Site icon The Analyst

Ελαιόλαδο – η πλήρης εικόνα του προϊόντος και της αγοράς σήμερα

Ελαιώνας2

Εν έτη 2014 και η Ελλάδα δεν έχει ακόμα αποφασίσει τη στρατηγική που θα ακολουθήσει για το βάση στοιχείων, πολυτιμότερο αγροδιατροφικό προϊόν της, την ώρα που αρχίζει να απειλείται και από νεοεισερχόμενους ανταγωνιστές (Τουρκία, Τυνησία).

(To άρθρο αποτελείται από 4 Σελίδες)
Σε συνεργασία με την www.ExpoHellas.gr

.

Εισαγωγή

Είναι γεγονός πως κάπως όψιμα φαίνεται να αναγνωρίσαμε την αξία της πρωτογενούς παραγωγής για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας/κοινότητας. Φαίνεται δε πως η αναγνώριση αυτή δεν επήλθε ύστερα από τη μακροχρόνια ζύμωση δημιουργικών δυνάμεων του χώρου, αλλά πιο πολύ ως ανάγκη κάλυψης των χαμένων εισοδημάτων, ίσως και της χαμένης μας αυτοπεποίθησης, ίσως και της ευρύτερης ανάγκης για νέα πράγματα και νέες καταστάσεις, για διεξόδους γενικότερα. Πιθανόν σε αυτό να οφείλεται και η προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε ακόμα σε μεγάλο βαθμό, την όλη υπόθεση. Κάτι που διαπιστώνει κανείς εύκολα όταν βλέπει τους όρους με τους οποίους γίνεται (ή ΔΕΝ γίνεται) ο διάλογος, είτε τη νέα αυτή καθαυτή δημιουργία. Φαίνεται σαν να κυλήσαμε από το ένα άκρο στο άλλο, σαν το εκκρεμές και να μην έχουμε ισορροπήσει ακόμα.

Όσον αφορά το ελαιόλαδο, είναι αδιαμφισβήτητη η τάση των τελευταίων χρόνων που επιβάλλει την τυποποίησή του, στον αντίποδα της μέχρι τώρα «χύμα» κατάστασης που επικρατούσε στην αγορά του. Είναι ενδεικτικό άλλωστε πως ουσιαστικά την εγχώρια αγορά του τυποποιημένου ελαιολάδου την διαχειρίζονται ακόμα δύο εταιρίες. Μεγάλος είναι σχετικά και ο βαθμός άγνοιας εκ μέρους του καταναλωτή για το ελαιόλαδο, αφού είτε δεν γνωρίζει επακριβώς τις κατηγορίες και την σήμανσή του, είτε θεωρεί ότι γνωρίζει εμπειρικά το «καλό ελαιόλαδο», χωρίς όμως να έχει ιδέα για τα στοιχεία εκείνα που καθορίζουν πραγματικά την ποιότητά του. Εκεί όμως που βρίσκεται η προχειρότητα στο απόγειό της είναι σε πλήθος ελληνικών ελαιοτριβείων που για τον οιονδήποτε λόγο (άγνοια, συμφέρον, παλαιότητα κ.α.) ενώ πολλές φορές παραλαμβάνουν ένα άριστο προϊόν της ελληνικής γης, το κακομεταχειρίζονται και το παραδίδουν στον τελικό καταναλωτή χωρίς τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Σε ότι έχει να κάνει με τις εξαγωγές του κορυφαίου αγροδιατροφικού προϊόντος μας, τα στοιχεία μοιάζουν αποκαρδιωτικά και προκαλούν προβληματισμό για την επόμενη μέρα. Ο κλάδος φαίνεται να είναι ανοχύρωτος την ώρα που απολαμβάνει την siesta του (βλ. Κοινή Αγροτική Πολιτική) αν και αυτή θα αρχίσει σταδιακά από το 2015 να υποχωρεί για τους ελαιοκαλλιεργητές, για να φτάσει τα 2019 σε πολύ χαμηλές αποδόσεις.

.

Γενικές πληροφορίες

.

