Ο θάνατος του νεοφιλελευθερισμού – Σελίδα 2 – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Ο θάνατος του νεοφιλελευθερισμού

Η χρηματοπιστωτική περιουσία

Το πλέον σημαντικό όλων είναι βέβαια το ότι, η τεράστια αύξηση της χρηματοπιστωτικής περιουσίας δεν συνοδεύτηκε από μία ανάλογη ανάπτυξη του τομέα των αγαθών και υπηρεσιών – της πραγματικής οικονομίας, όπως συχνά αποκαλείται.

Επειδή όμως σε μία Οικονομία η χρηματοπιστωτική περιουσία του ενός είναι υποχρεωτικά και πάντοτε ίση με τις χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις του άλλου, η «χρηματιστικοποίηση» προκάλεσε μία διαστρέβλωση – την οποία θα χαρακτηρίζαμε ως μία δραματική επέκταση των Ισολογισμών. Δηλαδή, μία διόγκωση ή ένα φούσκωμα των περιουσιακών στοιχείων, καθώς επίσης των χρεών – τα οποία όμως πολύ συχνά δεν είναι «ανακτήσιμα».

Αδυνατούν δηλαδή να εξοφληθούν, πόσο μάλλον να πληρωθούν εμπρόθεσμα – οπότε, απέναντι στις πραγματικές αξίες των περιουσιακών στοιχείων στην μία πλευρά του Ισολογισμού, έχουμε πλασματικές απαιτήσεις στην άλλη. Μία σαφέστερη εικόνα της τεράστιας αύξησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, σε σχέση με το ΑΕΠ, δίνει το γράφημα που ακολουθεί.

 .

Η εξέλιξη του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού κλάδου (μπλε) και του ΑΕΠ (κόκκινο).

Η εξέλιξη του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού κλάδου (μπλε) και του ΑΕΠ (κόκκινο).

 .

Στο γράφημα η μπλε γραμμή απεικονίζει την ονομαστική αύξηση των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως, ενώ η κόκκινη το παγκόσμιο ΑΕΠ, μεταξύ των ετών 1980 και 2010, σε τρις $ – όπου φαίνεται η τεράστια απόκλιση μεταξύ τους.

.

Η βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση της οικονομίας

Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της «χρηματιστικοποίησης» ήταν ο προσανατολισμός προς τις όσο το δυνατόν μεγαλύτερες αποδόσεις, για τους μετόχους των επιχειρήσεων (Shareholder-Value) – εις βάρος νομοτελειακά των ίδιων των εταιρειών.

Κάτι αντίστοιχο παρατηρήθηκε και στα κράτη, όπου το τρέχων βιοτικό επίπεδο των Πολιτών τους (μετόχων), αυξανόταν εις βάρος του κράτους (επιχείρησης) – με αποτέλεσμα να υπερχρεωθούν, «ληστεύοντας» κατά κάποιον τρόπο τις επόμενες γενιές, εάν βέβαια επιλυθεί ειρηνικά η κρίση.

Συνεχίζοντας, τα κέρδη από τις αυξήσεις των τιμών των μετοχών θεωρήθηκαν σημαντικότερα από τις πραγματικές αποδόσεις των επιχειρήσεων – από  τα μερίσματα ή\και από την κερδοφορία τους. Στα πλαίσια αυτά, η μακροπρόθεσμη, διαχρονική και σταθερή αποδοτικότητα των εταιρειών, θυσιάστηκε προς όφελος των βραχυπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών στοιχείων – καθώς επίσης της εφήμερης μεγιστοποίησης των κερδών.

Την ίδια στιγμή, η διαρκώς αυξανόμενη κερδοσκοπία οδήγησε σε μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών, σε τακτικά επαναλαμβανόμενες, όλο και συχνότερες χρηματοπιστωτικές κρίσεις, καθώς επίσης σε ένα πολύ ασταθές οικονομικό περιβάλλον.

Οι πληρωμές όλο και υψηλότερων μερισμάτων, οι επαναγορές μετοχών, καθώς επίσης οι χρηματοπιστωτικές επενδύσεις απέκτησαν πολύ μεγαλύτερη σημασία, σε σχέση με τις φυσικές επενδύσεις – όπως, για παράδειγμα, στην παραγωγή προϊόντων, στην έρευνα κοκ.

Η αιτία ήταν το ότι, αφενός μεν οι διακυμάνσεις των τιμών, αφετέρου ο προσανατολισμός προς τις όσο το δυνατόν μεγαλύτερες αποδόσεις για τους μετόχους των επιχειρήσεων (Shareholder-Value), καθιστούσαν τις φυσικές επενδύσεις στις εταιρείες, από την πλευρά της προσφοράς, μη ελκυστικές.

Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις στον υπόλοιπο πλανήτη, οι οποίες ήταν φθηνότερες, έγιναν πολύ πιο εύκολες – μέσω της απελευθέρωσης των χρηματαγορών, καθώς επίσης της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η πολιτική των υψηλών βασικών επιτοκίων δε των κεντρικών τραπεζών, προσέφερε ένα ακόμη (αντι)κίνητρο – αφού έκανε πιο ελκυστικές τις βραχυπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις, σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.

Εκτός από τους παραπάνω παράγοντες, οι οποίοι ήταν εναντίον των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, υπήρχαν επίσης παράγοντες, οι οποίοι συνηγορούσαν υπέρ της μετάθεσης των δραστηριοτήτων στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Για παράδειγμα, η αλλαγή πορείας της πολιτικής επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών τη δεκαετία του 1970 – αφού έκτοτε τα επιτόκια ξεπερνούν το συνολικό ρυθμό ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις των παραγωγικών επιχειρήσεων, οι οποίες χρηματοδοτούνται με δάνεια, να είναι λιγότερο αποδοτικές, σε σχέση με αυτές στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Αντίθετα, μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929, τα πραγματικά επιτόκια διατηρούνταν πάντοτε αρνητικά (γράφημα) – έτσι ώστε να διευκολύνονται οι επενδύσεις στην παραγωγική βιομηχανία, εις βάρος της χρηματοπιστωτικής.

 .

Η εξέλιξη των πραγματικών επιτοκίων (κόκκινο) και η αντίστοιχη πορεία του πληθωρισμού.

Η εξέλιξη των πραγματικών επιτοκίων (κόκκινο) και η αντίστοιχη πορεία του πληθωρισμού.

 .

Ο ρυθμός ανάπτυξης άλλωστε είναι ένα πολύ καλό μέτρο του μέσου τοκισμού μίας επένδυσης, σε πραγματικό κεφάλαιο.

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Γίνε Μέλος
Αγοράζοντας μια συνδρομή, στηρίζεται τη προσπάθειά μας και γίνεστε ενεργό μέλος της ομάδας μας (κίνημα). Θα λάβετε και τα δύο παρακάτω πλεονεκτήματα:

1. Θα μπορείτε να μελετάτε τα άρθρα/αναλύσεις χωρίς να βλέπετε διαφημίσεις (χωρίς περισπασμούς δηλαδή).

2. Θα μπορείτε να τα εκτυπώνετε ή/και να τα αποθηκεύετε σε μορφή PDF (για να τα έχετε πάντα δικά σας).

Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×
Don`t copy text!