ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, τους Θεσμούς, πιστεύουμε ότι εξέλιξη μας σε μία πραγματική Δημοκρατία, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν «γνώμονα» πολιτικής σκέψης – ιδιαίτερα επειδή η μορφή του εκάστοτε πολιτεύματος διαμορφώνει και το χαρακτήρα των πολιτών. Σε γενικές γραμμές, η δημοκρατία αυτή οφείλει να έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
(α) Σεβασμό της ατομικότητας, υπακοή στους νόμους, ανεκτικότητα και πλήρη «συμβατότητα» με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς – της πλήρως ανταγωνιστικής δηλαδή, χωρίς μονοπώλια και ολιγοπώλια, με θεμέλιο στήριγμα τη μικρομεσαία επιχείρηση.
Όπως γνωρίζουμε εμπειρικά, η δημοκρατία έχει την προοπτική να απελευθερώνει όλα τα αποθέματα ενέργειας ενός λαού, έχοντας σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας χώρας με πρωτοφανείς δυνατότητες. Το χαρακτηριστικό αυτό της Δημοκρατίας είναι σε πλήρη αντίθεση με τα αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία «είναι υποχρεωμένα να επιβλέπουν τις αποκλεισμένες μάζες, υπονομεύοντας την πιθανή δύναμη τους».
(β) Πλήρη έλεγχο των κυβερνόντων, σε σχέση με την τήρηση των προγραμμάτων τους, καθώς επίσης με τη διαχείριση των δημοσίων χρημάτων. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να εξασφαλίζεται από μία ανεξάρτητη Αρχή, υπό τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία όχι μόνο να ελέγχει, αλλά και να εποπτεύει το κυβερνών κόμμα, όσον αφορά τα νομοσχέδια, τους προϋπολογισμούς, τις προεκλογικές δεσμεύσεις κλπ. Τα μέλη της ανεξάρτητης αυτής Αρχής θα έπρεπε να διορίζονται με τυχαία κλήρωση μεταξύ αυτών που, έχοντας τις απαιτούμενες δεξιότητες και επιθυμώντας να συμμετέχουν στα κοινά, θα είχαν υποβάλει υποψηφιότητα.
(γ) Αποδεκτή από όλους μέθοδο απονομής Δικαίου, χωρίς καμία εξαίρεση («ασυλία» των πολιτικών κλπ), όπου τουλάχιστον όσον αφορά τα κακουργήματα, σε επίπεδο Εφετείου, θα πρέπει να αποφασίζουν Ένορκοι και όχι Δικαστές. Επίσης θα πρέπει να εξασφαλίζεται ο «παραδειγματισμός» και των δικαστών πρώτου και δεύτερου βαθμού, εφόσον οι αποφάσεις τους «καταρρίπτονται» από τις επόμενες βαθμίδες (για παράδειγμα, εάν καταρριφθούν άνω των 10 αποφάσεων, να διακινδυνεύει τη θέση του ο υπεύθυνος δικαστής). Έτσι θα αποφεύγεται και εδώ το «ετεροβαρές ρίσκο», αυτό δηλαδή που ένα πρόσωπο αποφασίζει πόσο ρίσκο θα αναλάβει, ενώ κάποιο άλλο πρόσωπο πληρώνει το κόστος, όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν θετικά και καταλήξουν σε ζημίες.
Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη προϋπόθεση, τους «συνειδητούς πολίτες», διαπιστώνουμε αμέσως ότι δεν είναι οι πολιτικοί οι μοναδικοί ένοχοι για τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουμε αλλά, μαζί με αυτούς, και εμείς οι ίδιοι. Αναμφίβολα, λίγοι καταλαβαίνουμε τις αρχές της Δημοκρατίας, ενώ ακόμη πιο λίγοι προσπαθούμε να διαμορφώσουμε έναν χαρακτήρα, απόλυτα συνεπή με έναν τέτοιο «τρόπο ζωής». Διαφορετικά δεν θα περιμέναμε κάθε φορά από τα όποια πολιτικά κόμματα να μας προτείνουν ένα «πρόγραμμα διακυβέρνησης» που σχεδόν ποτέ δεν μελετάμε, αλλά θα συμμετείχαμε ενεργά στη δημιουργία του.
Εάν οι πολιτικοί δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουμε και εάν εμείς δεν συμμετέχουμε στα κοινά, είναι αδύνατον να βρεθούν οι σωστές λύσεις. Όσο δεν εμπιστευόμαστε στο μέσο πολίτη (στον εαυτό μας δηλαδή) τη διαχείριση της δημόσιας ζωής, τόσο χειρότερα θα γίνονται τα πράγματα, αφού θα καταφεύγουμε συνεχώς σε επαγγελματίες της πολιτικής, σε γραφειοκράτες και σε δήθεν ειδικούς, οι οποίοι θα αποσκοπούν μόνο στο δικό τους όφελος, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία μας να εμπιστευθούμε τους εαυτούς μας.
Τέλος, όσο επιτρέπουμε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να μας χειραγωγούν (αντί να μας διασκεδάζουν πολιτισμένα, να μας ενημερώνουν και να μας εκπαιδεύουν), αδυνατίζοντας τις υγιείς αντιστάσεις μας, κατατροπώνοντας τους «δημόσιους άνδρες» μας και υποδουλώνοντας μας, τόσο πιο επώδυνα θα γίνονται τα προβλήματα μας και τόσο πιο πολύ θα μειώνεται η αποδοτικότητα μας. Όλα τα πράγματα πρέπει να στηρίζονται σε κάποιες βάσεις, σε κάποια θεμέλια δηλαδή που δεν θα είναι εύκολο να «γκρεμιστούν» από κανέναν μας.
Η ανταγωνιστικότητα μας λοιπόν, η παραγωγικότητα και η δυναμικότητα μας, είναι αδύνατον ποτέ να αναπτυχθούν, εάν προηγουμένως δεν τοποθετηθούν τα απαιτούμενα θεμέλια. Τα συμφέροντα μας, υπό υγιείς βέβαια προϋποθέσεις, είναι απολύτως συνυφασμένα με τα συμφέροντα της χώρας μας, ενώ δεν μπορούμε να είμαστε ασφαλείς, επιτυχημένοι και ευτυχισμένοι, παρά μόνο εάν προηγηθεί η χώρα μας.
Ειδικά δε ο μέσος άνθρωπος, σε πλήρη αντίθεση με το «χαρισματικό», μπορεί να μεγαλουργήσει μόνο μέσω του μεγαλείου της χώρας του. «Όμως, μόνο μέσα σε μία δημοκρατία είναι πρόθυμοι οι άνθρωποι να υποστούν τις απαραίτητες θυσίες για την ευημερία της χώρας τους αφού, περισσότερο από ότι στα άλλα καθεστώτα, κατανοούν απόλυτα και αντιμετωπίζουν άφοβα την πραγματικότητα».
Όσον αφορά την τελευταία προϋπόθεση, την υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία είναι η πλέον σημαντική, αφού μπορεί να αντισταθμίσει τις ενδεχόμενες αδυναμίες των άλλων δύο, έχουμε την άποψη ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς εκείνον τον ηγέτη που να μπορεί πραγματικά να πείθει, χωρίς να διατάζει, καθώς επίσης να προσελκύει δίπλα του (αφιλοκερδώς) τους ικανότερους των συμπολιτών του. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε τόσες ανασφάλειες και τόσα συμπλέγματα που μόνο κάτω από κάποιας μορφής «απολυταρχικό» χαρακτήρα μπορούμε να λειτουργήσουμε. Εκτός αυτού, για να μπορεί κανείς να πείσει, θα πρέπει να προηγηθεί η δική του πίστη στις ικανότητες του και στην ορθότητα των απόψεων του – κάτι που στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Το χάρισμα όμως να διδάσκει ο ηγέτης τους ελεύθερους πολίτες της χώρας του (το εγγενές παράδοξο στη δημοκρατία είναι ότι οφείλει να δημιουργεί πολίτες ελεύθερους, αυτόνομους και αυτάρκεις, εξαρτώμενη παράλληλα από αυτούς), να τους εκπαιδεύει δηλαδή, έχοντας τις ικανότητες που απαιτεί αυτός ο ρόλος, είναι πολύ πιο δύσκολο να υπάρξει από το προηγούμενο.
Όμως, μόνο εάν ο ηγέτης διαθέτει αυτά τα χαρίσματα, έχοντας την επί πλέον ικανότητα να μπορεί να ανταπεξέρχεται με τον κίνδυνο της αστάθειας του πραγματικά δημοκρατικού πολιτεύματος, μπορεί να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις όλων των πολιτών του, οι οποίοι τότε θα συμμετέχουν εθελοντικά σε μία κοινή προσπάθεια, με στόχο να γίνει το κράτος τους η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα του κόσμου.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Συμπερασματικά λοιπόν, είναι απαραίτητη η αναβίωση της συνεχούς πολιτικής αναζήτησης του καλύτερου κάθε φορά δρόμου και του ικανότερου ηγέτη, με στόχο τη ριζική επίλυση των προβλημάτων μας. Εάν καταφέρουμε να εξελίξουμε ορθολογικά το Πολιτικό μας σύστημα, καθώς επίσης να επικεντρωθούμε σε εκείνους τους τομείς της Οικονομίας που μπορούμε πραγματικά να αποδώσουμε, πολλαπλασιάζοντας το ΑΕΠ μας παραγωγικά και όχι καταναλωτικά, τότε πραγματικά θα μεγαλουργήσουμε.
Πολύ περισσότερο, αφού θα πάψουμε φυσικά να προτείνουμε «τετριμμένα» την επιβολή νέων φόρων, την εξάλειψη της φοροδιαφυγής (μοναδική εξαίρεση η φοροαποφυγή των πολυεθνικών) και τη μείωση των κρατικών δαπανών αφού, αυξανομένου του ΑΕΠ, θα αυξανόταν αυτόματα και η φορολογική βάση (κατ’ επέκταση, οι φόροι σε απόλυτο μέγεθος)
Οι πολίτες φορολογούνται παραπάνω από το κανονικό, συγκριτικά με άλλες χώρες (διαπίστωση του ΟΟΣΑ) ενώ, εάν προσθέσουμε στο 22% των φόρων επί του ΑΕΠ που ήδη εισπράττονται τους «έμμεσους» τρόπον τινά φόρους (φροντιστήρια, ιατρική περίθαλψη κλπ), θα υπερβούμε κατά πολύ αυτά που μπορούν πραγματικά να αποδοθούν στο δημόσιο – εκτός του ότι η δυσανάλογη αύξηση της φορολογίας προκαλεί αφ ενός μεν ύφεση, αφ ετέρου εκτεταμένη φοροδιαφυγή.
Όσον αφορά τώρα την εξάλειψη της φοροδιαφυγής, μόνο «στατιστική» πρόοδος μπορεί να καταγραφεί, με βάση την υφιστάμενη εμπειρία, εάν δεν αυξηθούν υπερβολικά (και ασύμφορα) οι δαπάνες «δίωξης». Η μείωση της φοροδιαφυγής άλλωστε των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι ευθέως ανάλογη της αύξησης της κερδοφορίας τους και επομένως, όταν ευημερούν, περιορίζεται αυτόματα η όποια φοροδιαφυγή τους, χωρίς ιδιαίτερες προσπάθειες από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς των κρατών.
Τέλος, η μείωση των κρατικών δαπανών θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί, με τη βοήθεια της ανεξάρτητης ελεγκτικής/εποπτικής Αρχής υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που προτείναμε – ξανά όμως «στατιστικά» και σε βάθος χρόνου.
Περαιτέρω, οι κύριοι τομείς της Οικονομίας που μπορούμε να αναπτυχθούμε, αυξάνοντας το ΑΕΠ μας, υπό τις σωστές προϋποθέσεις φυσικά, είναι ο Τουρισμός, η Ναυτιλία (οι μεταφορές γενικότερα), η Γεωργία, οι Κατασκευές, η Τεχνολογία και τα Χρηματοοικονομικά.
