ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
Το κυπριακό φορολογικό σύστημα είναι σε τέτοιο βαθμό φιλελεύθερο, ώστε δεν μπορεί κανείς να το «απελευθερώσει» περισσότερο, μέσω ενδεχόμενων διαρθρωτικών αλλαγών – παρά το ότι (θεωρητικά) κυβερνάται από ένα σοσιαλιστικό κόμμα και έναν πρόεδρο, ο οποίος αυτοαποκαλείται «το κόκκινο πρόβατο» της Ευρώπης (σοσιαλισμός και «νόμιμη φοροδιαφυγή», είναι μάλλον ασύμβατες μεταξύ τους έννοιες). Ακόμη περισσότερο, τόσο το φορολογικό, όσο και το νομικό σύστημα της Κύπρου, λέγεται πως δεν έχει να ζηλέψει τίποτα, ακόμη και από τα πλέον νεοφιλελεύθερα καθεστώτα.
Περαιτέρω, οι δύο σημαντικότεροι πυλώνες της κυπριακής οικονομίας είναι ο τουρισμός και η χρηματοπιστωτική βιομηχανία – με την τελευταία να στηρίζεται κυρίως στο χαμηλό συντελεστή φορολόγησης των κερδών (10%) ο οποίος, σε συνδυασμό με άλλες μεθόδους αποφυγής της φορολογίας, είναι παγκοσμίως ασυναγώνιστος.
Εάν τώρα η Κύπρος αύξανε το συντελεστή φορολόγησης, τότε το δημόσιο της δεν θα εισέπραττε λιγότερα χρήματα, αλλά ενδεχομένως σχεδόν καθόλου. Τα «μοντέλα εξοικονόμησης φόρων», με τα οποία προσελκύονται επιχειρήσεις και επενδυτές από όλο τον πλανήτη, στηρίζονται κυρίως στο συγκεκριμένο συντελεστή – με αποτέλεσμα, η οποιαδήποτε αλλαγή του (κάτι ανάλογο ισχύει και στην Ιρλανδία), να κατάστρεφε εντελώς την οικονομία της χώρας.
Επομένως, εάν η Ευρώπη απαιτούσε, με αντάλλαγμα τη «διάσωση» της Κύπρου, την αύξηση του συντελεστή, η κατάρρευση του νησιού θα ήταν δεδομένη – παράλληλα φυσικά με την καταβαράθρωση του σχετικά υψηλού βιοτικού επιπέδου των κατοίκων του.
Από την άλλη πλευρά, το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων του στενού δημοσίου τομέα της χώρας οι οποίοι, όπως και στην Ελλάδα, ενοχοποιούνται για τη «χρεοκοπία» της πατρίδας τους (υψηλό κόστος κλπ.) είναι της τάξης των 52.000 – έναντι 414.100 συνολικά εργαζομένων.
Αποτελούν δηλαδή το 12,5% του συνόλου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι περίπου 14,6%. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα υπερβολικά διογκωμένο δημόσιο, όσο και αν επιχειρείται να εμφανιστεί ως τέτοιο, από τους συνδίκους των δανειστών της Κύπρου (Τρόικα).
Ολοκληρώνοντας, οι ενοποιημένοι λογαριασμοί της κεντρικής κυβέρνησης (προϋπολογισμός) και των υπό διαχείριση ταμείων της Κύπρου (σε χρηματική βάση το 2011) απεικονίζονται στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ενοποιημένοι λογαριασμοί σε χιλιάδες ευρώ, το 2011
| Λογαριασμός |
Ποσόν |
Ποσοστό επί του ΑΕΠ |
| Δημόσια έσοδα και χορηγίες |
6.589.531 |
37,10% |
| Δημόσιες Δαπάνες |
7.674.110 |
43,21% |
| Δημοσιονομικό Έλλειμμα |
-1.084.579 |
-6,01% |
| Πρωτογενές Ισοζύγιο |
-549.260 |
|
| Μισθοί και ημερομίσθια (δαπάνες) |
1.947.811 |
10,97% |
| Συντάξεις και φιλοδωρήματα |
549.345 |
3,09% |
| Πληρωμές ταμείων κοινωνικών ασφαλίσεων |
1.367.881 |
7,79% |
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών Κύπρου
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Τα συνολικά έσοδα της Κύπρου το 2011 καταγράφονται από τη Eurostat στο 39,8% του ΑΕΠ της (40,9% της Ελλάδας, 35,1% της Ισπανίας, 35,3% της Ιρλανδίας), ενώ οι συνολικές δαπάνες στο 46,1% του ΑΕΠ της (50,1% της Ελλάδας, 43,6% της Ισπανίας και 48,1% της Ιρλανδίας).
.
Από τον Πίνακα ΙΙΙ συμπεραίνουμε ότι, εφόσον βέβαια ο αριθμός των ΔΥ που πληρώνονται από το δημόσιο είναι πράγματι 52.000,ο μέσος καθαρός μισθός είναι εξαιρετικά υψηλός – της τάξης των 3.120 € (37.442 ετησίως), όπως ακριβώς και στην Ελλάδα, πριν από την εισβολή του ΔΝΤ. Επομένως, μία ενδεχόμενη μείωση του κατά 1.000 € μηνιαία (στα 2.100 € καθαρά, μείωση 35%), θα εξοικονομούσε περί τα 600 εκ. € καθαρά ή περί το 1 δις € μικτά – οπότε θα μηδενιζόταν εντελώς το έλλειμμα της Κύπρου.
Εν τούτοις, το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι το έλλειμμα – ο μηδενισμός του οποίου θεωρείται κάτι περισσότερο από εφικτός, είτε μέσω της μείωσης των δαπανών, είτε μέσω της αύξησης των εσόδων. Επίσης δεν είναι το δημόσιο χρέος, αφού πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα της Ευρώπης – όπως κάποτε της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας.
Το μεγάλο πρόβλημα του νησιού είναι το υπερβολικά διογκωμένο και εξαιρετικά επικίνδυνο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο πρέπει με κάθε θυσία να περιορισθεί «εξυγιαινόμενο» – ενώ χρησιμοποιείται «εκβιαστικά» από την Κομισιόν, με στόχο την πλήρη υποταγή της Κύπρου στη «Γερμανική Κοινοπολιτεία».
Δυστυχώς για την Κύπρο, ο μηδενισμός του ελλείμματος, ακόμη και η επίτευξη μεγάλων πλεονασμάτων, είναι αδύνατον ποτέ να αντισταθμίσει τους κινδύνους του τραπεζικού της συστήματος – αφού το μέγεθος του υπερβαίνει πάνω από οκτώ φορές το ΑΕΠ της. Επομένως, η όποια πολιτική λιτότητας αποφασισθεί και εφαρμοσθεί, απλά θα επιδεινώσει περαιτέρω τα προβλήματα της, αντί να τα επιλύσει – ενώ αποκλειστικά και μόνο η εισβολή του ΔΝΤ και της Γερμανίας, ίσως αποδειχθεί μοιραία για το νησί.
Ειδικότερα, μία τέτοια εισβολή θα εκφοβίσει πιθανότατα τους επενδυτές και λοιπούς «καταθέτες», από τους οποίους ουσιαστικά ζει η Κύπρος – με αποτέλεσμα να την εγκαταλείψουν ξαφνικά και μαζικά, αναζητώντας σε άλλα κράτη το κέντρο εγκατάστασης των δραστηριοτήτων τους.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο υπουργός οικονομικών του νησιού ήταν στέλεχος της Τράπεζας Κύπρου από το 1985, μέχρι το 2010 διεύθυνε το διοικητικό της συμβούλιο, ταυτόχρονα δε ήταν πρόεδρος της ένωσης τραπεζιτών της Κύπρου. Είναι μάλλον δύσκολο λοιπόν να απαιτήσει σήμερα, ως υπουργός οικονομικών, τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας του από την Ευρώπη, όταν ο ίδιος συνέβαλλε τα μέγιστα στην υπερδιόγκωση του – η οποία πιθανότατα θα κοστίσει στην πατρίδα του την εθνική της ανεξαρτησία, τη λεηλασία του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου της κοκ. (η τράπεζα Κύπρου χρειάστηκε 500 εκ. € από το δημόσιο για να μην χρεοκοπήσει – ενώ η Λαϊκή 1,8 δις €).
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, εάν οι πολίτες της Κύπρου υποχρεωθούν να αναλάβουν τα χρέη των τραπεζών τους (όπως οι Ιρλανδοί στο παρελθόν και οι Ισπανοί σύντομα), το μέλλον τους διαγράφεται εξαιρετικά σκοτεινό – σε πλήρη αντίθεση με την Ελλάδα, στην οποία απλά απαιτείται μία ικανή, επαρκής και θαρραλέα κυβέρνηση, για να ξεφύγει εντελώς από την οικονομική κρίση (υπενθυμίζουμε πως στην Οικονομία το πρόβλημα του δημοσίου χρέους είναι κατά πολύ πιο εύκολο στην επίλυση του, σε σχέση με το ιδιωτικό χρέος).
Κατά την άποψη μας λοιπόν (μετά τη συγκεκριμενοποίηση των προβλημάτων των τραπεζών και εφόσον το ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ολοκληρωτική διάσωση τους είναι μεγαλύτερο του 50% του ΑΕΠ της χώρας), η μοναδική λύση της Κύπρου είναι να «επιτρέψει» άμεσα στις όποιες υπερχρεωμένες τράπεζες της να χρεοκοπήσουν. Στη συνέχεια βέβαια να τις κρατικοποιήσει – κατά το παράδειγμα της Ισλανδίας, όπου όμως δεν μπορούμε να «μετρήσουμε» τους «γεωπολιτικούς κινδύνους», αφού η Κύπρος ευρίσκεται, δυστυχώς ή ευτυχώς, σε μία εντελώς διαφορετική γεωγραφική θέση.
Ολοκληρώνοντας, από την «εγκληματική» αντιμετώπιση της μικρής, πολύπαθης αυτής χώρας της Μεσογείου, φαίνεται δυστυχώς το σκοτεινό πρόσωπο της ηγεσίας της Ευρωζώνης, καθώς επίσης αυτών που την κατευθύνουν από το παρασκήνιο – ένα πρόσωπο που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν συνειδητοποιήσει οι ελεύθεροι πολίτες της Ευρώπης.
