ΑΙ, η επόμενη βιομηχανική επανάσταση – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΑΙ, η επόμενη βιομηχανική επανάσταση

.

Πρόκειται για την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ), όπου κυριαρχούν ο μονοπωλιακός καπιταλισμός της Δύσης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και ο κρατικός καπιταλισμός της Κίνας, με την Ταιβάν να θεωρείται «το διαμάντι του στέμματος» – ενώ η ΑΙ αποτελεί έναν παγκόσμιο συστημικό κίνδυνο τεραστίων διαστάσεων, από πολλές διαφορετικές πλευρές. Μεταξύ άλλων, επειδή φέρνει αντιμέτωπα τα δύο διαφορετικά πολιτικοοικονομικά συστήματα και τις δύο μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη – σε μία παγίδα του Θουκυδίδη που δεν θα αποφευχθούν τα οδυνηρά της αποτελέσματα. Αυτή τη φορά πάντως, δεν διακυβεύονται μόνο μεμονωμένες βιομηχανίες –  αλλά ενδεχομένως τα θεμέλια της οικονομίας της αγοράς και η ίδια η συνύπαρξη της ανθρωπότητας. Με δεδομένο δε το ότι, η προσπάθεια της Κίνας είναι να μετατρέψει την τεχνητή νοημοσύνη σε αυτό που ήταν κάποτε οι σιδηρόδρομοι, η ηλεκτρική ενέργεια και το διαδίκτυο, στην υποδομή δηλαδή μιας νέας οικονομικής εποχής, με το σχέδιο AI Plus, η ενέργεια διαδραματίζει έναν κυρίαρχο ρόλο – οπότε εμπλέκεται και αυτή στη διαμάχη, με τους ενεργειακούς πολέμους να συμπληρώνουν την εικόνα της σύγκρουσης.

.

Ανάλυση

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές ήδη γιορτάζουν την τεχνητή νοημοσύνη (AI) – ως την επόμενη μεγάλη αναπτυξιακή επανάσταση. Οι αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνολογίας αυξάνονται ραγδαία – ενώ δισεκατομμύρια εισρέουν σε κέντρα δεδομένων, τσιπ και πλατφόρμες λογισμικού.

Όμως, ενώ οι επενδυτές επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση της παραγωγικότητας και στα νέα επιχειρηματικά μοντέλα, οι ουτοπιστές ονειρεύονται σχεδόν δωρεάν αγαθά και υπηρεσίες για όλους – με τους απαισιόδοξους και δυστοπικούς, να φοβούνται τη μαζική ανεργία και τη φτώχεια.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται μία εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση της τεχνητής νοημοσύνης από τις ΗΠΑ και την Κίνα – στην οποία είναι σωστό να αναφερθεί κανείς, αναλύοντας και τις δύο οπτικές γωνίες.

Α. Η δυτική οπτική γωνία

Συνεχίζοντας, το πλέον θεμελιώδες ερώτημα που εμφανίζεται όλο και περισσότερο στο προσκήνιο, όσον αφορά τη Δύση, είναι το εξής: το τι θα συμβεί στην ίδια την οικονομία της αγοράς, εάν η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική αντικαταστήσουν μεγάλα μέρη των καθοριστικών χαρακτηριστικών της. Η συγκεκριμένη ιδέα βέβαια εξακολουθεί να φαίνεται «φουτουριστική» – αξίζει όμως σε κάθε περίπτωση να εξεταστεί.

Ειδικότερα, από τη δυτική οπτική γωνία, η λογική μιας πλήρως αυτοματοποιημένης οικονομίας, θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τους κεντρικούς πυλώνες του καπιταλισμού – από τη μισθωτή εργασία και τα εταιρικά κέρδη, έως τη διαμόρφωση των τιμών. Σε μια ακραία περίπτωση δε, ο κλασικός συντονισμός της αγοράς, θα μπορούσε να αντικατασταθεί από ένα σύστημα ελέγχου που υποστηρίζεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Οι ακόλουθες τώρα σκέψεις, θα πρέπει να γίνονται κατανοητές λιγότερο ως πρόβλεψη και περισσότερο ως ένα όραμα της πιθανής λογικής του τελικού σταδίου μιας οικονομίας που καθοδηγείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη – η οποία ταιριάζει στην κλασική οικονομία που λειτουργεί ως καθοδηγητής, για τις πολιτικές αποφάσεις που προκύπτουν. Ειδικότερα τα παρακάτω:

(1) Όταν τα ρομπότ κατασκευάζουν ρομπότ

Η βιομηχανική επανάσταση αντικατέστησε τη μυϊκή δύναμη με μηχανές, όταν η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης προχωράει ένα βήμα πιο κάτω – με την έννοια ότι, αυτοματοποιεί όλο και περισσότερο επίσης τις γνωστικές εργασίες.

Όχι μόνο οι εργάτες στα εργοστάσια, αλλά και οι λογιστές, οι δικηγόροι, οι αναλυτές και οι προγραμματιστές λογισμικού, αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από συστήματα αυτοδιδασκαλίας – όπου ενώ οι οριζόντιες εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης, δηλαδή αυτές που εκτείνονται σε πολλαπλούς κλάδους, επί του παρόντος εξαλείφουν κυρίως τις θέσεις εργασίας γραφείου, οι κάθετες υπηρεσίες Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως η ανάπτυξη λογισμικού, θα μπορούσαν επίσης να αναληφθούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη στο μέλλον.

Σε ένα σύστημα υψηλής αυτοματοποίησης δε, τα ρομπότ με τη βοήθεια άλλων ρομπότ, παράγουν μηχανές, λογισμικό και τελικά προϊόντα – με αποτέλεσμα η ανάγκη για ανθρώπινη εργασία να μειώνεται σταθερά.

Η ελπίδα, όπως και με τα προηγούμενα κύματα αυτοματοποίησης, για διατήρηση των θέσεων εργασίας μέσω νέων προϊόντων, διαρθρωτικών αλλαγών ως προς τις υπηρεσίες και αναδιανομής της εργασίας μέσω μειωμένων ωρών εργασίας, είναι πιθανό να αποδειχθεί απατηλή: αφού νέα προϊόντα και υπηρεσίες θα προσφέρονται επίσης από ρομπότ και «πράκτορες» (bots) Τεχνητής Νοημοσύνης.

Όσον αφορά δε τις υπηρεσίες που η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει, όπως η ανθρώπινη ζεστασιά ή η σωματική στοργή,  η ζήτηση μπορεί να δημιουργηθεί μόνο για το πολύ 24 ώρες την ημέρα – άρα για ελάχιστο χρόνο.

(2) Τι συμβαίνει με το εισόδημα από μισθούς

Εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη αντικαταστήσει τους εργαζομένους, οι μισθοί θα εξαφανιστούν – όπου όμως το εισόδημα από μισθούς, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικονομίας της αγοράς. Με απλά λόγια, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν εισόδημα, το οποίο καταναλώνουν για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών – με αποτέλεσμα να δημιουργούν την ζήτηση που στηρίζει τον οικονομικό κύκλο.

Εάν τώρα η ανθρώπινη εργασία εξαφανιστεί σε μεγάλη κλίμακα, το συγκεκριμένο σύστημα θα δεχθεί τεράστιες πιέσεις – όπου ναι μεν μια οικονομία μπορεί θεωρητικά να παράγει τεράστιες ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών, αλλά το τρέχον σύστημα της οικονομίας της αγοράς λειτουργεί βιώσιμα, μόνο εάν υπάρχει επαρκής αγοραστική δύναμη.

(3) Τι συμβαίνει με τις τιμές και τα κέρδη

Όταν η εργασία χάσει τη σημασία της ως συντελεστής παραγωγής, θα υπάρξουν εκτεταμένες συνέπειες για το σύστημα τιμών – το οποίο θα καταστήσει σχετικό το πρόβλημα της μείωσης του εισοδήματος από μισθούς και της ζήτησης.

Ειδικότερα, ο πλήρης αυτοματισμός οδηγεί σε ακραία αύξηση της παραγωγικότητας της φυσικής εργασίας – γεγονός που σημαίνει ότι, όλο και περισσότερα αγαθά παράγονται με όλο και λιγότερη ανθρώπινη προσπάθεια, η σπανιότητα (ελλείψεις) μειώνεται και ο ανταγωνισμός οδηγεί μακροπρόθεσμα τις τιμές προς το μηδέν.

Αυτή η εξέλιξη φαίνεται επιπλέον να επιβεβαιώνει την εργασιακή θεωρία της αξίας, στην κλασική πολιτική οικονομία, σύμφωνα με την οποία τελικά μόνο η ανθρώπινη εργασία δημιουργεί αξία – με την έννοια πως εάν η εργασία εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό, η αξία των παραγόμενων αγαθών κινείται ανάλογα προς το μηδέν.

Κάτι ανάλογο ισχύει επίσης για τον άλλο συντελεστή παραγωγής, για το κεφάλαιο – όπου εάν τα επενδυτικά αγαθά είναι διαθέσιμα σε απεριόριστες ποσότητες χάρη στην Τεχνητή Νοημοσύνη, χάνουν τη σπανιότητά τους, με αποτέλεσμα το κεφάλαιο, μαζί με αυτά, να χάνει την αξία του.  Απλοποιημένα, εάν τα επενδυτικά αγαθά και τα ενδιάμεσα προϊόντα είναι δωρεάν και δεν απαιτείται εργασία, δεν απαιτούνται ούτε ίδια κεφάλαια, ούτε πίστωση για τη λειτουργία μιας επιχείρησης.

Επομένως, η ιδέα μιας οικονομίας με μόνιμα υψηλά κέρδη, θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα μεταβατικό φαινόμενο – όπου βραχυπρόθεσμα μεν η Τεχνητή Νοημοσύνη παράγει τεράστια κέρδη επειδή λίγες εταιρείες διαθέτουν τεχνολογικά πλεονεκτήματα, ενώ μακροπρόθεσμα ο αυτοματισμός θα μπορούσε να καταστρέψει ακριβώς εκείνες τις ελλείψεις, στις οποίες βασίζονται τα κέρδη.

(4) Από την αγορά στον αλγοριθμικό έλεγχο

Περαιτέρω, όταν το παραδοσιακό σύστημα τιμολόγησης χάνει σταδιακά τη σημασία του, δημιουργείται το ερώτημα, σχετικά με το πώς οργανώνεται η παραγωγή αγαθών.

Ειδικότερα, σε μια παραδοσιακή οικονομία της ελεύθερης αγοράς, οι τιμές συντονίζουν την προσφορά και τη ζήτηση – με την έννοια πως οι εταιρείες παράγουν ότι υπόσχεται κέρδη, οι καταναλωτές αποφασίζουν για τη ζήτησή τους και οι τιμές χρησιμεύουν ως σύστημα πληροφοριών σε αυτήν τη διαδικασία.

Εν προκειμένω όμως, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αναλάβει όλο και περισσότερο τη λειτουργία του συντονισμού – οπότε σωστά θα αναφερόμαστε σε ένα είδος «ψηφιακής κατεύθυνσης» που δεν θα έχει σχέση με την κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία σοβιετικού τύπου, αλλά μάλλον με έναν έλεγχο των οικονομικών διαδικασιών σε πραγματικό χρόνο, ο οποίος θα βασίζεται σε δεδομένα.

Σε αυτήν την περίπτωση, οι αποφάσεις σε όλα τα στάδια της παραγωγής δεν θα βασίζονται πια κυρίως στις τιμές της αγοράς, αλλά θα συντονίζονται μέσω προβλέψεων που υποστηρίζονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη – καθώς επίσης μέσω αυτόματων προσαρμογών και θα εκτελούνται από συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης που ενεργούν από μόνα τους. Αυτές οι διαδικασίες δε, μπορούν να συμβαίνουν πολύ πιο γρήγορα – σε σύγκριση με τις διαδικασίες της οικονομίας της αγοράς.

Σε αντίθεση τώρα με τις ιστορικές οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί με αποκεντρωμένο και ευέλικτο τρόπο – όπου οι καταναλωτές θα εξακολουθούσαν να παραγγέλνουν και να έχουν προτιμήσεις, ενώ τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσαν να επεξεργάζονται αυτές τις πληροφορίες άμεσα και να βελτιστοποιούν συνεχώς την παραγωγή, την εφοδιαστική αλυσίδα και την αξιοποίηση των πόρων.

Για παράδειγμα, μια Τεχνητή Νοημοσύνη παραγωγής θα μπορούσε να χρησιμοποιεί προσωπικά δεδομένα, για να προβλέψει ποιες και πόσες γυναίκες θα μείνουν έγκυος σύντομα – ενώ στη συνέχεια να σχεδιάσει και να οργανώσει την παραγωγή από πάνες, καθώς επίσης τη διανομή τους στους καταναλωτές.

Με άλλα λόγια, τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούν να ελέγχουν άμεσα τις οικονομικές διαδικασίες χωρίς «σήματα» τιμών –  καθιστώντας έτσι λειτουργικούς τους πίνακες εισροών-εκροών του Wassily Leontief (πηγή).

Κάτι τέτοιο, θα συγχώνευε τον έλεγχο της παραγωγής από κάτω προς τα πάνω σε μια οικονομία της αγοράς, με τον έλεγχο από πάνω προς τα κάτω σε μια κεντρικού σχεδιασμού οικονομία – κάτι που μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατόν.

(5) Ο δύσβατος δρόμος προς την οικονομία της αφθονίας

Συνεχίζοντας, η απόλυτη λογική μιας πλήρως αυτοματοποιημένης οικονομίας περιέχει μια ιδιόμορφη κατάσταση – ενώ η αποσύνθεση των οικονομικών μας θεμελίων που βασίζονται στην αγορά, είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος.

Από την άλλη πλευρά, υπό ευνοϊκές συνθήκες κατανομής, μπορεί να εκπληρώσει το μακροπρόθεσμο στόχο που έχει διατυπωθεί από τους κλασικούς οικονομολόγους – ενώ μέχρι σήμερα φαινόταν ουτοπικός.

Ειδικότερα, το 1930 ο Keynes έγραψε στο «Οικονομικές Δυνατότητες για τα Εγγόνια μας» ότι, η τεχνολογική πρόοδος θα μπορούσε να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από τις οικονομικές δυσκολίες – οπότε να εγκαινιάσει μια εποχή ελεύθερα επιλεγμένου χρόνου.

Ο Marx και ο Engels  με τη σειρά τους, στο «Η Γερμανική Ιδεολογία», περιέγραψαν μια κοινωνία χωρίς μισθωτή εργασία – στην οποία κανένας δεν περιορίζεται σε μία μόνο δραστηριότητα.

Και τα δύο αυτά οράματα προϋποθέτουν βέβαια ότι, τα κέρδη της αύξησης της παραγωγικότητας κατανέμονται ευρέως – κάτι που όμως δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ακούγεται, ενώ η πορεία προς αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι αυτόματη ή άμεση.

Αντίθετα, η μετατόπιση της μισθωτής εργασίας μπορεί, εάν αφεθεί ανεξέλεγκτη, να πυροδοτήσει ένα αυτοενισχυόμενο καθοδικό σπιράλ – όπου η μείωση της απασχόλησης μειώνει το εισόδημα από μισθούς, η μείωση του εισοδήματος από μισθούς μειώνει τη ζήτηση, η μείωση της ζήτησης συμπιέζει τα εταιρικά κέρδη και τα διαβρωμένα εταιρικά κέρδη επιταχύνουν την πίεση για περαιτέρω αυτοματοποίηση, με τελικό αποτέλεσμα  να γίνεται πραγματικότητα η δυστοπία των φτωχών μαζών.

