(γ) Μοντέλα της τρίτης γενιάς: Προήλθαν από τις κρίσεις της δεκαετίας του 1990 (Μεξικό, Ασία, Αργεντινή), οι οποίες δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν από τα δύο προηγούμενα μοντέλα – επειδή τα θεμελιώδη μεγέθη των παραπάνω χωρών δεν ήταν αδύναμα, ενώ δεν διαπιστώθηκαν σφάλματα των πολιτικών ηγεσιών τους.
Δημιουργήθηκαν λοιπόν υποψίες, σύμφωνα με τις οποίες ακόμη και οι μη τεκμηριωμένες προσδοκίες/προβλέψεις μίας υποτίμησης ενός νομίσματος, μπορούν να προκαλέσουν δυσπιστία στους επενδυτές και μαζική φυγή κεφαλαίων.
Στην περίπτωση του Μεξικού, τα σχετικά υψηλά εξωτερικά χρέη του θα μπορούσε να ήταν η αιτία, επειδή χρηματοδοτούταν με βραχυπρόθεσμο δανεισμό – με αποτέλεσμα, η δυσπιστία των επενδυτών απέναντι στη φερεγγυότητα του κράτους, να οδηγήσει στην αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του, η οποία δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στις τράπεζες, καθώς επίσης στις, σε μεγάλο βαθμό, υγιείς επιχειρήσεις της χώρας.
Στην περίπτωση της Ασίας η βασική αιτία φαίνεται να ήταν οι υπερβολικές προσμονές ανάπτυξης των χωρών της περιοχής (Ν. Κορέα, Ινδονησία κλπ.), οπότε η ανάλογη απόδοση των επενδύσεων. Εκτός αυτού, η σύνδεση των νομισμάτων τους με το δολάριο, δημιουργούσε στους επενδυτές την ουτοπία του μικρού συναλλαγματικού ρίσκου.
Με βάση τα παραπάνω, εισέρευσαν υπερβολικά μεγάλες ποσότητες επενδυτικών κεφαλαίων στην περιοχή, με αποτέλεσμα όταν δεν εκπληρώθηκαν οι υπερβολικές προσδοκίες να προκληθεί μία μαζική, πανικοβλημένη φυγή τους – η οποία δημιούργησε τεράστια ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους. Υπήρχαν φυσικά και άλλες αιτίες, όπως η παροχή φθηνών δανείων για μη αποδοτικά εγχειρήματα, εκ μέρους των τραπεζών κοκ.
Στα πλαίσια αυτά, μία τραπεζική κρίση μπορεί να είναι ο προάγγελος μίας συναλλαγματικής κρίσης και το αντίθετο – όπου διαπιστώνονται πολλές διαφορετικές εναλλακτικές πιθανότητες, όπως οι τραπεζικές επιθέσεις (Bank run), το ετεροβαρές ρίσκο (ηθικός κίνδυνος, moral hazard), και τα προβλήματα ισολογισμού.
Τα μοντέλα της τρίτης γενιάς αναφέρονται επίσης στις δίδυμες κρίσεις, οι οποίες είναι ένας συνδυασμός συναλλαγματικών και οικονομικών/χρηματοπιστωτικών κρίσεων – όπου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, οι κρατικές εγγυήσεις για τις τράπεζες (έμμεσα ένα πρόβλημα ηθικού κινδύνου), καθώς επίσης οι αδύναμες χρηματοπιστωτικές δομές.
.
Η ρωσική συναλλαγματική κρίση
Τα τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα της Ρωσίας πριν από έναν χρόνο, ύψους 509 δις $, τα οποία την τοποθετούσαν στην πέμπτη θέση παγκοσμίως μετά την Κίνα, τη Σαουδική Αραβία, την Ιαπωνία και την Ελβετία, σε συνδυασμό με τα υγιή θεμελιώδη οικονομικά της μεγέθη, δεν επέτρεπαν προβλέψεις, σχετικά με τον κίνδυνο να βυθιστεί στη συναλλαγματική κρίση που βιώνει σήμερα.
Προφανώς δε κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί πως το ρούβλι θα υποτιμούταν κατά 50% (γράφημα), σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα – προκαλώντας έναν άνευ προηγουμένου πανικό στους κατοίκους της χώρας, στους οποίους επανέφερε τις εικόνες χρεοκοπίας του 1998.
