Η κυβέρνηση λοιπόν αναγκάσθηκε να συμβιβαστεί, κατανοώντας πως δεν είχε άλλη επιλογή – με αποτέλεσμα να επιτρέψει την «εισβολή» της Τρόικας, καθώς επίσης να κλείσει για μερικές ημέρες τις τράπεζες (Bank Holidays), παγώνοντας τους λογαριασμούς των Πολιτών.
Με απλά λόγια, οι Κύπριοι πήγαν για ύπνο το βράδυ, θεωρώντας πως όλα πηγαίνουν καλά – διαπιστώνοντας το πρωί, όταν ξύπνησαν, πως είχαν χάσει τον έλεγχο των αποταμιεύσεων τους. Τα χρήματα που νόμιζαν πως είχαν, δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα – ενώ το υπόλοιπο των λογαριασμών τους που έβλεπαν στις οθόνες, ήταν ένα τεράστιο ψέμα.
Ξαφνικά λοιπόν, χωρίς να το περιμένουν, δεν είχαν χρήματα για να ψωνίσουν τρόφιμα, για να βάλουν βενζίνη στα αυτοκίνητα τους ή για να πληρώσουν το ενοίκιο τους – εκτός από μερικούς προνοητικούς, οι οποίοι δεν εμπιστεύονταν εντελώς τις τράπεζες, καθώς επίσης από αυτούς που είχαν έγκαιρα (παράνομα φυσικά) προειδοποιηθεί.
Πολλές επιχειρήσεις δε, οι οποίες είχαν τα χρήματα των προμηθευτών τους ουσιαστικά στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, αφού εκεί τα συγκέντρωναν για να τους πληρώσουν, έπρεπε να βρουν άλλους τρόπους για να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους – ενώ οι Ρώσοι καταθέτες, «de facto» κάτοχοι μαύρου χρήματος κατά τη Γερμανία, καθώς επίσης αρκετοί άλλοι, στερήθηκαν τα ποσά που υπερέβαιναν τις 100.000 €.
Ευτυχώς η Τρόικα ή όποιος άλλος επέτρεψε τελικά τη μερική άρση του παγώματος – αν και επέβαλλε για ένα πολύ μεγάλο διάστημα εξουθενωτικούς ελέγχους στη διακίνηση των χρημάτων, παρά το ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από την Ένωση. Εάν λοιπόν το παιδί κάποιου σπούδαζε στο εξωτερικό και χρειαζόταν χρήματα, θα έπρεπε να υποβάλλει αίτημα σε μία επιτροπή – η οποία είτε το ενέκρινε, είτε το απέρριπτε. Τότε διαπίστωσαν οι Κύπριοι πως δεν χρεοκοπεί μία χώρα ή μία τράπεζα, αλλά οι Πολίτες της – αφού αυτοί καλούνται να πληρώσουν.
Σήμερα, μετά από ενάμιση σχεδόν έτος, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει πολύ στην Κύπρο – αφού έχουν μεν αρθεί σε μεγάλο βαθμό οι έλεγχοι στη διακίνηση κεφαλαίων, αλλά οι κυπριακές τράπεζες μάλλον παραμένουν «ζόμπι». Κάτι τέτοιο συμπεραίνεται από το γεγονός ότι, πριν από δύο μήνες μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες του νησιού, αναγκάσθηκε να πουλήσει μετοχές, για να αντλήσει περισσότερα κεφάλαια – μάλλον τεκμηριώνοντας πως οι τράπεζες συνεχίζουν να είναι ελάχιστα κεφαλαιοποιημένες.
Επειδή όμως δεν υπήρχαν αρκετοί ενδιαφερόμενοι, αναγκάσθηκε να επέμβει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (European Bank for Reconstruction and Development), ένας υπερεθνικός χρηματοπιστωτικός οργανισμός, για να αγοράσει ένα τεράστιο μέρος των μετοχών (μέτοχοι).
Εάν τώρα ισχύουν οι πληροφορίες μου (πηγή), η κεντρική τράπεζα του νησιού απέστειλε επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου, ζητώντας δημοσίως την παραίτηση του διοικητικού συμβουλίου της – κάτι που μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία ευνοϊκή είδηση για την τράπεζα.
.

.
Ολοκληρώνοντας, το μάθημα εδώ είναι αρκετά προφανές – αφού αυτά τα προβλήματα δεν εμφανίζονται μέσα σε μία νύχτα, ούτε αποτελούν το αποκλειστικό «προνόμιο» ενός μόνο νησιού ή μίας συγκεκριμένης τράπεζας. Συμβαίνουν σταδιακά, διαρκούν πολλά έτη, σε αρκετές χώρες και είναι συνήθως το αποτέλεσμα κακών αποφάσεων – σε καμία περίπτωση η συνέπεια των ελέγχων της διακίνησης κεφαλαίων, ενώ δεν ωφελεί τελικά ούτε η έξυπνη προπαγάνδα.
Συμπεραίνεται δε πως κάτι είναι στραβό, «σάπιο» ίσως μέσα στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα – ενώ δεν πρόκειται να εξυγιανθεί και να γίνει ασφαλές, απλά και μόνο εάν κρύβονται επιμελώς τα προβλήματα του ή παραπλανιόνται όλοι όσοι το εμπιστεύονται.
