ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ 

Στις θεωρίες αυτές βασίστηκαν τόσο ο R.Reagan, όσο και η M.Thatcher, στις προσπάθειες τους να μειώσουν το κράτος και να εξουδετερώσουν τα συνδικάτα. Όταν τελικά το κατάφεραν, ιδιωτικοποιώντας τις επιχειρήσεις και πουλώντας τη δημόσια περιουσία (στο βρετανικό δημόσιο ανήκει πλέον μία και μοναδική γέφυρα στον Τάμεση, αφού έχει ξεπουλήσει τα πάντα, ενώ το συνολικό χρέος της χώρας ξεπερνάει πια το 500% του ΑΕΠ), η ανισότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη – επειδή η αγορά δεν φροντίζει μόνη της ποτέ για ισότητα. 

Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, οι αγορές ανταμείβουν δυσανάλογα τους εισοδηματικά ισχυρούς, βοηθώντας τους, μεταξύ άλλων, να χρεώνουν υψηλούς τόκους στα Κεφάλαια τους. Επίσης, αμείβουν υπερβολικά αυτούς που διαθέτουν ιδιαίτερες ικανότητες, κληρονομικές ή επίκτητες, όπως και όσους έχουν την τύχη να εργάζονται σε αναπτυσσόμενους κλάδους. Ουσιαστικά λοιπόν«τιμωρούν» όλους τους άλλους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από περιορισμένες ικανότητες, φτωχούς προγόνους ή έχουν ατυχώς εκπαιδευθεί στο, λάθος για την εποχή, επάγγελμα.

Αναλυτικότερα, η χρονική περίοδος μετά την κατάργηση του κανόνα του χρυσού, αυτή δηλαδή που ξεκίνησε το 1971, ήταν αναμφίβολα εξαιρετικά αποδοτική για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου – για όλους αυτούς που θεωρούνται πλούσιοι ή ικανοί. Τόσο τα εισοδήματα, όσο και τα «χαρτοφυλάκια» τους αυξάνονταν διαρκώς – γεγονός που διαπιστώνεται από το ότι, εάν ένας αμερικανός είχε συνολική περιουσία, τη δεκαετία του ’70, ύψους 75 εκ. $, ανήκε στους 400 πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας του, ενώ σήμερα απαιτούνται περισσότερα από 1 δις $.

Αντίθετα, η ίδια χρονική περίοδος ήταν μάλλον ουδέτερη για τους μισθωτούς, αφού το ετήσιο εισόδημα ενός μέσου αμερικανού εργαζομένου ήταν 45.879 $, παραμένοντας σχεδόν στάσιμο μέχρι σήμερα (45.113 $, με «αποπληθωρισμένα» στοιχεία). Στη Γερμανία, ακόμη και στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης μεταξύ των ετών 2004 και 2008, όπου τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν στην κυριολεξία «εκτοξευθεί», οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων όχι μόνο δεν παρουσίασαν άνοδο, αλλά περιορίσθηκαν σημαντικά (γεγονός που συνέβαλλε, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, εις βάρος τόσο των Πολιτών της, όσο και των Ευρωπαίων-εταίρων της).

Στην Ελλάδα, οι αμοιβές διαφοροποιήθηκαν ελάχιστα μετά το 2000, παρά τον σχετικά μεγάλο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της – γεγονός που επεξηγεί την έντονη ύφεση που ακολούθησε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα. Στη Μ. Βρετανία, οι ειδικές αμοιβές (Bonus) των στελεχών του χρηματοπιστωτικού κλάδου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, ενώ οι μισθοί των υπολοίπων εργαζομένων παρέμειναν στα ίδια επίπεδα των προηγουμένων ετών.

Στις αναπτυσσόμενες οικονομίες υποχώρησε βέβαια η φτώχεια σε απόλυτα μεγέθη, αλλά οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις αυξήθηκαν δραματικά – ηττημένοι και εδώ οι απλοί εργαζόμενοι, «νικητές» όλοι όσοι στήριξαν τα εισοδήματα τους στις κεφαλαιακές «προμήθειες». Στην Κίνα, δέκα μόλις χρόνια πριν, το 50% του ΑΕΠ δαπανούνταν σε μισθούς και ημερομίσθια – πρόσφατα, είχε περιορισθεί στο 40%. Στην Ινδία κέρδισαν κυρίως οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90 – ενώ στη Βραζιλία, μετά την επιδρομή του «Ταμείου», οι πλούσιοι ζουν σε οχυρωμένες περιοχές και προστατευμένα διαμερίσματα, για να προστατεύονται από τους πολυάριθμους φτωχούς. Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, «Οι ανισότητες αυξήθηκαν σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση ίσως τα φτωχότερα κράτη του πλανήτη».

Κοινό «πολιτικό» χαρακτηριστικό αυτής της χρονικής περιόδου ήταν αναμφίβολα, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της σχολής του Σικάγο, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις του προέδρου R.Reagan στις Η.Π.Α. και της M.Thatcher στην («πάλαι ποτέ» Μεγάλη) Βρετανία. 

Ολοκληρώνοντας, ο περιορισμός του κράτους και η αποκρατικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του δημοσίου, καθώς επίσης η πώληση της κρατικής περιουσίας κυριάρχησαν – με τεκμηριωμένα (ιστορικά) αποτελέσματα, την υπερχρέωση κρατών και νοικοκυριών, την διατήρηση των μισθών σε σταθερά, χαμηλά επίπεδα, την εξουδετέρωση των συνδικαλιστικών κινημάτων, την αύξηση της κερδοφορίας  των επιχειρήσεων, την άνοδο των μονοπωλίων (πολυεθνικές), τις επιθέσεις του «Ταμείου», καθώς επίσης την παντοδυναμία του αδρανούς, κερδοσκοπικού Κεφαλαίου – των πάσης φύσεως δηλαδή χρηματοπιστωτικών «αγορών». 

.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ 

Τα ελλείμματα των προϋπολογισμών των χωρών της Ευρώπης οχταπλασιάστηκαν το 2010, σε σχέση με το 2007, φτάνοντας στα-581 δις €, από -60 δις € προηγουμένως. Εξ αυτών, τα -360 δις € αφορούν τις πέντε πλέον επικίνδυνες «χώρες του Νότου», οι οποίες τετραπλασίασαν τα ελλείμματα τους μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Σύμφωνα τώρα με την άποψη που επικρατεί στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, υπεύθυνες είναι οι ίδιες οι χώρες, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν πειθαρχικές, όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσιονομικών τους προβλημάτων – παρά το ότι σε πολλές από αυτές, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα, οι ετήσιοι τόκοι πλησιάζουν πια το 30% των εσόδων του δημοσίου. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, περιγράφει με σαφήνεια τη σημερινή θέση της Ευρωζώνης:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, Ελλείμματα (προβλέψεις 2010)

Χώρες

Δημόσιο Χρέος

Ελλείμματα

Λουξεμβούργο

18,2

-1,8

Σλοβενία

40,7

-5,8

Σλοβακία

42,1

-8,2

Φιλανδία

49,0

-3,1

Κύπρος

62,2

-5,9

Ισπανία

64,4

-9,3

Ολλανδία

64,8

-5,8

Μάλτα

70,4

-4,2

Αυστρία

70,4

-4,3

Γερμανία

75,7

-3,7

Πορτογαλία

82,8

-7,3

Γαλλία

83,0

-7,7

Ιρλανδία

97,4

-32,3

Βέλγιο

98,6

-4,8

Ιταλία

118,9

-5,0

Ελλάδα

140,2

-9,6

Πηγή: Κομισιόν

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, όλα σχεδόν τα μεγέθη του Πίνακα Ι μπορεί να διαφοροποιηθούν ριζικά, κατά το παράδειγμα της Ιρλανδίας – γεγονός που «ανησυχεί» ιδιαίτερα τις «δικτατορικές αγορές». Εάν τα προβλήματα των τραπεζών δηλαδή αυξηθούν (ή βγουν στην επιφάνεια), με αποτέλεσμα να οδηγηθούν οι ζημίες τους στους κρατικούς προϋπολογισμούς με τη «βοήθεια» του ΔΝΤ, όπως συνέβη ήδη στην Ιρλανδία, τότε η εικόνα της Ευρωζώνης θα αλλάξει επικίνδυνα.

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της Ευρωζώνης το 2000, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκεκριμένα, εμφάνιζαν ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα ύψους -202 δις €. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2010, το έλλειμμα είχε μετατραπεί σε πλεόνασμα, ύψους 82 δις € – εκ των οποίων, τα 55 δις € πλεόνασμα εμφανίζονται στις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 είχαν έλλειμμα -129 δις €. Σε ολόκληρη δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, το συνολικό έλλειμμα των επιχειρήσεων, ύψους –346δις € το 2000, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 300 δις € (πηγή: Ringier AG, CH).

Το 2000 λοιπόν οι ευρωπαϊκές (πολυεθνικές) επιχειρήσεις χρηματοδοτούσαν φυσιολογικά τις επενδύσεις τους – εν μέρει από τα Ίδια Κεφάλαια τους, καθώς επίσης με τη λήψη πιστώσεων από τις τράπεζες. Σήμερα, εισπράττουν ουσιαστικά 300 δις € περισσότερα από αυτά που δαπανούν για τα προϊόντα τους, τους μισθούς, τους φόρους και τις επενδύσεις – αφού οι Ισολογισμοί τους εμφανίζουν πλεόνασμα αυτού του ύψους («υπερχρεώνοντας» τα προϊόντα τους προφανώς). Ταυτόχρονα, πουλούν εμπορεύματα ύψους 300 δις € επί πιστώσει.    

Εφ’ όσον τώρα αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων, παράλληλα με την «αποχρέωση» τους, θα αυξήθηκε αντίστοιχα ο δανεισμός ή θα μειώθηκαν οι αποταμιεύσεις κάποιων άλλων – κρατών ή νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα λοιπόν, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών μεταξύ των ετών 2000 και 2007 μειώθηκαν στο μισό – από 170 δις € στα 84 δις €.

Περαιτέρω, από το ξεκίνημα της κρίσης, τα πλεονάσματα του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού κλάδου αυξήθηκαν κατά 500 δις € στην ΕΕ των 27 – με τα αντίστοιχα ελλείμματα να επιβαρύνουν τα κρατικά ταμεία. Το γεγονός αυτό δεν είναι φυσικά παράδοξο, αφού το δημόσιο ανέλαβε τα χρέη των ζημιογόνων τραπεζών (ενισχύοντας έμμεσα τις κερδοφόρες), για πρώτη φορά στην ιστορία (ετεροβαρές ρίσκο), χρηματοδοτώντας παράλληλα τις προσπάθειες αναθέρμανσης της οικονομίας.

Ολοκληρώνοντας, η εξέλιξη αυτή δεν λειτούργησε ανάλογα σε όλες τις χώρες, αφού σε αυτές που οι μισθοί αυξήθηκαν, παράλληλα με την παραγωγικότητα (Ελλάδα, Ισπανία κλπ), τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν διαφοροποιηθήκαν σημαντικά. Αντίθετα όμως στη Γερμανία, όπου οι πραγματικοί μισθοί περιορίσθηκαν αρκετά, αυξήθηκαν τόσο τα κέρδη των επιχειρήσεων, όσο και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας. Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και οι πιστώσεις της Γερμανίας προς τις «ελλειμματικές», εισαγωγικές χώρες του Νότου – με αποτελέσματα (επισφάλειες) που στο μέλλον θα είναι μάλλον επώδυνα για την οικονομία της ηγετικής δύναμης της ΕΕ. 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading