Σκλάβοι των τραπεζών – Σελίδα 2 – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Σκλάβοι των τραπεζών

Συνεχίζοντας, με τις ενέργειες τους αυτές ποικίλει, παρουσιάζει ανάλογες διακυμάνσεις δηλαδή η ποσότητα των χρημάτων – τα οποία οι τράπεζες θέτουν στη διάθεση των πελατών τους, όσον αφορά τις συναλλαγές τους. Ουσιαστικά λοιπόν λειτουργούν προ-κυκλικά, υπερθερμαίνοντας την οικονομία σε περιόδους ανάπτυξης και «παγώνοντας» την σε περιόδους ύφεσης.

Εκτός αυτού, οι «μη κρατικά ελεγχόμενες» αυτές ποσότητες χρήματος διοχετεύονται κυρίως σε κερδοσκοπικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα και δεν υπηρετούν την πραγματική οικονομία – όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Επί πλέον, στο σημερινό «κλασματικό αποθεματικό σύστημα» (όπως αναφέραμε, στην Ευρωζώνη οι εμπορικές τράπεζες υποχρεούνται να έχουν αντίκρισμα 1 € στην ΕΚΤ, για κάθε 100 € δάνειο), με πολλαπλές «εστίες» δημιουργίας νέων χρημάτων, τα κράτη χρεώνονται στις εμπορικές τράπεζες – δανειζόμενα από αυτές, παρά το ότι τα εθνικά κράτη έχουν το μονοπώλιο της δημιουργίας χρημάτων.

Σήμερα, τα καινούργια χρήματα δημιουργούνται και τίθενται σε κυκλοφορία σχεδόν αποκλειστικά από τις πιστώσεις. Απλούστερα, τα χρήματα δημιουργούνται σαν χρέος – από τις κεντρικές τράπεζες στις εμπορικές και από τις εμπορικές, με τη μορφή πιστώσεων, στους ιδιώτες, στις επιχειρήσεις και στα κράτη.

Επομένως, με κάθε δάνειο αυξάνεται το εκάστοτε συνολικό χρέος – μία κατάσταση που εάν δεν αλλάξει, θα καταστρέψει τον πλανήτη. Ορισμένες εκ των λύσεων που υπάρχουν στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εξής:

.

(α)  Η ανάκτηση του δικαιώματος έκδοσης νέων χρημάτων, από κεντρικές τράπεζες, 100% ιδιοκτησίας του δημοσίου – μετρητών και ηλεκτρονικών.

(β)  Ο διακανονισμός πληρωμών με χρήματα και όχι με πιστώσεις – κάτι που, για να συμβεί, θα πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ «χρηματικών λογαριασμών» (θα διαθέτουν ηλεκτρονικά χρήματα, με τα οποία θα μπορεί να πληρώσει κανείς) και «αποταμιευτικών λογαριασμών» (θα έχουν χρήματα, με τα οποία δεν θα μπορεί να πληρώνει κανείς).

(γ)  Τα νέα χρήματα που δημιουργούνται από τις κεντρικές τράπεζες πρέπει να τίθενται σε κυκλοφορία μόνο από τα κράτη – μέσω της πληρωμής μέρους των υποχρεώσεων τους, έτσι ώστε να μην δημιουργείται επί πλέον χρέος (όπως δυστυχώς συμβαίνει, όταν τα κράτη δανείζονται από τις εμπορικές τράπεζες).

.

Βραχυπρόθεσμα, για την προστασία των καταθέσεων, θα έπρεπε να διαχωριστούν οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες – με τις πρώτες να μην επιτρέπεται να συμμετέχουν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις, αλλά να παρέχουν μόνο δάνεια προς την πραγματική οικονομία.

Παράλληλα, θα ήταν ίσως θετική η ίδρυση μίας ή περισσοτέρων τραπεζών, οι οποίες να έχουν 100% κάλυψη των καταθέσεων τους – χρεώνοντας τους πελάτες με τα έξοδα λειτουργίας τους, καθώς επίσης με ένα μικρό κέρδος (αρνητικό επιτόκιο).

Η περαιτέρω κερδοφορία των τραπεζών αυτών θα μπορούσε να προέλθει από τη διαχείριση των καταθέσεων εκείνων των πελατών τους, οι οποίοι θα ήθελαν να ρισκάρουν – επιτρέποντας στην τράπεζα να τις επενδύσει.

Απαραίτητη θα ήταν επίσης η ίδρυση μίας κρατικής επενδυτικής τράπεζας, «προικισμένης» με περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου, αποκλειστικά και μόνο για τη δανειοδότηση της πραγματικής οικονομίας – σε κάθε περίπτωση, η κρατικοποίηση όλων εκείνων των κεντρικών τραπεζών που δεν ανήκουν στο δημόσιο, όπως η Τράπεζα της Ελλάδας,

Ολοκληρώνοντας, οι Πολίτες θα μπορούσαν να επιβάλλουν αρκετά πράγματα στις τράπεζες, υπό την απειλή της «μαζικής ανάληψης» των καταθέσεων τους – η οποία θα οδηγούσε ακόμη και τις πιο υγιείς τράπεζες στη χρεοκοπία, αφού δεν έχουν τη δυνατότητα να αποπληρώσουν το σύνολο των καταθετών τους (κατά κάποιον τρόπο, μόνο το 1%). Επίσης υπό την απειλή της «συλλογικής στάσης πληρωμών» εκ μέρους των οφειλετών – κάτι με το οποίο μάλλον δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οι τράπεζες.

Αυτό που είναι όμως σωστό (τα παραπάνω θα ήταν μάλλον «τρομοκρατικές ενέργειες»), δεν είναι άλλο από την υποχρέωση των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν τη βούληση των Πολιτών – επίσης, η καλύτερη προστασία τόσο των καταθετών, όσο και των δανειοληπτών από τους νόμους, τα δικαστήρια και τους υπόλοιπους Θεσμούς.

.

Υστερόγραφο: Υπενθυμίζουμε πως ήδη από το 1844, έτος στο οποίο υιοθετήθηκε ο «τραπεζικός νόμος του Peel» στη Μ. Βρετανία (19. Ιουλίου), είχε γίνει διεθνώς αποδεκτό το ότι, η ουσιαστική αιτία πίσω από όλους τους «ανοδικούς και καθοδικούς οικονομικούς κύκλους», ήταν η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση – η αύξηση δηλαδή των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών, η οποία δεν βασιζόταν στις πραγματικές αποταμιεύσεις των Πολιτών.

Εκείνη την εποχή, στην οποία δεν υπήρχαν ακόμη οι κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξέδιδαν χρήματα, κυρίως χαρτονομίσματα ή λογιστικές «υποσχετικές», σε ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με στόχο λοιπόν να καταπολεμηθεί αυτή η «διαστρέβλωση», ο νόμος του Peel υποχρέωσε τις τράπεζες να καλύπτουν κατά 100% τα νομίσματα που εξέδιδαν, μέσω των καταθέσεων τους (εγγυήσεις) – γεγονός που συμφωνούσε με τις βασικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η πλαστογραφία, η χωρίς αντίκρισμα δηλαδή «έκδοση» χρημάτων.

Εν τούτοις, ο τραπεζικός νόμος του Peel περιορίσθηκε στα «τραπεζογραμμάτια» (μετρητά), χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του τα λογιστικά χρήματα – τις «υποσχετικές» δηλαδή μελλοντικών πληρωμών (δάνεια, καταθέσεις κλπ), οι οποίες συνέχισαν να μην έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα του νόμου ήταν δυστυχώς να μεταφέρουν οι τράπεζες το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών τους, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα – για τα οποία η υποχρέωση κάλυψης τους (fractional reserve) ήταν και είναι ελάχιστη.

Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση, η παραγωγή δηλαδή ακάλυπτων χρημάτων από τις τράπεζες, καθώς επίσης οι «ανοδικοί και καθοδικοί οικονομικοί κύκλοι» – αφού ο νόμος του Peel απλά «μετέβαλλε» τον τρόπο των συναλλαγών, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα (ηλεκτρονικά σήμερα). Η αποτυχία του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος θεσπίσθηκε με στόχο την ριζική αντιμετώπιση της τότε οικονομικής κρίσης (1844), χωρίς ποτέ να επιδιωχθεί η διόρθωση του, είχε σαν αποτέλεσμα να συνεχίζονται έκτοτε οι οικονομικές κρίσεις (φούσκες, υφέσεις, διασώσεις τραπεζών κλπ) στον πλανήτη – γεγονός που συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Αργότερα ιδρύθηκαν οι κεντρικές τράπεζες (πρώτη η Fed το 1913), οι οποίες λειτούργησαν ως το τελευταίο καταφύγιο, ως οι «πιστωτές ανάγκης» δηλαδή των εμπορικών τραπεζών (lender of last resort), έχοντας σαν  βασικό αντικείμενο τη διάσωση τους – με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας σε περιόδους κρίσεων (κάτι ανάλογο ουσιαστικά με το ΔΝΤ, όσον αφορά τη «διάσωση» κρατών).

Ο ιστός της αράχνης ολοκληρώθηκε αργότερα (1930), όταν ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) – στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και κάποιοι «ανώνυμοι» ιδιώτες, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διάσωση των κεντρικών τραπεζών, σε περίπτωση ανάγκης. Στο τέλος, καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού (1971), με αποτέλεσμα να «εγκατασταθούν», να λειτουργούν δηλαδή διεθνώς «πλαστά» χρηματοπιστωτικά συστήματα – αφού δεν στηρίζονται σε πραγματικά χρήματα.

.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!