Ελαιόδεντρο. Αναμφίβολα ένα από τα παλαιότερα (6η – 7η χιλ. π.Χ.) και σημαντικότερα δέντρα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Αρχικά αναπτύχθηκε είτε στην Μεσοποταμία, είτε στην ευρύτερη παραθαλάσσια περιοχή που εκτείνεται από την Μικρά Ασία μέχρι την Αίγυπτο. Στη συνέχεια φαίνεται να πέρασε (μέσω Φοινίκων εμπόρων) σε Κρήτη και ηπειρωτική Ελλάδα, όπου έφτασε να γίνει το ιερό σύμβολο της θεάς Αθηνάς και σημαντικότερο στοιχείο για τους Αθηναίους ακόμα και από τη θάλασσα! Από την Αττική φαίνεται να εξαπλώθηκε σε όλη την υπόλοιπη μεσογειακή ζώνη, όπου φύεται μέχρι τις μέρες μας (Ιταλία, Τυνησία, Ισπανία). Τελευταία έχουν εισέλθει δυναμικά στην καλλιέργεια της ελιάς και κατ’ επέκταση  στη παραγωγή ελαιολάδου και άλλες περιοχές του πλανήτη, με κυριότερες την πολιτεία της Αμερικής, Καλιφόρνια, την Αυστραλία, τη Χιλή, τη Βραζιλία και τη Νότιο Αφρική. Συνολικά παγκοσμίως παραγωγοί ελαιολάδου δηλώνουν 47 χώρες.

.

.

Ελαιόλαδο. Το λάδι δηλαδή που προέρχεται από τους καρπούς του ελαιόδεντρου. Ο «υγρός χρυσός» σύμφωνα με τον Όμηρο. Είναι αποτέλεσμα έκθλιψης ή συμπίεσης του ελαιόκαρπου. Ανάλογα με την ποιότητά του μπορεί να είναι πλούσιο σε Βιταμίνη Ε (τοκοφερόλη), μονοακόρεστα λιπαρά οξέα (τα καλά λιπαρά), πολυφαινόλες, φλαβονοειδή και αντιοξειδωτικές ουσίες (ελαϊκό οξύ, λινελαϊκό οξύ, σκουαλένιο, ελαιοευρωπεΐνη).

Μελέτες έχουν δείξει ότι μερικά από τα συστατικά αυτά έχουν την δυνατότητα να δεσμεύουν τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου (EPO), οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνες για την δημιουργία νεοπλασμάτων και καρκινογενέσεων στον ανθρώπινο οργανισμό. Βοηθούν επίσης στην αντιμετώπιση των ιών και στη ρύθμιση της χοληστερίνης, μειώνοντας την «κακή» και αυξάνοντας την «καλή». Αν και πολλά από τα συστατικά του ελαιολάδου χρησιμοποιούνται ήδη στην φαρμακοβιομηχανία, δεν μπορούμε να πούμε εντούτοις ότι υπάρχει η ολοκληρωμένη εκείνη μελέτη που μπορεί και καλύπτει με σαφήνεια όλα τα πλεονεκτήματά τους για την ανθρώπινη υγεία μολονότι τα τελευταία δέκα χρόνια υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για τη μελέτη του ελαιολάδου από ερευνητές σε Ευρώπη και Αμερική, οι οποίοι έχουν δώσει ήδη τα πρώτα εμπεριστατωμένα συμπεράσματα για μεμονωμένα όμως συστατικά του. Στο σημείο που οι μέχρι τώρα έρευνες έχουν να επιδείξουν ομοφωνία είναι για τη χρήση του (π.χ. τηγάνισμα) και την ξεκάθαρη υπεροχή του για την υγεία του ανθρώπου σε σύγκριση με τους άλλους τύπους ελαίων που κυκλοφορούν στην αγορά (σπορέλαια, σογιέλαια, ηλιέλαια) αν και τα τελευταία είναι σε μεγάλο ποσοστό προτιμητέα από το σύνολο των καταναλωτών παγκοσμίως εξαιρουμένων βέβαια των χωρών που παράγουν σε μεγάλες ποσότητες ελαιόλαδο.

.

Ποικιλίες ελιάς

.