Σε αντίθεση με τις ήδη ανεπτυγμένες χώρες αντιστοίχου σχεδόν μεγέθους, όπως η Ολλανδία, οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του ΑΕΠ μας είναι εξαιρετικά μεγάλες. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι οι ολλανδικές εξαγωγές είναι 430,4 δις € (69,6% επί ενός ΑΕΠ ύψους 618,36 δις €), ενώ οι δικές μας μόλις 17,2 δις € (7,2% επί ενός ΑΕΠ ύψους 241,8 δις €) – πάνω από 25 φορές χαμηλότερες δηλαδή, όταν έχουμε 2,56 φορές λιγότερο ΑΕΠ!
Σε γενικές γραμμές, ο Τουρισμός μας απαιτεί ορθολογισμό (για παράδειγμα την επέκταση στις χειμερινές διακοπές, στις παροχές υπηρεσιών υγείας & ομορφιάς κ.α.), ενώ προϋποθέτει την ποιοτική ανάπτυξη της μαζικής εστίασης, καθώς επίσης την ίδρυση ταξιδιωτικών πρακτορείων στο εξωτερικό. Η Ναυτιλία μας απαιτεί τη δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων που θα μπορούσαν πραγματικά να προσελκύσουν το σύνολο των εφοπλιστών μας να εγκατασταθούν «φορολογικά» στη χώρα μας. Οι μεταφορές ευρύτερα οφείλουν να οργανωθούν καλύτερα και να ολοκληρώσουν τη ναυτιλία (λιμάνια κλπ) – την «κάθετη» σύνδεση της δηλαδή με τους χερσαίους προορισμούς.
Η Γεωργία μας πρέπει να επικεντρωθεί στα βιολογικά προϊόντα (καθόλου στα «υβριδικά») και στα τρόφιμα υψηλής ποιότητας, καθώς επίσης να εξασφαλίσει μεθοδικά τα σωστά κανάλια διανομής, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Οι Κατασκευές μας οφείλουν να επεκταθούν περισσότερο στην Α. Ευρώπη, αφού διαθέτουν πλέον πολύτιμο Know How από τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν εκτελέσει στην Ελλάδα.
Οι δυνατότητες μας στην Τεχνολογία (Software, διαδίκτυο κλπ) είναι αυξημένες, επειδή απαιτείται δημιουργικότητα σε συνθήκες ελευθερίας – πράγματα που διαθέτουμε εμείς, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από αρκετές άλλες χώρες. Τέλος, ο Χρηματοπιστωτικός τομέας μας (τράπεζες, επενδυτικές, χρηματιστήριο κλπ) είναι αρκετά ανεπτυγμένος και θα μπορούσε να εξασφαλίσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, εάν προσέλκυε (ή εκπαίδευε μεθοδικά) ικανά στελέχη, έτσι ώστε να αξιολογεί σωστά τόσο τους κινδύνους, όσο και τις ευκαιρίες, μακριά από την «τοκογλυφική» αντιμετώπιση των αγορών.
Ίσως λοιπόν να έχει έλθει ο καιρός που πρέπει να πάψουμε να περιμένουμε τα πάντα από τους πολιτικούς και τα κόμματα. Ίσως να πρέπει εμείς, αντιστρέφοντας τους όρους, να θέσουμε νέους προβληματισμούς και να αναζητήσουμε ενεργητικά τους ηγέτες που θα εφαρμόσουν τις νέες λύσεις.
Οδηγός μας οφείλει να είναι το κοινό συμφέρον, καθώς επίσης η πρόθεση μας να γίνουμε «πάση θυσία» η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα της ΕΕ., με τη βοήθεια της απελευθέρωσης των τεράστιων αποθεμάτων ενέργειας όχι μόνο των 5 εκ. εργαζομένων μας, αλλά ολόκληρου του Έθνους μας.
.