.

.
Περαιτέρω, λόγω των υγιών οικονομικών δεικτών της χώρας, αποκλείονταν οι κερδοσκοπικές επιθέσεις στο νόμισμα της – αν και το εξωτερικό χρέος της ήταν σχετικά μεγάλο (729 δις $ ή πάνω από το 30% του ΑΕΠ της, εκ των οποίων τα 353 δις $ αφορούν τον ιδιωτικό της τομέα), αποτελώντας τη δεύτερη Αχίλλειο πτέρνα της μαζί με το πετρέλαιο.
Με δεδομένο δε το ότι, το ρούβλι είναι ουσιαστικά ένα εγχώριο νόμισμα, χωρίς διεθνή παρουσία, ενώ το εξωτερικό χρέος της Ρωσίας είναι κυρίως σε δολάρια ή σε ευρώ, τα οποία δεν αγοράζονται τόσο εύκολα με ρούβλια, το πρόβλημα δεν ήταν τόσο μικρό, όσο φαινόταν.
Συνεχίζοντας, σύμφωνα με τη WSJ, η Ρωσία χρειάσθηκε 9,3 δις $ τον Οκτώβρη για την πληρωμή των εξωτερικών υποχρεώσεων της, 10 δις $ το Νοέμβρη και 34,2 δις $ το Δεκέμβρη – ποσά που ουσιαστικά δεν είναι υψηλά, υπό φυσιολογικές προϋποθέσεις. Σε μία εποχή όμως όπως η σημερινή, όπου κανένας δεν εμπιστεύεται κανέναν, καθώς επίσης σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που της επιβλήθηκαν με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να απομονωθεί από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα πράγματα αλλάζουν.
Ειδικότερα, η Ρωσία έχει στη διάθεση της αρκετά χρήματα, χωρίς όμως να μπορεί εύκολα να αγοράσει ευρώ ή δολάρια, για να καλύψει τις υποχρεώσεις της – οπότε υποχρεώνεται να διαθέσει πολύ περισσότερα ρούβλια για να αγοράσει ξένο συνάλλαγμα, αυξάνοντας την προσφορά εις βάρος της ισοτιμίας του νομίσματος της.
Η κεντρική της τράπεζα βέβαια προσπάθησε να διατηρήσει σταθερό το ρούβλι, επεμβαίνοντας στις αγορές συναλλάγματος – γεγονός που της κόστιζε 350 εκ. $ ημερησίως, χωρίς όμως το επιθυμητό αποτέλεσμα.
.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι η ισοτιμία του ρουβλίου μειωνόταν συνεχώς, δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το κραχ της περασμένης Τρίτης – το οποίο ακολούθησε τη ραγδαία υποτίμηση της Δευτέρας κατά -14%, την αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 6,5% στο 17%, καθώς επίσης το βύθισμα έως και -24% της Τρίτης.
Εν τούτοις, οι φήμες που διαδίδονται στις χρηματαγορές της Ρωσίας, σύμφωνα με της οποίες η κρατική επιχείρηση πετρελαίου της χώρας, η Rosneft, η οποία υφίσταται τις δυτικές κυρώσεις, πρέπει να πληρώσει στο τέλος του έτους 13 δις $ σε συνάλλαγμα, τα οποία όμως δεν διαθέτει, είναι ίσως μία λογική εξήγηση.
Ειδικότερα, επειδή η επιχείρηση δεν μπορούσε να βρει το παραπάνω ποσόν από τις διεθνείς τράπεζες, αφού βρίσκεται στη μαύρη λίστα, αναγκάσθηκε να το ζητήσει από την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας – από την οποία έλαβε τελικά δάνειο ύψους 625 δις ρούβλια, τα οποία τότε αντιστοιχούσαν σε 10,8 δις $.
Εάν λοιπόν η Rosneft προσπάθησε πράγματι να αγοράσει με το ποσόν αυτό συνάλλαγμα, θα μπορούσε ίσως να προκληθεί το κραχ – επειδή καμία χώρα δεν ανταλλάσσει πλέον ρούβλια με δολάρια, οπότε η μεγάλη προσφορά προκάλεσε την πρώτη μεγάλη πτώση της ισοτιμίας, δίνοντας στους κερδοσκόπους την ευκαιρία να επιτεθούν.
Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr
.