Η FAO το 1998 κατέγραψε περί τις 538 ποικιλίες ελιών ελαιοπαραγωγής και επιτραπέζιων παγκοσμίως με σημαντικό μέρος τους να βρίσκεται στην Ελλάδα.  Υπάρχουν διαφορετικών ειδών καρποί ελιάς. Ο βασικός διαχωρισμός είναι βέβαια οι επιτραπέζιες ελιές και οι ελιές ελαιοπαραγωγής. Κυριότερες ελιές ελαιοπαραγωγής στην χώρα μας είναι οι εξής:

To άρθρο αποτελείται από 4 Σελίδες (…)

Ποιοτικές κατηγορίες ελαιολάδου και σήμανσή του στο λιανικό εμπόριο

– Εξαιρετικό ή Έξτρα παρθένο ελαιόλαδο: Οξύτητα (περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξυ) από 0.0% μέχρι 0.8% στα 100g ελαιολάδου. Είναι η καλύτερη ποιότητα ελαιολάδου.

– Παρθένο ελαιόλαδο: Οξύτητα από 0.8% μέχρι 2.0%. Κατάλληλο για κατανάλωση.

– Ελαιόλαδο Λαμπάντε: Οξύτητα μεγαλύτερη από 2.0%. Ακατάλληλο για κατανάλωση, προορίζεται για επεξεργασία/ραφινάρισμα.

.

Κριτήρια που καθορίζουν την ποιότητα του ελαιολάδου

.

– Με την παραδοσιακή μέθοδο η ελαιοζύμη μετά την θερμομάλαξη υπόκειται σε υδραυλική (κυρίως) πίεση (σε ένα ή περισσότερα πιεστήρια) για να διαχωριστεί ο ελαιοπυρήνας από το μίγμα ελαίου και νερού. Στη συνέχεια ακολουθεί η φυγοκέντριση ή ο βαρυτικός διαχωρισμός ώστε να διαχωριστεί το καθαρό έλαιο από το νερό. Είναι ασυνεχής διαδικασία κάτι που αποτελεί μειονέκτημα για την σύγχρονη βιομηχανία.

– Με την τριφασική μέθοδο η ελαιοζύμη εισέρχεται μετά την μάλαξη κατευθείαν στον φυγοκεντρικό διαχωριστήρα (Decanter) όπου διαχωρίζεται διαδοχικά σε ελαιοπυρήνα (από τον οποίο στη συνέχεια εξάγεται το πυρηνέλαιο), φυτικά υγρά (απόνερα) και ελαιόλαδο. Η μέθοδος αυτή απαιτεί την προσθήκη μεγάλης ποσότητας νερού κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα τον μεγάλο όγκο υγρών αποβλήτων. Χρησιμοποιείται από την πλειονότητα (90%) των ελληνικών ελαιοτριβείων.

– Από την τριφασική μέθοδο προέκυψε η διφασική στην οποία η ελαιοζύμη μπαίνει στον φυγοκεντρικό διαχωριστήρα (Decanter) από το οποίο εξέρχονται ελαιοπυρήνας και ελαιόλαδο. Λόγω της χαμηλής προσθήκης νερού κατά την διαδικασία, ο μεγάλος όγκος των αποβλήτων είναι στερεός αφού στον ελαιοπυρήνα είναι ενσωματωμένα και τα υγρά απόβλητα κάτι που δυσκολεύει και την επεξεργασία του. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται σταδιακά διφασικά ελαιοτριβεία στην Κρήτη και στην νότια Πελοπόννησο. Στην Ισπανία αποτελούν την πλειονότητα των ελαιοτριβείων.

.

Κριτήρια που φανερώνουν την ποιότητα του ελαιολάδου

.

Όπως είδαμε ανάλογα με την διαδικασία παραγωγής που θα ακολουθηθεί λαμβάνουμε και διαφορετική ποιότητα ελαιολάδου. Τα κριτήρια που φανερώνουν αυτή την ποιότητα είναι τα εξής:

– Το χρώμα του καθορίζεται κυρίως από τις χρωστικές ουσίες του καρπού (βλ. χλωροφύλλη/χρυσοπράσινο χρώμα και καροτίνη/χρυσοκίτρινο χρώμα) κατά την συγκομιδή του, οπότε δεν είναι απαραίτητα κριτήριο κακής ή καλής ποιότητας, παρόλα αυτά διαχωρίζει τις κατηγορίες του ελαιολάδου. Έτσι έχουμε λαμπερό πράσινο χρώμα στο αγουρέλαιο μέχρι βαθύ χρυσαφί στο έξτρα παρθένο, ακόμα και χρυσοκίτρινο στα ελαιόλαδα της Μυτιλήνης. Γενικότερα, στην αρχή της συγκομιδής έχουμε πράσινο χρώμα και όσο ωριμάζει ο ελαιόκαρπος τόσο χρυσίζει το χρώμα του τελικού προϊόντος. Το σημαντικότερο είναι  το χρώμα να είναι έντονο, «ζωηρό» και «ζωντανό» ακόμα κι αν είναι ελαφρώς θολό. Ελαιόλαδα που έχουν υποστεί επεξεργασία και έχουν χάσει τα πολύτιμα συστατικά τους έχουν συνήθως ανοιχτό κίτρινο χρώμα σε συνδυασμό όμως με έντονη ρευστότητα και χαμηλή πυκνότητα.

– Η οσμή του ελαιολάδου είναι συνώνυμη με τη φρεσκάδα του. Ένα καλό ελαιόλαδο αναβλύζει ζωντανά αρώματα φυσικότητας και δίνει την εντύπωση ότι μόλις παρήχθη. Ενίοτε δίνει και αρώματα φρούτων και ξηρών καρπών. Η μύτη δεν σταματά να απολαμβάνει ένα καλό ελαιόλαδο. Αντίθετα όταν δεν είναι εύκολο να οσμιστεί κανείς πάνω από δύο φορές ένα ελαιόλαδο και αναβλύζουν μυρωδιές μούχλας ή χώματος, τότε αυτό είναι σημάδι κακής ποιότητας. Αν η όλη διαδικασία παραγωγής γίνει με τον δέοντα τρόπο, τότε η οσμή του ελαιολάδου καθορίζεται ως επί το πλείστον από την ποικιλία της ελιάς, την περιοχή της καλλιέργειας και βέβαια από την συντήρησή του μετά την παραγωγή του.

– Η γεύση του ελαιολάδου είναι αυτή που κρίνει σε απόλυτο βαθμό την ποιότητά του. Ακόμα και μικρές λεπτομέρειες κατά την διαδικασία συγκομιδής του καρπού ή παραγωγής του ελαίου μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά την γεύση του (έντονη άλεση ή παρατεταμένη μάλαξη). Και σ’ αυτή την περίπτωση αν όλα γίνουν σωστά, η γεύση καθορίζεται κυρίως από την ποικιλία και την ωριμότητα του καρπού. Τρείς είναι οι βασικές γεύσεις που σύμφωνα με τους γευσιγνώστες ελαιολάδου χαρακτηρίζουν θετικά ένα έλαιο. Το Φρουτώδες, το Πικρό και το Πικάντικο. Φρουτώδες χαρακτηρίζεται το έλαιο που έχει παραχθεί από καρπό σε κατάλληλη φάση ωρίμανσης και δίνει γλυκιά και γεμάτη φρουτώδη γεύση με ισορροπημένα χαρακτηριστικά. Πικρό (γλυκοζίτες), ένα έλαιο που έχει παραχθεί πριν ωριμάσει ο ελαιόκαρπος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υστερεί σε ποιότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετο και πικάντικο (πολυφαινόλες) ένα έλαιο που αφήνει μια τσουχτερή αίσθηση στο στόμα και το συναντάμε συνήθως στα αγουρέλαια. Εκτός όμως από τους θετικούς χαρακτηρισμούς ενός ελαίου υπάρχουν και οι αρνητικοί. Έτσι για ένα κακό ελαιόλαδο μπορούμε να έχουμε τα χαρακτηριστικά του οξώδους (όταν έχει υποστεί αλλοίωση), της μεταλλικής γεύσης , του χώματος και της μούχλας και βέβαια του «ταγγίσματος» .

Γενικά στατιστικά ελαιολάδου

.

  *Η διπλή ημερομηνία καλύπτει την ελαιοκομική περίοδο η οποία ξεκινά το φθινόπωρο, ενώ τα πρώτα ασφαλή δεδομένα για την παραγωγή προκύπτουν συνήθως στα τέλη κάθε χρόνου ή ακόμα και στην αρχή του επόμενου κατά τον οποίο γίνεται η κατανάλωση του παραγόμενου ελαίου. Για το 2014/15 είναι προβλέψεις της GEA Westfalia Separator Ibérica. Πηγή: IOC

** Φαίνεται τελικά να κλείνει η φετινή παραγωγή της Ισπανίας στους 795.000 τ. και της Τυνησίας στους 250.000 τ.

.

Κατανάλωση ελαιολάδου ανά χώρα*

*Σε τόνους, Πηγή: IOC

.

Μέσες τιμές πώλησης (σε €/kg) έξτρα παρθένου ελαιολάδου ανά χώρα*

* Πηγή: IOC

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η πρώτη δημοπρασία μεταξύ παραγωγών και εμπόρων στην χώρα μας λαμβάνει χώρα συνήθως στα τέλη Οκτωβρίου στο συνεταιρισμό Αγίων Αποστόλων Λακωνίας, όπου η ποικιλία της Αθηνολιάς μας δίνει τις πρώτες ενδείξεις για τις τιμές τις νέας ελαιοκομικής περιόδου. Στη συνέχεια συνήθως ακολουθεί η δημοπρασία για την πρώιμη ποικιλία “Μαυρολήσιο Μεσσηνίας”  και στην πορεία ακολουθούν και οι υπόλοιπες περιοχές της χώρας.

.

Εξαγωγές ελαιολάδου

.

Με βάση μελέτη της Εθνικής Τράπεζας το 2011, κατά την δεκαετία του ’90 η Ελλάδα κάλυπτε το 4% της παγκόσμιας ζήτησης ελαιολάδου, ενώ τη επόμενη δεκαετία του 2000 περιορίστηκε στο 3% με την πρωτοπόρο Ισπανία να αγγίζει το 38%, την Ιταλία να ακολουθεί το 30% και τις υπόλοιπες χώρες να κερδίζουν σταδιακά έδαφος (από 22% στο 29%).

Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται για τη χώρα μας στο 8% μιλώντας για τις 15 σημαντικότερες αγορές του κόσμου, στις οποίες Ισπανία και Ιταλία κατέχουν αθροιστικά ποσοστό πάνω από 90%! Από τα ποσοστά αυτά μόνο το 25% του ελληνικού ελαιολάδου που εξάγεται είναι τυποποιημένο ενώ το υπόλοιπο εξάγεται χύμα με κύριο αποδέκτη την γείτονα Ιταλία.  Όσον αφορά τις εξαγωγές του τυποποιημένου ελαιολάδου, οι κύριες χώρες-αποδέκτες είναι κυρίως αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία σε ποσοστό 90%) και έπονται ο Καναδάς, η Αυστραλία, οι Η.Π.Α., η Ιαπωνία και η Κίνα. Στις Η.Π.Α. καταναλώνονται ισπανικά και ιταλικά ελαιόλαδα σε μεγαλύτερες ποσότητες απ’ ότι τα έξτρα παρθένα τα οποία αγγίζουν υψηλές τιμές και γι’ αυτό δεν προτιμούνται σε μεγάλες κλίμακες κάτι που δυσκολεύει τα ελληνικά ελαιόλαδα.

Ενδεικτικό είναι επίσης, πως το μερίδιο αγοράς που κατέχει η Ελλάδα στην αναδυόμενη αγορά της Κίνας (οι εισαγωγές ελαιολάδου της αχανούς αυτής χώρας το 2001/2002 κυμάνθηκαν στους 567 τόνους ενώ πλέον βρίσκονται στους 42.000 τόνους) είναι μόλις το 6% (βαίνει μάλιστα μειούμενο καθώς τα προηγούμενα έτη βρισκόταν και στο 10%) την ίδια στιγμή που η Ισπανία κατέχει το 66% και η Ιταλία το 22%. Τα στοιχεία αυτά μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι το ελληνικό ελαιόλαδο δεν έχει βρει το δρόμο του για τον τελικό καταναλωτή σε μεγάλες ποσότητες.

.

Που εξάγει η Ελλάδα παρθένα ελαιόλαδα; (είτε χύμα, είτε τυποποιημένα). Σε χιλ. τόνους.

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Για την ίδια τετραετία και από 400 μέχρι 750 τόνους το χρόνο, εξάγουμε σε χώρες όπως η Κύπρος, η Ελβετία, η Αυστρία, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Σουηδία, η Βουλγαρία και η Ουκρανία. Στη συνέχεια από 200 μέχρι 400 τόνους το χρόνο εξάγουμε σε Βέλγιο, Βραζιλία , Ολλανδία, Ρουμανία και πολλές άλλες. Τέλος υπάρχουν και άλλες 10 με 12 χώρες που εξάγουμε μικρότερες ποσότητες.

Συμπεράσματα / προοπτικές

.

Σε έρευνα που διεξήγαγε η εταιρία VRS με την συνεργασία του ΣΕΒΙΤΕΛ για τον κλάδο του ελαιολάδου αναφέρονται τα εξής συμπεράσματα:

Ποιες είναι όμως αυτές οι διαρθρωτικές αδυναμίες του κλάδου; Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας είναι οι εξής:

Εκτός από τις διαρθρωτικές αυτές αδυναμίες, υπάρχουν και κάποιες μικρότερες λεπτομέρειες που χρίζουν διερεύνησης και ανάγκη λήψης στρατηγικών αποφάσεων για την κατεύθυνση που θα οδηγηθεί ο κλάδος. Έτσι π.χ. είναι σημαντικό να οχυρώνονται οι παραγωγοί που αναγκάζονται κάθε χρόνο, λόγω έλλειψης ρευστότητας, να πωλούν σε χαμηλές τιμές από τον Δεκέμβριο και μετά, με αποτέλεσμα την βίαιη κάθοδο των τιμών συλλήβδην για όλους. Επίσης χρειάζεται ενιαίος συντονισμός για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Παραγωγοί της Κρήτης επισημαίνουν πως είναι εντελώς διαφορετική η διαχείριση της ελιάς ανάλογα με τις βροχοπτώσεις (ένα ελαιόδεντρο χρειάζεται από 3000 μέχρι 6000 κιλά νερό το χρόνο). Αν δεν βρέχει συχνά αλλά λίγες φορές και πολύ (όπως συμβαίνει τελευταία) τότε θα χρειαστούν φράγματα για να αξιοποιείται το νερό της βροχής που χάνεται στην θάλασσα και να μην ανεβαίνει υπερβολικά το κόστος παραγωγής από την αναγκαστική άρδευση.

Παράλληλα θα πρέπει να εμπεδωθεί από όλους πως μόνο μέσα από την συνεργασία και την κοινή προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου θα υπάρξουν καλύτερες προοπτικές. Χρειάζονται με άλλα λόγια κατευθυντήριες γραμμές και τέτοιες μόνο ο κρατικός φορέας (δυστυχώς στη παρούσα φάση) μπορεί να δώσει. Γιατί όσο καλό μάρκετινγκ και να έχει μια μεμονωμένη επιχείρηση αν δεν υπάρξει συνολική προώθηση και δημιουργία κοινών δικτύων διανομής, το ταβάνι είναι συγκεκριμένο. Επιπλέον αναγκαίος είναι και ένας σαφής προσανατολισμός στοχοθέτησης της παραγωγής. Π.χ. θα στοχεύσουμε στην βιολογική καλλιέργεια και αν ναι σε τι ποσοστό; Θα ακολουθήσουμε την μελέτη της McKinsey για ένα με δύο μεγάλα ελαιοτριβεία και μαζική παραγωγή για να κοντράρουμε τα υψηλά ποσοστά διείσδυσης που καταλαμβάνει η Ισπανία στις ξένες αγορές;  Ή μήπως θα δημιουργήσουμε μια πλειάδα από high premium quality ελαιόλαδα μικρής παραγωγής στοχεύοντας μονολιθικά στην αντίστοιχη αγορά; Όλες αυτές οι ερωτήσεις πρέπει να απαντηθούν αν θέλουμε να αισιοδοξούμε και να μην ονειροβατούμε για το μέλλον.

Συνεπώς και σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργαστήκαμε μέχρι τώρα:

Για όλα αυτά κρίνεται αναγκαίο για τη χώρα μας:

 

Exit mobile version