ΣΛΟΒΕΝΙΑ
“Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι, θα λύσουμε μόνοι μας τα προβλήματα μας”, είπε η πρωθυπουργός της Σλοβενίας, όπως ακριβώς ο Κύπριος «συνάδελφός» της στο παρελθόν – αρνούμενη να αποδεχθεί τη σύγκριση της χώρας της με την Κύπρο, προσβάλλοντας ανεπίτρεπτα το νησί και τονίζοντας παράλληλα ότι, η Σλοβενία δεν είναι φορολογικός παράδεισος.
“Εκτός αυτού, ο τραπεζικός μας τομέας δεν υπερβαίνει το 350% του ΑΕΠ, όταν σε κάποιες άλλες χώρες είναι της τάξης του 800%”, συνέχισε αμέσως μετά – εννοώντας την Κύπρο, τη Μάλτα ή την Ιρλανδία και αποφεύγοντας σκόπιμα να αναφέρει το Λουξεμβούργο (2.200% του ΑΕΠ του).
“Μεγάλα, κενά λόγια” θα απαντούσαμε εμείς, γνωρίζοντας πως ο ΟΟΣΑ την προειδοποίησε πρόσφατα για τους μεγάλους κινδύνους του χρηματοπιστωτικού της τομέα – συμβουλεύοντας την πρωθυπουργό να διασώσει τις τράπεζες της χώρας της, με τη συμμετοχή των πιστωτών και των αποταμιευτών τους.
Απλούστερα, με τη «δήμευση» (haircut) μέρους των καταθέσεων των πολιτών, ανάλογη με αυτήν της Κύπρου – καθώς επίσης με διαγραφή χρέους εκ μέρους των δανειστών τους (ομολογιούχοι, μέτοχοι κλπ.). Αμέσως μετά δε, αφού «διασωθούν» οι τράπεζες από τους φορολογουμένους πολίτες και εξυγιανθούν, να τις ιδιωτικοποιήσει – κάτι που δεν επιθυμεί η κυβέρνηση της Σλοβενίας, ενώ είναι η μοναδική πρώην κομμουνιστική χώρα που δεν εγκρίνει τις ιδιωτικοποιήσεις.
Συνεχίζοντας, ο ΟΟΣΑ προβλέπει για το 2013 ύφεση της τάξης του 2,1% – γεγονός που σημαίνει ότι το σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος της χώρας, το οποίο όμως υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το 2008 (περί το 22% τότε του ΑΕΠ), θα αυξηθεί περαιτέρω.
Με την επιβάρυνση δε του προϋπολογισμού από τη διάσωση των τραπεζών, καθώς επίσης λόγω των υψηλότερων επιτοκίων που πληρώνει η Σλοβενία μετά την περιπέτεια της Κύπρου, το ποσοστό του δημοσίου χρέους της, το 2015, θα υπερβεί το 100% του ΑΕΠ – εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.
Περαιτέρω, τα επισφαλή δάνεια των τραπεζών της χώρας υπολογίζονται από την κυβέρνηση της στα 7 δις € – στο 15% περίπου του ΑΕΠ της. Εν τούτοις, ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει ότι είναι κατά πολύ υψηλότερα, προτείνοντας τη δημιουργία μίας «κακής τράπεζας» (Bad bank), η οποία θα τα συγκεντρώσει.
Πριν όμως συμβεί κάτι τέτοιο, πάντοτε κατά τον ΟΟΣΑ, η χώρα οφείλει να αξιολογήσει με διαφάνεια τις τράπεζες, ως προς την ανθεκτικότητα τους (stress test), δημοσιεύοντας τα αποτελέσματα – πόσο μάλλον όταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αγορών, οι κρατικές τράπεζες της Σλοβενίας έχουν πλέον αρνητικά ίδια κεφάλαια.
Κατά την άποψη μας, με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις του ΟΟΣΑ, η Σλοβενία δεν πρόκειται να αποφύγει το μοιραίο – ενώ θα είναι πιθανότατα το αμέσως επόμενο θύμα του πολέμου.
.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ
Όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές, τόσο από εμάς (ανάλυση), όσο και από άλλους, με τη Γερμανία στην Ευρωζώνη δεν υπάρχει μέλλον. Ειδικότερα, με δεδομένες τις θέσεις της κυβέρνησης της, καθώς επίσης με το γεγονός ότι, οι ευκατάστατοι συνταξιούχοι της είναι αυτοί που ουσιαστικά αποφασίζουν στις εκλογές (οι νέοι της Γερμανίας, συμμετέχοντας δυστυχώς στο σύγχρονο «σκλαβοπάζαρο» των χαμηλών, dumping μισθών, είναι πάμπτωχοι), φαίνεται αδύνατον να αποφασισθεί ο ελεγχόμενος πληθωρισμός από την ΕΚΤ – αφού έτσι θα περιοριζόταν η αγοραστική αξία των συντάξεων.
Επίσης δεν πρόκειται να αποφασισθεί η υποτίμηση του ευρώ στο 1:1 με το δολάριο, μέσω της αύξησης της ποσότητας χρήματος, το μερικό πάγωμα των δανείων, τα ευρωομόλογα, η συμμετρική ανάπτυξη της ηπείρου μας, χωρίς πλεονασματικές και ελλειμματικές χώρες στο εσωτερικό της κοκ. – λύσεις τις οποίες έχουμε απόλυτη ανάγκη, εάν θέλουμε να αποφύγουμε την καταστροφή, παρασέρνοντας μαζί μας και τον υπόλοιπο πλανήτη.
Συμπερασματικά λοιπόν, εάν παραμείνει η Γερμανία στην Ευρωζώνη, συνεχίζοντας να μας επιβάλλει την ίδια αποτυχημένη πολιτική, οι περισσότερες άλλες χώρες θα χρεοκοπήσουν – με αποτέλεσμα να επιλέξουν την έξοδο η μία μετά την άλλη, οπότε να προκληθεί ένα απερίγραπτο χάος.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα αποτελέσματα της εξόδου μίας ή περισσοτέρων χωρών από το ευρώ, δημιουργούνται τα παρακάτω ερωτήματα:
(α) Σε μία τέτοια περίπτωση, θα συνεχίσουν να πληρώνονται τα χρέη εκείνων των χωρών που θα αποχωρήσουν; Ήδη αρκετοί στην Ελλάδα έχουν συνδέσει την προτεινόμενη εκ μέρους τους επιστροφή στη δραχμή, με την άρνηση της πληρωμής μεγάλου μέρους των χρεών της – αφού διαφορετικά το εξωτερικό δημόσιο χρέος της, παραμένοντας υποχρεωτικά σε ευρώ μετά το εγκληματικό PSI, θα ήταν αδύνατον να εξυπηρετηθεί (ακόμη και αν το θέλαμε).
(β) Τα χρέη των κρατών που θα φύγουν θα πληρώνονται σε ευρώ ή στο εκάστοτε εθνικό νόμισμα; Εάν αντιληφθούν οι πολίτες ότι η χώρα τους θα αποχωρήσει από το ευρώ, δεν θα ακολουθήσουν τραπεζικές επιθέσεις (Bank run), με αποτέλεσμα την κατάρρευση των τραπεζών; Δεν θα υπάρξουν εσωτερικές αναταραχές με επικίνδυνα προφανώς επακόλουθα για την κοινωνική συνοχή, σε εκείνες τις χώρες που θα αποχωρήσουν;
(γ) Εάν επιλέξει μία χώρα την έξοδο από το κοινό νόμισμα, δεν θα προκληθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις κάθε είδους σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό στερέωμα; Πως θα συμπεριφερόταν η Γερμανία, εάν κάποια χώρα προσπαθούσε να την εκβιάσει, μέσω της δυνατότητας της να εγκαταλείψει το κοινό νόμισμα, υιοθετώντας παράλληλα τη στάση πληρωμών;
(δ) Μέχρι που μπορεί να φτάσει η Γερμανία, εάν πράγματι υποθέσουμε ότι επιθυμεί την ηγεσία της Ευρωζώνης; Μήπως μέχρι εκείνη τη στιγμή, όπου κάποια χώρα θα αρνηθεί να εξοφλήσει τις οφειλές της απέναντι της – γεγονός που θα την οδηγούσε χωρίς καμία αμφιβολία στη χρεοκοπία, αφού η μία μετά την άλλη χώρα θα έπαυε με τη σειρά της να την πληρώνει;
Θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε έναν ολόκληρο κατάλογο με τέτοια δύσκολα ερωτήματα, τα οποία θα προέκυπταν εάν κάποια χώρα ξεκινούσε το «χορό του Ζαλόγγου». Εάν όμως επέλεγε μόνο η Γερμανία την έξοδο, δεν θα υπήρχε σχεδόν κανένα πρόβλημα – ούτε καν για την ίδια, εάν εξαιρέσουμε ένα κάποιο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θα υπέφερε από την προβλεπόμενη ανατίμηση του νομίσματος της.
Επομένως, η λύση της εξόδου της Γερμανίας από την Ευρωζώνη φαίνεται προτιμότερη από κάθε τι άλλο όπως, για παράδειγμα, από το συνασπισμό των κρατών του Νότου, ο οποίος προτείνεται απερίσκεπτα από κάποιους – αφού κάτι τέτοιο θα κατακερμάτιζε την Ευρώπη, δημιουργώντας αντίπαλα, εχθρικά στρατόπεδα, με αποτελέσματα που δεν είναι δύσκολο να προβλεφθούν.
