ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ
Αυτοί οι οποίοι ισχυρίζονται ότι, οι διαρθρωτικές αλλαγές, σε συνδυασμό με την εσωτερική υποτίμηση, ήταν αυτά που εξασφάλισαν την οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, θα έχουν κατά κανόνα υπ’ όψιν τους (πηγή: F.E.S.) τις δύο παρακάτω «διαστάσεις»:
(α) το ότι η γερμανική οικονομία, μετά τις μεγάλες αλλαγές (τις οποίες ουσιαστικά δρομολόγησε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, λίγο αργότερα από την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη), αύξησε την αποτελεσματικότητα της, σε σύγκριση με το δικό της παρελθόν και
(β) το ότι αναπτύχθηκε καλύτερα από εκείνες τις χώρες, με τις οποίες θα μπορούσε να συγκριθεί – ή έστω ότι, λόγω αυτών των αλλαγών, κατάφερε να αντιμετωπίσει καλύτερα από τα άλλα κράτη τη χρηματοπιστωτική κρίση.
Η έννοια «καλύτερα» τώρα είναι δυνατόν να «αποκωδικοποιηθεί» με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους(οικονομικούς δείκτες) όπως, για παράδειγμα: ρυθμός ανάπτυξης, απασχόληση, εξαγωγικές επιδόσεις (πλεονάσματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών), δημόσιο χρέος, έλλειμμα προϋπολογισμού, πιστοληπτική αξιολόγηση κλπ.
Στα πλαίσια αυτά, ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, στον οποίο αναφέρονται ορισμένοι οικονομικοί δείκτες για δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους, θα μας βοηθήσει να αποκτήσουμε τη σωστή εικόνα του «γερμανικού θαύματος»:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Σύγκριση της οικονομικής εξέλιξης της Γερμανίας, πριν και μετά την εφαρμογή της Agenda 2010
| Οικονομικοί Δείκτες |
Περίοδος 1995-2003 |
Περίοδος 2003-2011 |
| Μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης (ονομ.) |
1,95% |
2,34% |
| Μέσες επενδύσεις (ως προς το ΑΕΠ) |
21% |
18% |
| Μέση ετήσια αύξηση παραγωγικότητας |
0,97% |
0,72% |
| Αύξηση πραγματικού μισθού* |
0,9% |
-0,8% |
| Ανεργία |
10,3% |
9,1% |
| Νέοι εργαζόμενοι (είσοδος) |
1.754.000 |
831.000 |
| Αύξηση εξαγωγών (ονομαστική)** |
9% |
7% |
| Πλεονάσματα εξαγωγών (% ΑΕΠ) |
-1% |
5% |
| Έλλειμμα προϋπολογισμού (% ΑΕΠ) |
2,1% |
1,9% |
| Δημόσιο χρέος |
59% |
69% |
* Συνυπολογισμένου του πληθωρισμού (αγοραστική δυνατότητα)
** Ονομαστική = Μη συνυπολογισμός του πληθωρισμού
Πηγή: F.E.Stiftung
.
Συνεχίζοντας, εάν συγκρίνει κανείς τις δύο χρονικές περιόδους θα διαπιστώσει αμέσως ότι ο δείκτης, ο οποίος κυρίως ωφελήθηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στη Γερμανία, ήταν η ανεργία – η οποία μειώθηκε από σχεδόν 11% το 2005, στο περίπου 7% το 2011 (στον Πίνακα Ι εμφανίζονται οι μέσοι δείκτες των δύο περιόδων), μετά από μία μικρή άνοδό της το 2009.
Αντίθετα, ο ρυθμός ανάπτυξης επηρεάσθηκε πολύ λιγότερο – με μία μικρή αύξηση από το 2004, με μία εντονότερη το 2007 και με μία ραγδαία πτώση το 2008/09, κατά το ξέσπασμα της κρίσης (ενώ η σχετικά ισχυρή ανάπτυξη το 2010/11 επανάφερε απλά το ΑΕΠ στα προηγούμενα επίπεδα και στη συνέχεια ομαλοποιήθηκε).
Όσον αφορά τις εξαγωγές, αυξάνονταν περισσότερο πριν από τις αλλαγές (9%) και στη συνέχεια περιορίσθηκαν (7%) – ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού μειωνόταν έως το 2007, για να εκτοξευθεί στα ύψη στα πλαίσια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με αποτέλεσμα να αυξάνεται διαρκώς το δημόσιο χρέος (γεγονός που άλλαξε το 2010, όταν η Γερμανία άρχισε να κερδίζει από την κρίση δανεισμού της Ευρωζώνης).
Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες (θα απαιτούσαν εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, οι οποίες θα ήταν κουραστικές), εάν συγκρίνει κανείς τη Γερμανία με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ή/και της Ευρωζώνης, θα διαπιστώσει ότι τα οικονομικά της μεγέθη καλυτερεύουν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση – αφού πριν από αυτήν και μετά τις αλλαγές της Agenda 2010, τόσο ο ρυθμός ανάπτυξης, όσο και η ανεργία, ήταν στο μέσο επίπεδο της ΕΕ.
Αντίθετα λοιπόν με όλες τις άλλες χώρες, τα μεγέθη της Γερμανίας άρχισαν να καλυτερεύουν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση – γεγονός που οδήγησε πολλούς στη θεωρεία συνωμοσίας, σύμφωνα με την οποία η Γερμανία, σε συνεργασία με τις Η.Π.Α., προκάλεσε σκόπιμα την κρίση, με στόχο την εγκαθίδρυση μίας νέας τάξης πραγμάτων.
.
ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ
Η αύξηση των πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας (από έλλειμμα -1% σε πλεονάσματα 5%), η οποία προκλήθηκε κυρίως από το πάγωμα των μισθών των εργαζομένων (από +0,9% στο -0,8%, όταν σε όλες τις άλλες χώρες οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν), έχει μία διπλή ανάγνωση:
(α) η μειωμένη εσωτερική ζήτηση, λόγω του περιορισμού της αγοραστικής ικανότητας των εργαζομένων, είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών και
(β) οι χαμηλοί μισθοί αύξησαν την ανταγωνιστικότητα της χώρας, με αποτέλεσμα να διευκολυνθούν οι εξαγωγές της, παρά το ότι δεν ακολούθησαν μεγάλες επενδύσεις – κυρίως όμως λόγω της αύξησης των εισαγωγών των χωρών της ΕΕ, στις οποίες οι μισθολογικές αυξήσεις οδήγησαν σε μεγαλύτερη κατανάλωση τους πληθυσμούς τους.
Σε τελική ανάλυση λοιπόν, το βασικό αποτέλεσμα των γερμανικών μεταρρυθμίσεων ήταν η ραγδαία αύξηση των πλεονασμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (από 4-8% του ΑΕΠ μετά το 2005) – η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της οφειλόταν στην αυξημένη ζήτηση από το εξωτερικό.
Εν τούτοις, οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν μετέφεραν το χαμηλότερο κόστος τους (λόγω του περιορισμού των αμοιβών των εργαζομένων τους) εξ ολοκλήρου στις τιμές των προϊόντων τους – με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα εισοδήματα (κέρδη) των επιχειρηματιών, καθώς επίσης των ιδιοκτητών κεφαλαίου.
Κατ’ επακόλουθο, τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα αύξησαν τις αποταμιεύσεις τους – ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αναγκάσθηκαν να αποταμιεύουν επίσης περισσότερο, λόγω των αλλαγών στα συνταξιοδοτικά προγράμματα, καθώς επίσης σε αυτά της υγειονομικής περίθαλψης (μειώσεις, οι οποίες υποχρέωναν τους πολίτες να φροντίζουν μόνοι τους για το μέλλον, ιδίως μετά τη συνταξιοδότηση τους).
Η αύξηση αυτή των αποταμιεύσεων και από τις δύο εισοδηματικές τάξεις, αφενός μείωσε περαιτέρω την εσωτερική κατανάλωση (άρα τις εισαγωγές), αφετέρου αύξησε τα διαθέσιμα κεφάλαια των Γερμανών – τα οποία οδηγήθηκαν από το χρηματοπιστωτικό κλάδο στο εξωτερικό, επειδή δεν διενεργούνταν αρκετές επενδύσεις στο εσωτερικό, παρά τις μεγάλες φοροελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις.
Οι οφειλέτες λοιπόν του εξωτερικού εισέπρατταν (δανείζονταν) ουσιαστικά τις αποταμιεύσεις των Γερμανών – με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση στις χώρες τους, η οποία μεγέθυνε με τη σειρά της τις γερμανικές εξαγωγές (εν μέρει «μερκαντιλιστικά»), οι οποίες πληρώνονταν με δάνεια εκ μέρους της Γερμανίας.
