ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ
Η αυξημένη προσφορά χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες της δύσης (reflation – quantitative easing), η οποία χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο απέναντι στο φόβο του αποπληθωρισμού (deflation), «απορροφάται» από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην αγορά (πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις κλπ), με τη «βοήθεια» των χαμηλών επιτοκίων – τα οποία σήμερα είναι σχεδόν μηδενικά.
Μπορεί όμως να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση στο μέλλον, ειδικά όταν οι πληθωριστικές πιέσεις, τόσο από τις υπέρ-θερμαινόμενες οικονομίες (Γερμανία, Ασία), όσο και από τις πρώτες ύλες ή τα εμπορεύματα, «απειλήσουν» τα ισχυρά δυτικά κράτη με υπερπληθωρισμό; Επίσης, όταν οδηγήσουν τα αδύναμα κράτη σε ταυτόχρονη ύφεση με πληθωρισμό; (στη Μ. Βρετανία σημειώθηκε περιορισμός του ΑΕΠ κατά 0,5% και πληθωρισμός 3,7%). Κυρίως δε, θα παραμείνει το «υπερβάλλον» κεφάλαιο στη δύση, όταν οι αποδόσεις του εκεί είναι χαμηλότερες, ενώ είναι συνδεδεμένες με πολύ υψηλότερο ρίσκο;
Ειδικότερα, από ιστορικής πλευράς, τόσο τα οικονομικά, όσο και τα κοινωνικά συστήματα, προσανατολίζονται στους αντικειμενικά περιορισμένους «συντελεστές παραγωγής» (φύση, εργασία, κεφάλαιο). Ο καπιταλισμός του 19ου αιώνα λοιπόν χαρακτηρίσθηκε από τη μαζική αύξηση των αναγκών κεφαλαίων στη δύση, τα οποία συμβάδιζαν με τις απαιτήσεις της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Δηλαδή, οι συνεχώς περισσότερες βιομηχανίες που κατασκευάζονταν, καθώς επίσης η τεράστια ανοικοδόμηση και τα έργα υποδομής, απαιτούσαν διαρκώς πιο πολλά χρήματα – με αποτέλεσμα να τα λαμβάνουν μόνο όσοι εξυπηρετούσαν καλύτερα τις ανάγκες των ιδιοκτητών κεφαλαίων (αυτοί δηλαδή που «προσέφεραν» υψηλότερα επιτόκια, είχαν καλύτερη πιστοληπτική ικανότητα, παρουσίαζαν μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης ή κερδοφορίας κλπ).
Τις περασμένες δεκαετίες συνέβη ουσιαστικά κάτι αντίστοιχο, στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης. Λόγω του «ανοίγματος» των αναπτυσσομένων οικονομιών, οι αγορές διευρύνθηκαν ραγδαία – οπότε αυξήθηκαν οι κεφαλαιακές ανάγκες, σε τεράστιο βαθμό. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν σε χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα, η Βραζιλία κλπ, αυξάνοντας τόσο τα μεγέθη, όσο και τις ανάγκες τους σε κεφάλαια – με αποτέλεσμα τα «οφέλη για τους μετόχους» (shareholder value) να αναδειχθούν σε κεντρική τους επιδίωξη, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να προσελκύσουν περισσότερα ξένα κεφάλαια.
Συνέβη επομένως αυτό που κάποτε είχε προβλέψει ο Χόμπσον, θέτοντας την εξής ερώτηση στον εαυτό του: «Όταν η πλειονότητα τω ανθρώπων αδυνατεί να αγοράσει όλα τα προϊόντα που παράγονται στην αγορά, επειδή τα εισοδήματα της είναι πολύ μικρά λόγω της άνισης κατανομής τους, πως είναι δυνατόν ένας λογικός καπιταλιστής να επενδύσει σε εξοπλισμό, ο οποίος θα παρήγαγε ακόμη περισσότερα αγαθά, σε μία ήδη παραφορτωμένη αγορά, χωρίς προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας;». Η απάντηση του, η οποία σηματοδοτούσε τη γένεση του καπιταλιστικού επεκτατισμού, ήταν απλούστατη: «Οι αυτόματες αποταμιεύσεις των πλουσίων μπορούσαν να επενδυθούν με έναν τρόπο που θα τις αξιοποιούσε, χωρίς το συνακόλουθο πρόβλημα της αυξημένης εγχώριας παραγωγής. Θα μπορούσαν να επενδυθούν στο εξωτερικό».
Όπως φαίνεται λοιπόν, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μόνο η εισαγωγή του δράματος – το «πρελούντιο» όπως θα λέγαμε στη μουσική. Αναλυτικότερα, για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται μία «μαζική» αύξηση των επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες (επομένως μία άνευ προηγουμένου έξοδος των κεφαλαίων από τη δύση), οι οποίες θα επικεντρωθούν τόσο στην βιομηχανοποίηση, όσο και στις υποδομές τους – με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης κεφαλαίων εκ μέρους τους.
Από την άλλη πλευρά, οι πηγές προέλευσης των κεφαλαίων, οι αποταμιεύσεις, θα περιορίζονται συνεχώς, λόγω της αύξησης του μέσου όρου ζωής στις δυτικές κοινωνίες – αφού οι ηλικιωμένοι αποταμιεύουν πολύ λιγότερα, σε σχέση με τους νεώτερους. Παράλληλα, θα αυξάνονται οι απαιτήσεις από την κοινωνική ασφάλιση, επειδή όλο και περισσότεροι θα εντάσσονται στους συνταξιούχους ασφαλισμένους – ενώ όλο και λιγότεροι στο ενεργό εργατικό δυναμικό, μεταξύ άλλων λόγω της υφιστάμενης υπογεννητικότητας.
Πρόκειται λοιπόν για μία πολύ σημαντική «δομική» αλλαγή του καπιταλισμού, εις βάρος της ανεπτυγμένης «δύσης» (Η.Π.Α., ΕΕ, Ιαπωνία), αφού αντιστρέφονται τα «δεδομένα». Δηλαδή, ενώ οι περασμένες δεκαετίες στη «δύση» χαρακτηρίζονταν από συνεχώς μειούμενες επενδύσεις, απέναντι στις οποίες ευρίσκονταν αυξημένες αποταμιεύσεις, σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Από την εποχή των πλεονασμάτων λοιπόν των παγκοσμίων αποταμιεύσεων, εισερχόμαστε στην εποχή των πλεονασμάτων των επενδύσεων, με την παράλληλη μείωση των υφισταμένων αποταμιεύσεων.
Επομένως, η περίοδος των χαμηλών επιτοκίων, η οποία διήρκεσε περίπου 30 έτη, φτάνει στο τέλος της – ακολουθούμενη προφανώς από μία εποχή, κατά την οποία το κεφάλαιο θα γίνεται όλο και πιο ακριβό. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού είναι μάλλον δεδομένη, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις με περιορισμένα Ίδια Κεφάλαια – κυρίως βέβαια για τα υπερχρεωμένα κράτη, τα οποία σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωπα με κατά πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, αφού το τέλος της εποχής των χαμηλών επιτοκίων συμπίπτει με τον υπερδανεισμό της «δύσης».
Όσον αφορά δε τις τράπεζες, η αύξηση των επιτοκίων θα λειτουργήσει προσθετικά στις ήδη υψηλές επισφάλειες τους, με αποτέλεσμα να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα δάνεια τους – τόσο προς τους καταναλωτές, όσο και προς την πραγματική οικονομία. Το γεγονός αυτό θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις, ιδιαίτερα την οικοδομική δραστηριότητα, εντείνοντας τις «υφεσιακές» πιέσεις και σηματοδοτώντας το ξεκίνημα ενός νέου «κύκλου του διαβόλου».
.