(6) Ο νικητής τα παίρνει όλα

Φυσικά στην όλη διαδικασία, υπάρχουν και νικητές – οι οποίοι θα τα κερδίσουν όλα. Αναλυτικότερα, σε αντίθεση με την τάση μείωσης των εταιρικών κερδών, υπάρχει μια τάση αύξησης των εισοδημάτων αυτών που έχουν «παθητικό εισόδημα» (rentier, ραντιέρηδες) – σε οικονομικούς τομείς όπου επικρατεί η ιδιωτική ιδιοκτησία σπάνιων ή μονοπωλιακών πόρων.

Το γεγονός αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την υποδομή Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως κέντρα δεδομένων, τσιπ, δίκτυα δεδομένων, αλγόριθμοι κλπ., καθώς επίσης για τον έλεγχο των δεδομένων – όπου οι «επιδράσεις δικτύου» (network effects) επιτρέπουν σε λίγους παρόχους να αποκτήσουν τεράστια ισχύ στην αγορά.

Εδώ πρόκειται για ένα σενάριο που ορισμένοι οικονομολόγοι το ονομάζουν «τεχνοφεουδαρχία» – στο οποίο, μια μικρή ομάδα ιδιοκτητών ελέγχει τα κεντρικά ψηφιακά μέσα παραγωγής και παράγει εισόδημα ενοικιάζοντας τα, ενώ ο γενικός πληθυσμός συμμετέχει στη διαδικασία παραγωγής μόνο σε περιορισμένο βαθμό.

Το ίδιο ισχύει και για το φυσικό κόσμο, αφού ο τρίτος συντελεστής παραγωγής, η γη, οι πρώτες ύλες και το φυσικό περιβάλλον, παραμένουν περιορισμένα ακόμη και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης – αφού ούτε η εξαιρετικά προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να παρακάμψει τους νόμους της φύσης.

Ενώ λοιπόν τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα ήταν ικανά να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την κατανάλωση ενέργειας, τη χρήση υλικών και τις εκπομπές, οι σπάνιοι πόροι συγκεντρώνονται επί του παρόντος στα χέρια λίγων.

(7) Ο ρόλος του κράτους

Περαιτέρω, στην τελική μορφή μιας οικονομίας που βασίζεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στην αφθονία που θα μπορούσε να προσφέρει, ο σημαντικός ρόλος του κράτους ως αναδιανομέα των εισοδημάτων θα εξαφανιστεί – αφού οι υλικές ανάγκες του πληθυσμού, θα καλύπτονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Πρωταρχικής σημασίας θα είναι το έργο της ρύθμισης της χρήσης του περιβάλλοντος, των πόρων και της Τεχνητής Νοημοσύνης – καθώς επίσης η ρύθμιση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του νομικού συστήματος και της δημόσιας ασφάλειας.

Στην πορεία προς την επίτευξη αυτού του στόχου, προκύπτει η ανάγκη για ενεργή διαχείριση των οικονομικών διαδικασιών που πυροδοτούνται από την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης – όπου μια πιθανή προσέγγιση θα ήταν μια πολιτική συνεχών μειώσεων των ωρών εργασίας, προσανατολισμένων στην παραγωγικότητα, σε συνδυασμό με την επανεκπαίδευση σε επαγγέλματα που καταργούνται από τον αυτοματισμό.

Η κρατική αναδιανομή του εισοδήματος των «ραντιέρηδων» μέσω φόρων, μεταβιβάσεων ή κρατικού δανεισμού, θα εξασφάλιζε την αγοραστική δύναμη – διασφαλίζοντας τη συνεχή λειτουργία ενός περιορισμένου οικονομικού κύκλου. Εξίσου πιθανός θα ήταν ο ισχυρότερος δημόσιος έλεγχος των μονοπωλιακών υποδομών – για παράδειγμα, μέσω ρύθμισης ή μερικής εθνικοποίησης βασικών συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης.

Τελικά, το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει, είναι ποιος πρέπει να διατηρήσει τον έλεγχο της Τεχνητής Νοημοσύνης – τα μεμονωμένα ιδιωτικά μονοπώλια, όπως συμβαίνει σήμερα στη Δύση, ή το κράτος.

(8) