Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ ΤΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ 

Έχουμε την άποψη ότι, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για όλους μας σήμερα είναι η απίστευτα μεγάλη φοροαποφυγή των πολυεθνικών – η νόμιμη αποφυγή πληρωμής άμεσων φόρων δηλαδή ή, καλύτερα, η «θεσμοθετημένη» φοροδιαφυγή. Ακριβώς επειδή οι άπατρις πολυεθνικές (lobbies) έχουν επιβάλλει στα κράτη τη θέσπιση νόμων, οι οποίοι τους επιτρέπουν να πληρώνουν όλο και χαμηλότερους φόρους (για παράδειγμα, πολλές τράπεζες στις Η.Π.Α., Hedge funds κλπ, φορολογούνται με λιγότερο  από το 1% επί των εισοδημάτων τους), υποχρεώνονται να αναπληρώνουν τα «διαφυγόντα έσοδα» του δημοσίου τόσο οι εργαζόμενοι, όσο και όλες οι υπόλοιπες «εθνικές» επιχειρήσεις – ενώ οι Πολίτες  επιβαρύνονται επί πλέον, κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α., της Γερμανίας, της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας, με τη διάσωση των πολυεθνικών φοροφυγάδων (έκτακτες εισφορές, μειώσεις μισθών, «διάρρηξη» του κοινωνικού κράτους  κλπ).

Έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά το τεράστιο για όλους μας πρόβλημα της φοροαποφυγής (με ειδική αναφορά στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στη Γερμανία), στο τέλος του άρθρου μας «Η ιδανική υποψήφια χώρα», τον Απρίλιο του 2009. Θεωρούμε δε ότι, εάν δεν αντιδράσουν μαζικά οι Πολίτες όλων των χωρών, με κάθε τρόπο, η αδίστακτη φοροαποφυγή των πολυεθνικών, με τη βοήθεια της Πολιτικής, θα καταστρέψει όλα όσα έχουν επιτευχθεί στη «δύση», κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Πόσο μάλλον αφού είναι σχεδόν βέβαιο πως θα ενταθούν οι «φορολογικοί διωγμοί» των ελευθέρων επαγγελματιών, καθώς επίσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες θα θυσιαστούν από τα κράτη στο βωμό των αχόρταγων πολυεθνικών.

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, η Ιρλανδία έχει διαδραματίσει έναν «εξέχοντα ρόλο» στο συγκεκριμένο τομέα, αφού θεωρείται, από χρόνια τώρα, ως η «όαση της φοροαποφυγής» – της νόμιμης φοροδιαφυγής δηλαδή, εντός της Ευρωζώνης. Στηριζόμενη κυρίως στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις (κοινοτικό Ταμείο), δημιούργησε έναν ασυναγώνιστο «φορολογικό παράδεισο» για τις πολυεθνικές ο οποίος, σε συνδυασμό με την ακανόνιστη (irregular) λειτουργία του ευρύτερου τραπεζικού της συστήματος, αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες της Οικονομίας της. Το «σύστημα» της Ιρλανδίας λειτουργεί επιγραμματικά ως εξής:

(α)  Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, όπως και οι υπόλοιπες πολυεθνικές, αποφεύγουν συστηματικά χώρες με υψηλούς φόρους εισοδήματος, όπως οι Η.Π.Α. (35%) ή η Μ. Βρετανία (28%).

(β)  Η αποφυγή της φορολόγησης ξεκινάει με την πώληση εκ μέρους τους των διεθνών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε θυγατρικές τους – οι οποίες ιδρύονται σε χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως η Ιρλανδία (μηδέν κάποτε και 12,5% σήμερα). Αυτό σημαίνει ότι, τα κέρδη τους από τις διεθνείς αγορές δεν φορολογούνται πλέον στη μητρική εταιρεία, στις Η.Π.Α. ή στη Μ. Βρετανία για παράδειγμα, αλλά στην Ιρλανδία, στην οποία είναι εγκατεστημένες οι θυγατρικές τους.

(γ)  Ενώ τα κέρδη από τις διεθνείς αγορές συγκεντρώνονται στην Ιρλανδία, μέρος των κερδών από τις εθνικές αγορές (Η.Π.Α.) «μεταφέρονται» επίσης εκεί – είτε διά μέσου της «τεχνητά» χαμηλής (υπο)τιμολόγησης των πωλουμένων προϊόντων από τη μητρική προς τις θυγατρικές, είτε με τη χρέωση διαφόρων εξόδων στη μητρική από τις θυγατρικές (εσωτερικές, «τριγωνικές» κλπ, υπερτιμολογήσεις).

(δ)  Τα συγκεντρωμένα κέρδη στην Ιρλανδία απλά «καταγράφονται» εκεί και, αμέσως μετά, «αποφεύγονται» επίσης οι ιρλανδικοί φόροι, σε μεγάλο βαθμό – διά μέσου της «μεταφοράς» τους σε μία δεύτερη εταιρεία, η οποία όμως έχει έδρα σε έναν φορολογικό παράδεισο, όπως οι Βερμούδες ή τα Cayman Islands. Η δεύτερη αυτή εταιρεία απλά χρεώνει την πρώτη με διάφορα έξοδα, τα οποία μειώνουν την κερδοφορία της θυγατρικής από τη μητρική. Η δεύτερη εταιρεία μπορεί επίσης να είναι ιρλανδική αφού, εάν η διοίκηση της είναι εγκατεστημένη στις Βερμούδες, (δεν) φορολογείται εκεί.

Πολλές φορές, οι θυγατρικές των πολυεθνικών, αρκετές εκ των οποίων είναι ευυπόληπτα μέλη της Διεθνούς Διαφάνειας, ιδρύονται στο Δουβλίνο, όπου «καταγράφονται» τα κέρδη  τους και, πριν ακόμη φορολογηθούν εκεί, διαφεύγουν στην Ολλανδία – σε μία δεύτερη θυγατρική. Από την Ολλανδία τα κέρδη από τις διεθνείς πωλήσεις και τα δικαιώματα κατευθύνονται, αμέσως μόλις εγγραφούν, στις νήσους Cayman. Έτσι, οι πολυεθνικές εξοικονομούν φόρους περισσότερους από το 32% αυτών που θα πλήρωναν, εάν δεν είχαν χρησιμοποιήσει τους παραπάνω τρόπους της νόμιμης φοροδιαφυγής.

Η μεθοδολογία αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα από εταιρείες όπως η Google, η IBM, η Apple, η Oracle, η Microsoft κλπ, με αποτέλεσμα να χάνουν οι Η.Π.Α. τεράστια ποσά ετησίως – τα οποία βέβαια καλούνται να αναπληρώσουν οι αμερικανοί Πολίτες. Ειδικά όσον αφορά την Google, το σύνολο των φόρων που πληρώνει για τα κέρδη από τις διεθνείς δραστηριότητες της υπολογίζονται μόλις στο 2,4% – ενώ, όταν για πρώτη φορά μετέφερε τις δραστηριότητες της εκτός Η.Π.Α., αύξησε την κερδοφορία της κατά 26% (2009), αποκλειστικά και μόνο από την αποφυγή της φορολόγησης της εκεί. Θεωρείται δε ότι, εάν πλήρωνε τους αμερικανικούς φόρους (35%), η μετοχή της δεν θα άξιζε πάνω από τα 100 $ (σήμερα κοστίζει τα πολλαπλάσια, ακριβώς λόγω της «ευεργετικής» αποφυγής πληρωμής φόρων).

.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ιρλανδία «υπέπεσε» σε μία βαθειά ύφεση, σαν αποτέλεσμα της έντονης κρίσης του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της. Οι τιμές πώλησης των κύριων εξαγωγικών προϊόντων της (γεωργικά) περιορίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών αυξήθηκαν –  ταυτόχρονα με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, καθώς επίσης την αντίστοιχη των πρώτων υλών. Έτσι λοιπόν η χώρα δεν ήταν πια σε θέση να πληρώσει τις εισαγωγές της, οπότε αποφασίσθηκαν από την κυβέρνηση της δραστικά μέτρα «δημοσιονομικής προσαρμογής» (φόροι, μειώσεις μισθών, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων κα), με παράλληλο στόχο τον περιορισμό του πληθωρισμού και της κατανάλωσης. Τα «μέτρα» αυτά, αντίστοιχα ουσιαστικά με τα σημερινά, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, η οποία οδήγησε πολλούς Ιρλανδούς Πολίτες στην αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες (οικονομική μετανάστευση).

Εν τούτοις, το πρόβλημα έλλειψης μίας ανταγωνιστικής εξαγωγικής βιομηχανίας παρέμενε, ενώ η πλειοψηφία των επιχειρήσεων της χώρας ήταν προσανατολισμένη στη μικρή εσωτερική αγορά – με εισαγόμενα ως επί το πλείστον προϊόντα. Με στόχο λοιπόν την προσέλκυση ξένων επενδυτών, καθώς επίσης τη δημιουργία μίας εξαγωγικής βιομηχανίας, η κυβέρνηση ίδρυσε μία ιδιαίτερη, ανεξάρτητη υπηρεσία (Industrial Development Agency), στην οποία μεταβίβασε όλες τις υπευθυνότητες.

Έτσι δημιουργήθηκε μία ισχυρή, εξαιρετικά αποτελεσματική «οργάνωση», η οποία ήταν εκτός των στενών πλαισίων της δημόσιας διοίκησης και απευθυνόταν μόνο στον υπουργό οικονομικών (κάτι ανάλογο φαίνεται να επιδιώκεται σήμερα και από την Ελλάδα, αν και σε εντελώς ερασιτεχνική βάση). Παράλληλα, προσφέρθηκαν στους ξένους ειδικά, μεγάλα επενδυτικά κίνητρα, όπως επιδοτήσεις επενδύσεων (ουσιαστικά με τη βοήθεια της ΕΕ), μεγάλες αποσβέσεις παγίων και δεκαετής απαλλαγή φορολόγησης. Η σχεδόν πλήρης αυτή απαλλαγή των εξαγωγικών επιχειρήσεων από τη φορολογία, διατηρήθηκε μέχρι την είσοδο της Ιρλανδίας στην Ευρωζώνη όπου, μετά από πιέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας (πολλές επιχειρήσεις των οποίων, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού κλάδου, είναι επίσης εγκατεστημένες στην Ιρλανδία, φοροδιαφεύγοντας νόμιμα), αντικαταστάθηκε με φόρο 10,5% (στη συνέχεια με 12,5%) επί των κερδών.

Η Ιρλανδία αναπτυσσόταν λοιπόν συνεχώς από το 1993 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στη δεύτερη πλουσιότερη χώρα της Ευρωζώνης, μετά το Λουξεμβούργο – παρά το ότι στη δεκαετία του ’80 ήταν πάμπτωχη, εγκλωβισμένη στην παγίδα του χρέους (το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της, ήταν το υψηλότερο όλων των χωρών του ΟΟΣΑ).

Μεταξύ των «αναπτυξιακών» ετών 1990 και 1998, το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 30%, στηριζόμενο στις εξαγωγές των εκεί εγκατεστημένων ξένων πολυεθνικών. Η κατά μέσον όρο αύξηση 7,5% ετησίως επί του ΑΕΠ της, συνοδεύθηκε από μία σημαντική μείωση της ανεργίας – από 15% στο 4%. Αν και από τη δεκαετία δε του ’60, μέχρι αυτήν του ’80, το κατά κεφαλήν εισόδημα των κατοίκων της αντιστοιχούσε μόλις στο 60% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, μεταξύ των ετών 1986 και 1999 αυξήθηκε κατά 47% – ξεπερνώντας όχι μόνο τις αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, φαίνεται καθαρά η «συγκριτική» εξέλιξη της Ιρλανδίας.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Σύγκριση των μεγεθών του ιρλανδικού κατά κεφαλήν εισοδήματος 1974 – 2000, σε %

Χώρες

Κατά κεφαλή 1974-1986

Κατά κεφαλή 1987-2000

Παραγωγικότητα 1974-1986

Παραγωγικότητα 1987-2000

Ιρλανδία

1,6

5,6

2,7

3,0

Ισπανία

1,2

3,0

3,1

1,2

Πορτογαλία

1,1

3,6

3,0

2,6

Ελλάδα

0,8

1,7

0,8

1,5

Μέσος ΕΕ

1,7

1,8

2,0

1,8

Πηγή: Journal of common market studies

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως διαπιστώνουμε από τον Πίνακα ΙΙΙ, δεν αυξήθηκε μόνο, σε μεγάλο συγκριτικά βαθμό, το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ιρλανδίας, αλλά και η παραγωγικότητα των εργαζομένων της – γεγονός που οφείλεται κυρίως στη «φορολογική» προσέλκυση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες, «αριστοποιώντας» παράλληλα τις μεθόδους παραγωγής.

Από το έτος 1986 έως το 1999 διενεργούταν ετησίως ξένες επενδύσεις ύψους περίπου 7,6 δις € – ένα ποσόν που αντιστοιχούσε με το 2% του ΑΕΠ της. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το μέγεθος, οφείλουμε να προσθέσουμε πως, στην εικοσαετία 1960-1980, οι ξένες επενδύσεις (κυρίως από αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και φαρμακευτικές), ήταν του ύψους των 63 $ κατά κεφαλήν, ανερχόμενες στα 1.583 $ κατά κεφαλήν στη δεκαετία του ’90 – τριπλάσιες από το μέσον όρο της ΕΕ και 25πλάσιες από το 1960.  

Η κυρίαρχη πλέον θέση των ξένων πολυεθνικών στην Ιρλανδία φαίνεται από το γεγονός ότι, το έτος 2005 στις θυγατρικές των ξένων πολυεθνικών αναλογούσε το 50% της βιομηχανικής απασχόλησης της χώρας, το 86% της βιομηχανικής παραγωγής, καθώς επίσης το 93% των συνολικών εξαγωγών. Σύμφωνα δε με γνωστό ιρλανδό οικονομολόγο, οι ξένες επενδύσεις συνέβαλλαν κατά 2-3% στην τότε ετήσια ανάπτυξη της χώρας (7,5%). Ο Πίνακας IV που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ IV: Διαφορές μεταξύ ξένων και ιρλανδικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, το 2005

Δείκτες

Ξένες Επιχειρήσεις

Ιρλανδικές Επιχειρήσεις

Μερίδιο των επιχειρήσεων

12,48%

87,52%

Ποσοστά εργαζομένων

49,68%

50,32%

Εργαζόμενοι ανά επιχείρηση

202

29

Παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο

781.600 €

170.500 €

Επενδύσεις ανά εργαζόμενο

29.282 €

7.828 €

Μερίδιο στις εξαγωγές

93%

7%

Κύριες εξαγωγικές αγορές

ΕΕ 70%

Μ. Βρετανία 46%

Ένταση εξαγωγών

95%

46%

Πηγή: Central Statistics Office, Forfas

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα IV, παρά το ότι οι ξένες επιχειρήσεις αποτελούσαν μόλις το 12,48% των συνολικών, απασχολούσαν τους μισούς περίπου εργαζομένους, με σχεδόν πενταπλάσια παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο από τις ιρλανδικές (προφανώς λόγω των τετραπλάσιων επενδύσεων ανά εργαζόμενο, αλλά και των εξελιγμένων παραγωγικών μεθόδων).

Επίσης διαπιστώνεται ότι, οι ξένες πολυεθνικές εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία, αφενός μεν λόγω της μηδενικής φορολόγησης τους, αφετέρου ένεκα της επιδότησης τους, καθώς επίσης λόγω της αποφυγής των δασμών, αφού πλέον τα προϊόντα τους παράγονταν εντός της ΕΕ – η οποία απορροφούσε το 70% της παραγωγής τους, όπως συμβαίνει και με τα γερμανικά προϊόντα (ενδεχομένως οι επενδύσεις της Κίνας στην Ελλάδα να εξυπηρετούν αντίστοιχους στόχους παράκαμψης δασμών και έντεχνης αποκόμισης ευρωπαϊκών ενισχύσεων).

Εν τούτοις, το ιρλανδικό μοντέλο της εξαρτημένης από ξένες επιχειρήσεις (πολυεθνικές) ανάπτυξης, η οποία ήταν εις βάρος των ιρλανδικής ιδιοκτησίας επιχειρήσεων που χρεοκόπησαν μαζικά, «παρήγαγε» πολλές «αντιξοότητες». Ειδικότερα, εάν διαχωρίσει κανείς το ιρλανδικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, από το ΑΕΠ δηλαδή που προκύπτει μετά την αφαίρεση των εισοδημάτων των ξένων επιχειρήσεων (ιδίως των κερδών των διεθνών επενδυτών) και την πρόσθεση των εισοδημάτων των Ιρλανδών διεθνώς, τότε θα καταλήξει σε ένα μέγεθος μικρότερο κατά ένα πέμπτο (-20%) από το ιρλανδικό ΑΕΠ. Με κριτήριο τώρα το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και όχι το ΑΕΠ, ο ρυθμός ανάπτυξης της ιρλανδικής οικονομίας ήταν αρκετά χαμηλότερος.

Ίσως οφείλουμε εδώ να επισυνάψουμε τον Πίνακα V, με σκοπό να αντιληφθούμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των δύο παραπάνω δεικτών – εκ των οποίων εμείς θεωρούμε σημαντικότερο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (όχι το ΑΕΠ), τουλάχιστον για τις μικρότερες οικονομίες, αφού περιγράφει πολύ καλύτερα την πραγματική, καθαρή θέση τους:

ΠΙΝΑΚΑΣ V: Οι 10 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, με κριτήριο το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν τους το 2008, σε εκ. $ – σύγκριση με το ΑΕΠ τους

Χώρες

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν

ΑΕΠ 2009*

Κατάταξη με ΑΕΠ

Η.Π.Α.

12.969.561

14.256.275

1

Ιαπωνία

4.988.209

5.068.059

2

Γερμανία

2.852.337

3.352.742

4

Κίνα

2.263.825

4.908.982

3

Μ. Βρετανία

2.263.731

2.183.607

6

Γαλλία

2.177.670

2.675.915

5

Ιταλία

1.724.894

2.118.264

7

Ισπανία

1.100.134

1.464.040

9

Καναδάς

1.051.873

1.336.427

10

Ινδία

793.017

1.235.975

**11

* Αν και συγκρίνουμε δύο διαφορετικά έτη, τα συμπεράσματα δεν αλλάζουν σημαντικά.

** Υπεισέρχεται η Βραζιλία στην 8η θέση

Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα (η πρώτη στήλη με τη μέθοδο Atlas)

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Στις χώρες εκείνες, στις οποίες το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν είναι χαμηλότερο από το ΑΕΠ, σημαίνει ότι οι επενδύσεις τρίτων στις οικονομίες τους, είναι υψηλότερες από τις δικές τους στις ξένες – το αντίθετο για τις υπόλοιπες (ουσιαστικά, αυτό συμβαίνει μόνο στη Μ. Βρετανία). Όσο πιο κοντά δε είναι ο πρώτος δείκτης στο δεύτερο, τόσο καλύτερα για τη χώρα. Ειδικά όσον αφορά την Κίνα (την Ινδία επίσης), η τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο δεικτών, εμφανίζει μία σημαντική εξάρτηση της από τις ξένες επενδύσεις – ένα γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο, στην περαιτέρω εξέλιξη της υποψήφιας κυρίαρχης υπερδύναμης.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!