ΑΠΕΙΛΗ ΔΙΔΥΜΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ - Σελίδα 4 από 4 - The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΑΠΕΙΛΗ ΔΙΔΥΜΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ

ΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Μετά την επικράτηση του «μικρού κράτους», την οποία περιγράψαμε ήδη, το «αόρατο χέρι της αγοράς» απελευθερώθηκε από τα δεσμά του και άρχισε ξανά να κινείται ανενόχλητο/ανεμπόδιστο, όπως πριν από το 1930, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Αμέσως μετά ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις του δολαρίου, με τα γνωστά «πετρελαϊκά σοκ» του 1973 και του 1979 – συνοδευόμενες από έντονες, καταστροφικές υφέσεις. Το επίπεδο των επιτοκίων ξεπέρασε τους μεσοπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί νεωτερισμοί, τα παράγωγα δηλαδή κάθε είδους, αλλά και τα υπόλοιπα «προϊόντα» (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια με τοκογλυφικά επιτόκια άνω του 20% κλπ), οδήγησαν την «τάση για επίτευξη κερδών», από την παραγωγή προϊόντων στην κερδοσκοπία. Ο Πίνακας ΙΙ (άρθρο μας) που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $ στις Η.Π.Α., Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος

Δημόσιο Χρέος

Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ

Έλλειμμα

1981

1,0

32,5%

-0,08

1985

1,8

43,8%

-0,21

1990

3,2

55,9%

-0,22

1995

4,9

67,0%

-0,16

2000

5,6

57,3%

+0,24

2005

7,9

63,5%

-0,32

2009

11,9

83,4%

-1,41

2010*

13,8

94,0%

-1,42

2011*

15,1

100,0%

-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης

Πηγή: Spiegel

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.

Οι βιομηχανικοί όμιλοι, οι οποίοι σηματοδότησαν την ανάπτυξη μετά το 1930, με κέντρο βάρους την παραγωγή προϊόντων, «μεταλλάχθηκαν» σε χρηματοπιστωτικά «κτήνη». Οι τράπεζες, οι οποίες μέχρι τότε ήταν στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, μετατράπηκαν σε «αλχημιστές του χρήματος». Απλούστερα, το «θαύμα» της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1980, έλαβε χώρα στο χρηματοπιστωτικό κόσμο – με την αύξηση του δανεισμού, καθώς επίσης με τον «αληθινό κόσμο των επιχειρήσεων», αυτόν δηλαδή που δραστηριοποιούταν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, να υποχωρεί συνεχώς (κενό που αναπλήρωσε η Κίνα – η παραγωγική μηχανή της δύσης).

Η θεωρητική επεξήγηση του αναμφίβολου αυτού γεγονότος, σύμφωνα με το οποίο το αόρατο χέρι της αγοράς δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία, ενώ προκαλεί την καταστροφή στη χρηματοπιστωτική, είναι ουσιαστικά αυτονόητη. Για παράδειγμα, όταν αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, η τιμή του ανεβαίνει – όπως επίσης και το κίνητρο κέρδους για τον «κατασκευαστή» του. Στη συνέχεια, ο επιχειρηματίας αυξάνει την ποσότητα που παράγει (ή εισέρχονται νέοι επιχειρηματίες στην αγορά, λόγω των αυξημένων προοπτικών κερδοφορίας), την προσφορά δηλαδή, οπότε η τιμή μειώνεται – ενώ αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.       

Όταν όμως αυξάνεται η ζήτηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές (μετοχές κλπ), την οποία ακολουθούν οι υψηλότερες τιμές, η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί – αφού οι ποσότητες των μετοχών είναι συνήθως περιορισμένες (βεβαίως οι αγορές χρησιμοποιούν διάφορα  τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα το «splitting», την παραγωγή δηλαδή δύο ή περισσοτέρων μετοχών από τη μία αρχική – η επιχείρηση όμως παραμένει η ίδια). Στην περίπτωση αυτή, όταν αυξάνεται η ζήτηση μετοχών δηλαδή, οι χρηματιστές συστήνουν συνήθως «αγορά» – οπότε, αντί της προσφοράς (όπως συμβαίνει στα προϊόντα), αυξάνεται ακόμη περισσότερο η ζήτηση και, μαζί με αυτήν, ξανά οι τιμές.

Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη «αγελαία», στρεβλή εξέλιξη των τιμών των μετοχών, των πρώτων υλών, των επιτοκίων και των συναλλαγμάτων, η οποία οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε ανοδικές ή καθοδικές χρηματιστηριακές «αγορές» –σε μανιοκαταθλιπτικές δηλαδή διακυμάνσεις των τιμών, αντί σε φυσιολογικές και εξισορροπημένες.

Η δεύτερη αιτία της καταστροφικής λειτουργίας του «αόρατου χεριού» του A.Smith στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι το ότι,σε αυτές τις αγορές δεν παράγονται προϊόντα και δεν δημιουργούνται αξίες – απλά αναδιανέμονται τα υφιστάμενα, μεταξύ των συμμετεχόντων. Αυτοί δε που έχουν τις περισσότερες πληροφορίες (Goldman Sachs, BIS, Hedge funds κλπ), πόσο μάλλον τις «εσωτερικές», κερδίζουν πάντοτε, ενώ όλοι οι άλλοι συνήθως χάνουν – από τους ερασιτέχνες «επενδυτές», μέχρι τα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές καθιστούν ουσιαστικά δυνατή τη διασπορά των κινδύνων, τους οποίους όμως οι ίδιες δημιουργούν. Μέσω δε της συνεχώς γρηγορότερης κερδοσκοπίας (διαδικτυακά καζίνο), αποσταθεροποιούν τελικά τις τιμές των μετοχών, των εμπορευμάτων κλπ – πουλώντας ταυτόχρονα νέα «ασφαλιστικά» προϊόντα (CDS κλπ), με στόχο την εξασφάλιση των «επενδυτών» από τους κινδύνους που οι ίδιες προκαλούν, αποκομίζοντας έτσι τα διπλά κέρδη. Η εξέλιξη στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία (θα ακολουθήσουν  προφανώς πολλές άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Μ. Βρετανία, οι Η.Π.Α. κλπ), είναι «παραδειγματική»:

Οι αγορές, «στοιχηματίζοντας» στη χρεοκοπία της χώρας μας, προκάλεσαν την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μας (άνω του 10%). Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες χρεοκοπίας μεγεθύνθηκαν – οπότε οι «αγορές» δεν κερδίζουν μόνο από τα αυξημένα επιτόκια, αλλά και από τα προϊόντα που πουλούν (CDS κλπ), για την εξασφάλιση των πελατών τους από το ρίσκο που οι ίδιες δημιουργούν. Την ίδια στιγμή, δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1% – αγοράζοντας με αυτά κρατικά ομόλογα, με αποδόσεις της τάξης του 10%. Εάν δε χάσουν τα χρήματα τους, τότε απαιτούν τη βοήθεια των κρατών – την ενίσχυση τους δηλαδή από τους φορολογουμένους, τους οποίους προσπάθησαν λίγο πριν να ληστέψουν.

Ολοκληρώνοντας, η εξοικονόμηση πόρων από τους Πολίτες των υπερχρεωμένων πια δυτικών κρατών, από τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις δηλαδή, με μειώσεις μισθών, με φόρους και με άλλες θυσίες, οδηγείται τελικά, δια μέσου των επιτοκίων, στα ταμεία του χρηματοπιστωτικού κτήνους – με αποτέλεσμα τα δημόσια χρέη να συνεχίζουν να αυξάνονται.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, το πρόβλημα είναι οι τοκογλυφικοί τόκοι – καθώς επίσης η προθυμία των «ιθυνόντων», να αποζημιώνουν τις «αγορές», για τους κινδύνους που οι ίδιες δημιουργούν, με στόχο την κερδοσκοπία. Η πολιτική ελίτ δεν μπορεί προφανώς να καταλάβει ότι, το αόρατο χέρι της αγοράς παράγει «πλαστές» τιμές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα – αφού, σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική οικονομία, αδυνατεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά, «μη καθοριζόμενο», μη υπακούοντας δηλαδή στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης.

Η «στρεβλή» αυτή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών αυξάνει επί πλέον την ανασφάλεια, εις βάρος της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας – ενώ όλες οι αναταραχές και οι οικονομικές κρίσεις, μετά το 1970, είναι το αποτέλεσμα της αστάθειας που προκαλούν τόσο οι άναρχες αγορές, όσο και οι μονοπωλιακές, πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις. 

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η μοναδική λύση της συστημικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, όσον αφορά τις «αγορές», είναι η ρύθμιση και ο περιορισμός του χρηματοπιστωτικού κλάδου – έτσι ώστε να οδηγηθεί ξανά η υγιής τάση για κέρδος στην αληθινή οικονομία και στις επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν πραγματικά προϊόντα, απαραίτητα τόσο για την επιβίωση, όσο και για την καλύτερη διαβίωση μας.

Ακόμη καλύτερη θα ήταν ασφαλώς η κρατικοποίηση των αγορών – δηλαδή, η υπαγωγή τόσο των μεγάλων τραπεζών (πρώτα από όλες της BIS), όσο και των εθνικών χρηματιστηρίων, στην ιδιοκτησία του κράτους. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η σωστή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ροή των κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία, ορθολογική κατανάλωση, σωστός δανεισμός κλπ), ενώ θα αντιμετωπιζόταν ριζικά η εξάρτηση των κρατών από τις αχόρταγες, επικίνδυνες, τοκογλυφικές και μανιοκαταθλιπτικές αγορές.

Όσον αφορά τώρα τις πολυεθνικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις (Καρτέλ), οι οποίες επίσης ευθύνονται για τη σημερινή συστημική κρίση, αφού απομυζούν τις εθνικές οικονομίες, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια στα μεγέθη τους – κατ’ αρχήν, με τη σωστή λειτουργία των επιτροπών ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν μάλλον ατονήσει, εάν δεν έχουν εντελώς αποπροσανατολισθεί, από τους αρχικούς σκοπούς της ίδρυσης τους.

Εκτός αυτού, τα κράτη δεν πρέπει να ιδιωτικοποιούν σε καμία περίπτωση τις κοινωφελείς επιχειρήσεις τους (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κλπ), οι οποίες οφείλουν να παραμένουν στην ιδιοκτησία τους – λειτουργώντας βέβαια με απόλυτη διαφάνεια (Ισολογισμοί στο διαδίκτυο κλπ), έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχονται από υπεύθυνους Πολίτες, καθώς επίσης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Κλείνοντας, οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στους εργαζομένους στο ότι, μικρότερο κράτος (αποκρατικοποιήσεις κλπ) σημαίνει περιορισμένες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης χαμηλότερες αμοιβές για τους ίδιους. Αντίθετα, μεγαλύτερο κράτος, σημαίνει υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες κοινωνικές παροχές – μέχρι εκείνο βέβαια το οριακό σημείο όπου, οι απαιτήσεις τους θα «απειλήσουν» να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των επιχειρήσεων, ανοίγοντας το «κουτί της Πανδώρας» (όπως συνέβη 40 έτη πριν και θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη).

Αντί λοιπόν να καταναλώνουν άσκοπα τις δυνάμεις τους στην κριτική του «ανάλγητου» κράτους, παίζοντας ουσιαστικά το παιχνίδι των «αγορών» (τοποθέτηση των κοινωνικών ομάδων σε αντίπαλα στρατόπεδα και κυριαρχία τους, με τη βοήθεια του «διαίρει και βασίλευε»), είναι μάλλον προτιμότερο να συμβάλλουν ενεργητικά στη σωστή λειτουργία της Πολιτείας – χωρίς υπερβολικές απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις ή τα κράτη, αλλά και χωρίς να επιτρέπουν τις άκρως επικίνδυνες αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες τελικά θα τους καταστήσουν δούλους των χρηματαγορών και των μονοπωλίων (ή, ίσως, αποικίες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη).

Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από τη σημερινή, εθνική και παγκόσμια κρίση, δεν μπορεί να προέλθει από την οικονομική ελίτ, αλλά από την Πολιτική – την οποία πρέπει να αποκαταστήσουμε στην εξουσία, αναλαμβάνοντας όλοι μαζί τις ευθύνες της σωστής λειτουργίας της: με την απαίτηση για περισσότερη, άμεση και αποτελεσματική Δημοκρατία, με τη βοήθεια νέων θεσμών. 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading