ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ – The Analyst

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

depre

Η ψυχή είναι το μέσον, με το οποίο συνειδητοποιούμε τη λειτουργία και την κατάσταση του σώματος μας – με αποτέλεσμα, όταν το σώμα μας αρρωσταίνει, να υποφέρει η ψυχή μας, να «σκοτεινιάζουν» τα συναισθήματα μας και να «γκρεμιζόμαστε» πολύ συχνά στην κατάθλιψη.

Από την αντίθετη πλευρά, όταν η ψυχή μας αρρωσταίνει, λόγω κάποιας οδυνηρής απώλειας για παράδειγμα, τότε «μολύνεται» το σώμα μας – ενώ όταν υποφέρει είτε το σώμα, είτε η ψυχή, πόσο μάλλον και τα δύο ταυτόχρονα, το πνεύμα μας καταρρέει, παύει να λειτουργεί, αποσυντονίζεται, σφάλει και συχνά βυθίζεται σε κώμα.

Η κατάθλιψη τώρα, πολύ περισσότερο το κώμα, εξουδετερώνει σε τέτοιον απίστευτο βαθμό τον άνθρωπο, ώστε ακόμη και η απλούστερη λειτουργία του να απαιτεί όλες όσες δυνάμεις διαθέτει, για να μπορέσει να τη φέρει εις πέρας.

Ένας καταθλιπτικός αδυνατεί να εγκαταλείψει τη γωνία του σπιτιού του, την οποία θεωρεί ως το μοναδικό του καταφύγιο, περπατώντας ακόμη και μερικά μέτρα παρακάτω. Του είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει, να πλυθεί, να ντυθεί ή να ασχοληθεί με οτιδήποτε – αφού τίποτα πλέον δεν τον αγγίζει και για τίποτα δεν ενδιαφέρεται, έχοντας χάσει εντελώς τη διάθεση του για τη ζωή.

Εάν ολόκληρη αυτή την εικόνα τη μεταφέρουμε σε μία κοινωνία, στην οποία οι άνθρωποι που την αποτελούν έχουν βυθιστεί σε βαριά κατάθλιψη, εάν όχι σε κώμα, με το σώμα, με την ψυχή και με το πνεύμα να υποφέρουν, χωρίς καμία ελπίδα θεραπείας τους, χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον, μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε πολλά πράγματα.

Μεταξύ άλλων, την αδυναμία της κοινωνίας και των πολιτών να αντιδράσουν τόσο ατομικά, όσο και συλλογικά, για θέματα που τους αφορούν όλους μαζί. Σε μία τέτοια περίπτωση μιλάμε για μία οικονομική, για μία πολιτική και για μία κοινωνική κρίση μαζί – με εξαιρετικά επικίνδυνες προεκτάσεις, πολλές φορές αυτοκαταστροφικές.

Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι κατά καιρούς συντεχνιακές εξεγέρσεις, οι οποίες όμως είναι το προϊόν της «αγελαίας», της αυτοματοποιημένης κατά κάποιον τρόπο συμπεριφοράς, η οποία πηγάζει από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης – ούτε της ατομικής λοιπόν, ούτε της συλλογικής  συνειδητής επιλογής.

Μία τέτοια κοινωνία είναι φύσει και θέσει αδύνατον να ανακάμψει, ανεξάρτητα από τα μέσα που μπορεί να έχει στη διάθεση της – όπως ακριβώς ο βαριά καταθλιπτικός άνθρωπος, στον οποίο είναι γεγονότα τριτεύουσας σημασίας η οικονομική του κατάσταση, ο πλούτος, η φτώχεια, το επάγγελμα, το μορφωτικό επίπεδο και η νοημοσύνη.

Συνεχίζοντας, η συγκεκριμένη κοινωνία ούτε αντιδράει, αλλά ούτε και διαμαρτύρεται, για εκείνο το χρονικό διάστημα που, αν και βυθισμένη στην κατάθλιψη, λειτουργεί ακόμη η συνείδηση της – όπου μπορεί ακόμη να επιλέγει, έστω «αμυδρά», διατηρώντας η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων της.

Η κοινωνία αυτή εξεγείρεται τότε μόνο, όταν το υποσυνείδητο της αναλάβει τα ηνία – όταν υποχρεώνεται λοιπόν από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο δεν φοβάται, καθώς επίσης δεν υπολογίζει κανέναν και απολύτως τίποτα.

Φυσικά η αντίδραση της αυτή είναι ξαφνική, εντελώς απρόβλεπτη και απότομη, «ένας κεραυνός εν αιθρία», όπως θα λέγαμε – ενώ η εκρηκτική βιαιότητα της εκπλήσσει ακόμη και τους πλέον αιμοχαρείς, στυγνούς και αποτρόπαιους  εγκληματίες όπως, για παράδειγμα, τους εκάστοτε δυνάστες της.

«Πόσο απέχει η Ελλάδα από μία τέτοια εξέλιξη;», θα αναρωτιόταν εύλογα κανείς, προσπαθώντας να διαπιστώσει τα όρια της χώρας μας. «Δυστυχώς ή ευτυχώς αρκετά, εάν όχι πάρα πολύ», θα ήταν πιθανότατα η απάντηση από κάποιον, ο οποίος θα ήθελε να παραμείνει ρεαλιστής, αντικειμενικός, χωρίς έντονους συναισθηματισμούς και υπερβολικές προκαταλήψεις.

Κριτήριο του θα ήταν ενδεχομένως η Αργεντινήοι πολίτες της οποίας βγήκαν τότε μόνο στους δρόμους, όταν τόσο η χώρα τους, όσο και οι ίδιοι χρεοκόπησαν, εξαθλιώθηκαν και λεηλατήθηκαν, ευρισκόμενοι για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα στα ανώτατα όρια της αντοχής και της ανοχής τους.

Ποιός δεν θυμάται αλήθεια εκείνη την αποτρόπαια σκηνή με το άγριο, πεινασμένο πλήθος το οποίο, σε κατάσταση αμόκ και εκτός ελέγχου, κυνηγούσε κατοικίδια ζώα με το ματωμένο μαχαίρι, για να καθησυχάσει την πείνα, η οποίαν είχε εξουδετερώσει πλήρως τη λογική του;

Ένα επόμενο κριτήριο θα ήταν ίσως το ότι, η πλειοψηφία των Ελλήνων πιστεύει πως έκανε τόσο μεγάλα λάθη στο παρελθόν, ώστε να αξίζει να τιμωρηθεί αυστηρά – πιθανόν ακόμη και να «στυφτεί σαν τη λεμονόκουπα», όπως προβλέπεται από τα συνεχώς νέα, «δημευτικά» μέτρα που επιβάλλονται, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις.

Πόσο μάλλον όταν αρκετοί Έλληνες έχουν πάψει προ πολλού να εμπιστεύονται το κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τις επιχειρήσεις, τις τράπεζες, του Θεσμούς, τους συμπολίτες και τον ίδιο τον εαυτό τους – μία πραγματικά οδυνηρή διαπίστωση, μεταξύ άλλων από ένα σχόλιο σε προηγούμενο κείμενο μας.

«Τι θα έπρεπε να κάνουμε, για να αποφύγουμε την επικείμενη καταστροφή, δεινά ανάλογα με αυτά της Αργεντινής;», θα ήταν πιθανότατα η λογική ερώτηση κάποιου, ο οποίος θα αντιλαμβανόταν που οδηγείται η πατρίδα μας. «Να αντιδράσουμε συλλογικά, πριν ακόμη αναγκασθούμε εκ των πραγμάτων να το κάνουμε», θα απαντούσε κανείς, τονίζοντας πως η βασική προϋπόθεση μίας τέτοιας εξέλιξης είναι η ισχυρή βούληση μίας κοινωνίας, η οποία γνωρίζει ακριβώς που βρίσκεται και τι θέλει.

Η βούληση βέβαια είναι τότε και μόνο τότε αρκετά ισχυρή, όταν η κοινωνία ωθείται από μία μοναδική επιθυμία, η οποία χαρακτηρίζεται από συνοχή και έλλειψη αμφισημίας – γεγονός που συμβαίνει μόνο όταν οδηγείται  στην ίδια κατεύθυνση, με εκείνη των δυνάμεων που την εμψυχώνουν.

Η ανάκτηση της χαμένης ελευθερίας, καθώς επίσης της εθνικής κυριαρχίας, με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία, θα μπορούσε σίγουρα να είναι αυτή η μία και μοναδική επιθυμία – την οποία θα υιοθετούσαν όλοι μαζί οι Έλληνες, ανεξάρτητα από τις όποιες επί μέρους διαφορές, τα λάθη και τα ελαττώματα τους.

Υστερόγραφο: Ενδεχομένως να θεωρήσουν αρκετοί ότι, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός ηγέτη, για να μπορέσουν οι πολίτες να ξεφύγουν από τη βαθιά μελαγχολία – από την κατάθλιψη καλύτερα, στην οποία έχουν βυθιστεί. Είναι όμως κάτι τέτοιο ρεαλιστικό;

Ξεκινώντας από το σημερινό πρωθυπουργό θα διαπιστώσουμε ότι, η μοναδική ουσιαστικά απασχόληση του, είναι η στελέχωση των υπουργείων – αφού, αμέσως μετά, το ΔΝΤ αναλαμβάνει όλες τις πρωτοβουλίες, δίνοντας οδηγίες, εντολές καλύτερα, στον εκάστοτε υπουργό, στη βάση των υπογεγραμμένων μνημονίων της ντροπής. Στα πλαίσια αυτά, ακόμη και αν η νοημοσύνη ενός υπουργού είναι απελπιστική, το μνημόνιο δεν του επιτρέπει μεγάλα σφάλματα – ενώ είναι φυσικά αναλώσιμος, ανά πάσα στιγμή.

Ακόμη όμως και όταν ο πρωθυπουργός αναλαμβάνει κάποιες σοβαρές πρωτοβουλίες όπως, για παράδειγμα, την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ, την αναδιάρθρωση της ΕΡΤ ή την εξασφάλιση της δόσης του μνημονίου, η κατάσταση για τη χώρα μας γίνεται κατά πολύ χειρότερη – με αποτέλεσμα να θεωρείται εύλογα ότι, είναι καλύτερα να μην κάνει τίποτα.

Βέβαια, η Ελλάδα δεν μπορεί να εμπιστεύεται τον αυτόματο πιλότο, ο οποίος την οδηγεί με σχεδόν απόλυτη σιγουριά σε μία ανώμαλη προσγείωση, με δεκάδες χιλιάδες θανάτους και τραυματισμούς – γεγονός που, κάποια στιγμή, μάλλον θα προβληματίσει τους επιβάτες του αεροπλάνου, όσο και αν προτιμούν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.

Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης τώρα φαίνεται μεν εξαιρετικά καλό παιδί, εργατικός και δραστήριος, αλλά είναι αδύνατον να αγνοήσει κανείς ότι, ο οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα είχε στις δημοσκοπήσεις ποσοστό που θα ξεπερνούσε το 50% – ευρισκόμενος απέναντι σε μία προβληματική κυβέρνηση, η οποία είναι ταυτόχρονα όμηρος του ΔΝΤ, υποχείριο της πρωσικής Γερμανίας και σκλάβος των δανειστών.

Από την άλλη πλευρά, η υγιέστατη νεανική φιλοδοξία του θα μπορούσε να είναι πολύ θετική για τη χώρα – με εξαίρεση την υιοθέτηση της από κάποιο άτομο, οι ικανότητες, η εμπειρία και οι γνώσεις του οποίου, δεν συμβαδίζουν με τις φιλοδοξίες του. Όσον αφορά δε τη σταθερότητα της προσωπικότητας, τη διαύγεια των απόψεων και την πειθώ των λόγων του, θεωρούμε ότι δεν είναι εύκολο να τεκμηριωθεί από κανέναν – τουλάχιστον όχι από κάποιον, ο οποίος θέλει να τοποθετείται καλοπροαίρετα μεν, αλλά υπεύθυνα.

Χωρίς να επεκταθούμε στους υπόλοιπους αρχηγούς των κομμάτων οι οποίοι, αν και γενικά συμπαθείς, δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται ιδιαίτερα από τους δύο προηγούμενους συμπεραίνουμε ότι, με βάση τους ηγέτες που έχουμε στη διάθεση μας, δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά πράγματα – χωρίς φυσικά να διεκδικούμε το αλάθητο.

Επομένως, θα πρέπει να βρεθούν σύντομα άλλες λύσεις, περισσότερο ρεαλιστικές – εάν θέλουμε πράγματι να μην καταλήξουμε συλλογικά στα σκουπίδια της ιστορίας, σαν τη στυμμένη λεμονόκουπα, χωρίς κανέναν απολύτως αντικειμενικό λόγο.

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε υποχρέωση μας να επισημάνουμε πόσο απίστευτα προσβλητικό είναι για τους πολίτες, για την κυβέρνηση, αλλά και για τους θεσμούς μίας χώρας, το να κυκλοφορεί εντός της ελεύθερος, ευχαριστημένος και χαμογελαστός εκείνος ο Εφιάλτης, ο οποίος την παρέδωσε στην κυριολεξία στα νύχια του ΔΝΤ – χωρίς να νοιώσει την παραμικρή ντροπή, μετάνοια ή τύψεις, για το αποτρόπαιο «έγκλημα» του.

Πόσο μάλλον να ψηφίζεται από κάποιους, καθώς επίσης να περιτριγυρίζει στο κοινοβούλιο κυριολεκτικά «κατά το δοκούν», όταν έχει οδηγήσει χιλιάδες πολίτες στην αυτοκτονία, στη φτώχεια και στην απόλυτη εξαθλίωση.