Η ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Υπάρχουν φυσικά και άλλα «δεδομένα», τα οποία συνηγορούν υπέρ της αύξησης των επιτοκίων. Ένα από αυτά, το οποίο συμπεραίνεται από τα παραπάνω, είναι η μελλοντική προσπάθεια της δύσης να συγκρατήσει την έξοδο των κεφαλαίων προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ένα δεύτερο, είναι η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση των χρεών επιχειρήσεων και κρατών, η οποία θα ωθήσει υποχρεωτικά τις τιμές (επιτόκια) προς τα επάνω – σαν αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Γερμανίας που ακολουθεί.
Ο Πίνακας ΙΙ αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες των γερμανικών επιχειρήσεων οι οποίες, έχοντας μικρότερα Ίδια κεφάλαια από αυτά των ανταγωνιστών τους, θα αναζητήσουν περισσότερα χρήματα – πριν βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερο κόστος, όταν θα αρχίσουν να αυξάνουν τα επιτόκια:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Κεφαλαιακή δομή δείγματος αντιπροσωπευτικών επιχειρήσεων 2009, χωρίς τράπεζες και ασφάλειες
| Χώρες |
Ίδια Κεφάλαια |
Μακροπρόθεσμες Υπ. |
Βραχυπρόθεσμες Υπ. |
| Γερμανία |
23% |
40% |
37% |
| Ισπανία |
26% |
47% |
27% |
| Ιταλία |
28% |
45% |
27% |
| Γαλλία |
30% |
39% |
31% |
| Ιαπωνία |
37% |
32% |
31% |
| Κίνα |
37% |
21% |
41% |
| Η.Π.Α. |
38% |
43% |
19% |
| Μ. Βρετανία |
38% |
34% |
28% |
| Ινδία |
39% |
38% |
23% |
| Ελλάδα* |
42% |
35% |
22% |
* Από τις επιχειρήσεις του ΧΑΑ 20, εκτός τραπεζών και holding
Πηγή: McCinsey & Company
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα ΙΙ, οι γερμανικές εταιρείες έχουν πολύ μικρά Ίδια Κεφάλαια. Επίσης, υψηλές συγκριτικά βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, γεγονός που σημαίνει ότι, θα χρειασθούν σύντομα νέα, επί πλέον χρήματα – πόσο μάλλον εάν συνεχίσουν να επεκτείνονται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Από την άλλη πλευρά, το γερμανικό δημόσιο χρέος, όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, είναι βραχυπρόθεσμα χρηματοδοτημένο – οπότε θα απαιτήσει επίσης μεγαλύτερα κεφάλαια,
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Διαπραγματεύσιμα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου (συνολικού ύψους 1,1 τρις €), με ημερομηνία καταγραφής τις 12.12.2010
| Χρόνος λήξης |
Ποσοστό επί του συνόλου |
| 0-2 έτη |
34% |
| 2-5 έτη |
26% |
| 5-10 έτη |
25% |
| 10-30 έτη |
15% |
Σημείωση: Η μέση απόδοση των ομολόγων είναι 1,86% – μία αύξηση των επιτοκίων μόλις κατά 150 μονάδες βάσης, θα σήμαινε αύξηση των τόκων κατά 14,4 δις € ετησίως, σύμφωνα με τη σημερινή δομή του γερμανικού χρέους. Η Γερμανία θα χρειασθεί δάνεια ύψους 302 δις € για το 2011 – η Ιταλία και η Γαλλία ακόμη περισσότερα.
Πηγή: McCinsey & Company
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Κλείνοντας, ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η χρηματοδότηση τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των κρατών είναι βραχυπρόθεσμη – κυρίως λόγω των συνεχώς χαμηλότερων επιτοκίων του παρελθόντος. Στην περίπτωση όμως που θα αλλάξει η τάση, γεγονός που προβλέπεται να συμβεί πολύ σύντομα, η δομή αυτή των χρεών θα προκαλέσει αφενός μεν άνοδο του κόστους δανεισμού, αφετέρου δε θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τα επιτόκια, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης που θα ακολουθήσει.