Μήπως όμως είναι αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκει κρυφά η Γερμανία, η οποία χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από μία εξαιρετικά «συμφεροντολογική», «συνωμοσιολογική» και απολύτως μη αλληλέγγυα νοοτροπία; Μήπως ο απώτερος στόχος της είναι η είσπραξη των πάσης φύσεως δανείων της (Target II κλπ.) από τις υπόλοιπες χώρες, η υποδούλωση αυτών που δεν μπορούν να την εξοφλήσουν, η λεηλασία τους, η υιοθέτηση του μάρκου, η απολυταρχική ηγεμονία της στην Ευρώπη, καθώς επίσης η ανεξαρτητοποίηση της από τις Η.Π.Α.;
Μήπως για αυτόν ακριβώς το λόγο ιδρύθηκε το νέο αντιευρωπαϊκό κόμμα με την ονομασία «Εναλλακτική για τη Γερμανία» – η «συμμορία του μάρκου» ουσιαστικά, η οποία κατά πολλούς χρηματοδοτείται και ενισχύεται από την ίδια την παράταξη της καγκελαρίου; Μήπως αυτό είναι το δικό της «Σχέδιο Β»;
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ας μην ξεχνάμε ότι, η Δυτική Γερμανία εκμεταλλεύθηκε αρχικά (1990) τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, για να «εξαγοράσει» την Ανατολική Γερμανία. Στη συνέχεια, κατάφερε να επιτύχει την ένωση, με τη συμφωνία της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας – υπό την προϋπόθεση της συμμετοχής της στο κοινό νόμισμα, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ειρήνη στην Ευρώπη.
Αργότερα, χρηματοδότησε το τεράστιο κόστος της ένωσης (150 δις €, για δέκα περίπου χρόνια), μέσω των εξαγωγικών πλεονασμάτων, εις βάρος των δήθεν «εταίρων» της – μεταξύ άλλων, «χρηματίζοντας και φακελώνοντας» ορισμένες διεφθαρμένες πολιτικές ηγεσίες τους (καθώς επίσης με ένα άνευ προηγουμένου μισθολογικό dumping, εις βάρος των Πολιτών της).
Σήμερα δε, καταδυναστεύει τους πάντες, έχοντας αποκτήσει πλέον την απαιτούμενη οικονομική ισχύ, με τη βοήθεια της κρίσης χρέους – κάτι που αποδείχθηκε από την απίστευτα εκδικητική και εγκληματική συμπεριφορά της απέναντι στην Κύπρο, όταν ο λαός της (Βουλή) αποφάσισε να ψηφίσει υπερήφανα «Όχι» (αν και πιθανότατα πρόκειται για έναν αντιπερισπασμό της Γερμανίας, για μία σκόπιμη «εστία πυρκαγιάς», με στόχο να εξασφαλίσει χρόνο για τις ενέργειες που προγραμματίζει – για το «Σχέδιο Β»).
Ενδεχομένως λοιπόν, ο στόχος της να είναι αυτός που προαναφέραμε – αν και δεν είναι καθόλου εύκολο να τεκμηριωθεί. Ακόμη όμως και να κάνουμε λάθος, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε, εάν η Ευρώπη είναι αυτή τη φορά σε θέση να αντέξει μία ενωμένη, πανίσχυρη Γερμανία, με το δικό της νόμισμα;
Μία χώρα, η οποία θα μπορούσε σε χρόνο μηδέν να επιβάλλει στο δύστυχο λαό της το, επιτυχημένο οικονομικά, σύστημα της Κίνας; Τον κρατικό καπιταλισμό δηλαδή, ο οποίος αποκαλείται «κατ’ ευφημισμό» έτσι, αφού ουσιαστικά δεν διαφέρει από τη δικτατορία ή από το γνωστό μας εθνικοσοσιαλισμό;
Σε τελική ανάλυση, μπορεί η Ευρώπη να αντέξει μία δεύτερη Κίνα, με «σκοτεινές» διαθέσεις, τοποθετημένη μέσα στα «σπλάχνα» της; Είναι αλήθεια σε θέση οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είτε παρέμεναν στο ευρώ, είτε επέστρεφαν όλες μαζί στα εθνικά τους νομίσματα, να εγγυηθούν την ειρήνη και την ελευθερία στη ήπειρο μας, εάν απελευθερωθεί ξανά η Γερμανία, υιοθετώντας το γνωστό παρελθόν της;
Μήπως η μοναδική λύση δεν είναι άλλη από την υποχρέωση της Γερμανίας να συμφωνεί δημοκρατικά με τις προτάσεις των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης – με εναλλακτική δυνατότητα την αποχώρηση της από το ευρώ, παράλληλα με το διαχωρισμό της ξανά σε Ανατολική και Δυτική;
Άλλωστε, είναι αδιανόητο, ανεξήγητο, εξευτελιστικό καλύτερα το να συνεδριάζουν κάθε φορά οι 17 υπουργοί ή οι πρωθυπουργοί των χωρών της Ευρωζώνης και να αποφασίζει μόνη της η Γερμανία. Ειδικά για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία – οι πρωθυπουργοί των οποίων θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να μπορούν να ορθώσουν το ανάστημα τους απέναντι σε μία χώρα, το μοναδικό πλεονέκτημα της οποίας είναι η στυγνή εκμετάλλευση/κινεζοποίηση του λαού της.
