Η αυτοεκτίμηση
Η σημαντικότερη ζημία που προκαλείται στους εργαζομένους κάτω από το νεοφιλελεύθερο σύστημα, είναι αναμφίβολα η απώλεια της αυτοεκτίμησης τους. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, η αυτοεκτίμηση των ανθρώπων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αναγνώριση τους εκ μέρους των άλλων – από εξωτερικούς παράγοντες δηλαδή.
Το σημαντικότερο ερώτημα των ανθρώπων στην προκειμένη περίπτωση είναι το «ποιός με χρειάζεται» – ενώ, για έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό, η απάντηση είναι συνήθως η εξής: «κανένας».
Η σημερινή κοινωνία μας βέβαια ισχυρίζεται σταθερά ότι, ο καθένας μπορεί να τα καταφέρει, εάν κουραστεί αρκετά – εάν το προσπαθήσει με όλες του τις δυνάμεις. Την ίδια στιγμή όμως, οχυρώνει, προστατεύει δηλαδή τα υφιστάμενα προνόμια όλο και περισσότερο, καταπιέζοντας με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό τα ήδη εξαντλημένα μέλη της.
Όλο και πιο πολλοί άνθρωποι λοιπόν δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους από τον εαυτό τους – με αποτέλεσμα να νοιώθουν άσχημα, να αυτοκατηγορούνται, καθώς επίσης να ντρέπονται.
Περαιτέρω, ακούμε ξανά και ξανά πως είμαστε τόσο ελεύθεροι, όσο ποτέ μέχρι σήμερα, όσον αφορά τη διαμόρφωση του τρόπου ζωής μας. Εν τούτοις, εάν δεν εξασφαλίσει κανείς την ατομική του επιτυχία, η ελευθερία αυτή έχει πραγματικά πολύ στενά όρια – αφού, όποιος αποτύχει, χαρακτηρίζεται, «σφραγίζεται» καλύτερα ανεξίτηλα, ως αποτυχημένος. Συχνά δε ως εκμεταλλευτής, ο οποίος ζει εις βάρος των άλλων – «κακοποιώντας» παράλληλα τα κοινωνικά συστήματα ασφάλισης.
Η νεοφιλελεύθερη «αξιοκρατική» κοινωνία θέλει να μας πείσει πως η επιτυχία εξαρτάται από τις ατομικές προσπάθειες, καθώς επίσης από το έμφυτο ταλέντο – κάτι που οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι, η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο άτομο, ολοκληρωτικά.
Κατ’ επακόλουθο, το κράτος πρέπει να επιτρέπει στους ανθρώπους όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ελευθερίες γίνεται, έτσι ώστε να μην εμποδίζονται στην επίτευξη των στόχων τους. Δεν έχει λοιπόν το ίδιο καμία ουσιαστικά ευθύνη.
.
Οι μύθοι της τελειότητας και της απεριόριστης ελευθερίας
Συνεχίζοντας, όσοι πιστεύουν στο μύθο των απεριόριστων επιλογών και των ελεύθερων αποφάσεων, εισπράττουν το μήνυμα ότι, η διοίκηση των ανθρώπων από τους ίδιους, καθώς επίσης η αυτόνομη οργάνωση της ζωής τους, αποτελούν την απόλυτη προτεραιότητα της Πολιτικής – ειδικά επειδή έτσι κερδίζεται ακόμη περισσότερη προσωπική ελευθερία.
Όμως, αφενός μεν ο ισχυρισμός πως μπορεί να υπάρξει ο τέλειος άνθρωπος, εάν προσπαθήσει αρκετά, αφετέρου δε η ιδεολογία που υπερασπίζεται η Δύση, σχετικά με την απεριόριστη προσωπική ελευθερία, αποτελούν τα δύο μεγαλύτερα ψέματα του 21ου αιώνα.
Το παράδοξο της εποχής μας δε έχει περιγραφεί πολύ όμορφα από έναν κοινωνιολόγο, ο οποίος είπε τα εξής: “Ποτέ δεν είμαστε τόσο ελεύθεροι. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχουμε νοιώσει περισσότερο αδύναμοι“.
