντας τις πληθυσμιακές της τάσεις, δεν θα χρειαζόταν τότε να στρέφει το συμφέρον της, ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της. Ενδεχομένως θα υπήρχε ακόμη χώρος για το διεθνή καταμερισμό εργασίας, καθώς επίσης για το διεθνή δανεισμό σε κατάλληλες συνθήκες.
Έτσι, δεν θα υπήρχε πλέον «πιεστικό κίνητρο», ώστε το ένα κράτος να χρειάζεται να επιβάλλει τα εμπορεύματα του σε κάποιο άλλο (εξαγωγές) ή να εμποδίσει τις αγορές του (εισαγωγές) – με ρητό σκοπό να ανατρέψει την ισορροπία των πληρωμών, έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ευνοϊκό γι’ αυτό εμπορικό ισοζύγιο. Τότε, το διεθνές εμπόριο θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, δηλαδή, μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης, με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές (εξαγωγές) και των περιορισμό των αγορών από αυτές (εισαγωγές).
Αντίθετα, μία «επιθετική πολιτική» (αύξηση εξαγωγών – μείωση εισαγωγών, εις βάρος των άλλων) εκ μέρους κάποιας χώρας, όταν στέφεται με επιτυχία, απλά μετατοπίζει το πρόβλημα της ανεργίας στο γείτονα – ο οποίος τότε έχει ηττηθεί σε έναν οικονομικό πόλεμο που δεν μπόρεσε καν να αντιληφθεί.
Θα μπορούσε λοιπόν να λυθεί «δημοκρατικά» το πρόβλημα της απασχόλησης για όλους, χωρίς να υποχρεωθεί κάποιο κράτος να λειτουργήσει επεκτατικά, με τη βοήθεια ενός «ταιριαστού» πολιτεύματος (ολοκληρωτικό). Κάτι τέτοιο όμως θα απαιτούσε, χωρίς καμία αμφιβολία, την απουσία ύπαρξης πλεονασματικών και ελλειμματικών κρατών, τα οποία λειτουργούν «αποσταθεροποιητικά» στην παγκόσμια Οικονομία – ενώ δημιουργούν ταυτόχρονα «οξύνσεις» στις διακρατικές σχέσεις. Η «απουσία» δε αυτή θα μπορούσε να εξασφαλισθεί, εάν κάθε κράτος εισήγαγε αντίστοιχα προϊόντα με αυτά που εξήγαγε, στηρίζοντας την ανάπτυξη του κυρίως στην εσωτερική ζήτηση και στους δικούς του καταναλωτές.
Σήμερα, οι σημαντικότερες χώρες που λειτουργούν «αποσταθεροποιητικά» για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, είναι η Κίνα και η Γερμανία (σε μικρότερο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό βαθμό, επίσης η Ιαπωνία). Η μεν Κίνα εμποδίζει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική της κατανάλωση, αναπτύσσοντας την Οικονομία της εις βάρος των Η.Π.Α. κυρίως, ενώ η Γερμανία λειτουργεί αντίστοιχα – αν και με πιο έμμεσο τρόπο, διατηρώντας τα πλεονάσματα της εις βάρος της Ευρώπης των υπολοίπων 27 χωρών-πελατών της.
.

.
(β) Η αναδιανομή των εισοδημάτων: Στο συγκεκριμένο σημείο, στην αναδιανομή των εισοδημάτων δηλαδή, η «δημοκρατική» λύση δεν είναι τόσο απλή, όσο ίσως η αντίστοιχη για την απασχόληση, αφού απαιτείται αφενός μεν ο έλεγχος του Κεφαλαίου, αφετέρου δε η φορολογική συνείδηση των πολιτών, καθώς επίσης η «χρηστή διαχείριση» (άρα η επάρκεια, η μηδενική διαφθορά κλπ) των δημοσίων Οικονομικών, εκ μέρους των εκάστοτε εκλεγμένων κυβερνήσεων. Αναλυτικότερα, τα εξής:
