Μέχρι να «αναρρώσει» λοιπόν (εάν) η παγκόσμια οικονομία, η Fed θα πρέπει να συνεχίσει να κρατάει «πατημένο το γκάζι», να παρέχει δηλαδή συνεχώς καινούργια ρευστότητα, με την ελπίδα να ξεπεράσει το διπλανό αυτοκίνητο – υποχρεώνοντας και τις άλλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη να την μιμούνται. Το παραπάνω τεκμηριώνεται, μεταξύ άλλων, από την πρόσφατη απόφαση της Τράπεζας της Αγγλίας, σχετικά με τη χρήση της ίδιας μεθόδου.
Τα χρήματα βέβαια καταλήγουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αφού οι επενδυτές αποφεύγουν να τοποθετηθούν στην πραγματική οικονομία, λόγω της ύφεσης – γεγονός που, αφενός μεν τροφοδοτεί επικίνδυνα τη φούσκα των μετοχών, αφετέρου την ανεργία, όπως φαίνεται ακόμη και σε εκείνες τις χώρες, οι οποίες ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τις θέσεις εργασίας.
Ειδικότερα, αρκετές επιχειρήσεις της Σουηδίας και της Δανίας μειώνουν τον αριθμό των εργαζομένων τους, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στη διάθεση, ιδιαίτερα δε στις εξαγωγές των προϊόντων τους – με αποτέλεσμα να τροφοδοτείται περαιτέρω η παγκόσμια ύφεση, η οποία θα οδηγήσει σε νέα αύξηση της ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες κοκ.
Στην περίπτωση τώρα της Ισπανίας, όπου επιχειρείται η διασπορά ψευδών ελπίδων σχετικά με την έξοδο της από την κρίση (recovery), τα οικονομικά στοιχεία της τεκμηριώνουν ακριβώς το αντίθετο (σχήμα ΙΙΙ) – με την αύξηση των δεικτών των χρηματιστηρίων της να οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην υπερβάλλουσα ρευστότητα εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών.
.
.
Στο παραπάνω σχήμα ΙΙΙ φαίνεται καθαρά η πτώση των ενυπόθηκων δανείων, σχεδόν κατά -90% από το ξεκίνημα της κρίσης – γεγονός που διαψεύδει τα περί ανάρρωσης της οικονομίας της. Στο επόμενο διάγραμμα, η πιστωτική συρρίκνωση στη χώρα αποδεικνύει τις τεράστιες αδυναμίες στην πραγματική οικονομία της – οι οποίες είναι μεγαλύτερες ακόμη και από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα.
.

Πιστωτική συρρίκνωση στην Ισπανία – σε μη χρηματοοικονομικού τύπου επιχειρήσεις (μπλε) και σε νοικοκυριά (καφέ)
.
Όπως διαπιστώνουμε, τα δάνεια προς τις ισπανικές επιχειρήσεις έχουν μειωθεί σχεδόν κατά -20%, οπότε είναι αδύνατον να αναφερόμαστε σε «αντιστροφή της τάσης». Το ίδιο συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, με αποτέλεσμα να συνεχισθεί η ύφεση και η ανεργία – αναγκάζοντας την ΕΚΤ να μιμείται την πολιτική της Fed, μέχρι την «τελική πτώση».
Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς τώρα ότι, η Γερμανία ευρίσκεται σε καλύτερη θέση, αφού έχει μεγάλα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Εκτός αυτού πως η αύξηση των χρηματιστηριακών δεικτών της οφείλεται επίσης στην παροχή πλεονάζουσας ρευστότητας, εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών.
Πρόκειται όμως, όπως θα τεκμηριώσουμε σε μία αμέσως επόμενη ανάλυση μας, για απολύτως εσφαλμένα συμπεράσματα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται καθόλου στην πραγματικότητα – πόσο μάλλον όταν και οι γερμανικές επιχειρήσεις απολύουν πλέον εργαζομένους.
.
.