Ολοκληρώνοντας, οι κάτοικοι της πλούσιας Ευρώπης είναι πράγματι πιο ελεύθεροι, σχετικά με το παρελθόν. Μπορούν να επικρίνουν τις θρησκείες, να έχουν την ερωτική ζωή που επιθυμούν, καθώς επίσης να ενισχύουν οποιαδήποτε πολιτική κίνηση θέλουν. Μπορούν να τα κάνουν όλα αυτά, επειδή στην πραγματικότητα έχουν πάψει να σημαίνουν κάτι για τους ίδιους – λόγω του ότι λοιπόν πίσω από αυτό το είδος της ελευθερίας, κρύβεται ουσιαστικά η απόλυτη αδιαφορία τους για τα πάντα.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα τους είναι ένας συνεχής, αδιάκοπος πόλεμος εναντίον μίας απίστευτης γραφειοκρατίας – αφού υπάρχουν κανονισμοί για τα πάντα, πρόστιμα και φόροι που αυξάνονται συνεχώς, παράλληλα με την πολυπλοκότητα τους. Αυτή είναι δυστυχώς η ελευθερία τους – με τους περισσότερους να είναι κλεισμένοι στη σπηλιά του Πλάτωνα (άρθρο), αλυσοδεμένοι, χωρίς καν να το γνωρίζουν.
.
Επίλογος
Η υποτιθέμενη ελευθερία μας, σε μία εποχή που δεν μπορούμε καν να επιλέξουμε την πολιτική ηγεσία που επιθυμούμε, εάν δεν το επιτρέψει προηγουμένως η απολυταρχική, πέμπτη εξουσία, είναι συνδεδεμένη σαφώς με μία κεντρική προϋπόθεση: θα πρέπει να καταφέρουμε κάτι, να «καταξιωθούμε» δηλαδή στα μάτια του στενότερου ή ευρύτερου περιβάλλοντος μας.
Εάν λοιπόν κανείς, παρά τις αξιόλογες σπουδές του, θεωρήσει σημαντικότερη την ασχολία με τα παιδιά του, αντί να κάνει καριέρα, θα πρέπει να υπολογίζει με τη σφοδρή κριτική των άλλων. Εάν κάποιος έχει μία καλή δουλειά, αλλά αρνείται την προαγωγή του, επειδή του αρέσει να ασχολείται και με άλλα πράγματα, με το διάβασμα, με το γράψιμο, με τη μουσική ή με τον αθλητισμό, αντιμετωπίζεται σαν σχιζοφρενής – εκτός εάν όλες οι υπόλοιπες ασχολίες του «υπηρετούν» το επάγγελμα ή/και τα εισοδήματα του.
Για τη σημερινή κοινωνία δε οι άνεργοι είναι είτε οκνηροί, είτε ανίκανοι, είτε και τα δύο μαζί – κάτι που πιστεύουν δυστυχώς και οι ίδιοι για τον εαυτό τους, όλο και περισσότεροι όσο περνάει ο χρόνος. Δυστυχώς δεν γνωρίζουν πως εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο στόχο: τη μείωση των μισθών, καθώς επίσης των κοινωνικών παροχών προς όφελος της ελίτ, η οποία είναι αδύνατη χωρίς τη «βοήθεια» της ανεργίας.
Ολοκληρώνοντας, ακούγονται καθημερινά «θρήνοι», οι οποίοι αφορούν την απώλεια των προτύπων μας (νόρμες), καθώς επίσης των ηθικών και λοιπών αξιών μας. Τα πρότυπα όμως και οι αξίες αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της προσωπικής και κοινωνικής μας ταυτότητας – οπότε είναι αδύνατον να χαθούν, αλλά μπορούν μόνο να αλλάξουν.
Ακριβώς αυτό έχει συμβεί λοιπόν: μία μεταβαλλόμενη μορφή Οικονομίας αντικατοπτρίζεται σε αλλαγμένες ηθικές αντιλήψεις, οι οποίες οδηγούν στη διαφοροποίηση της ταυτότητας μας. Το σημερινό οικονομικό σύστημα, ο νεοφιλελευθερισμός, φέρνει το χειρότερο μέρος του εαυτού μας στην επιφάνεια, στο φως – οπότε το μέλλον μας είναι μάλλον δυσοίωνο, εάν δεν καταπολεμηθεί η μεγάλη αυτή αρρώστια: η επάρατη συστημική νόσος.
.
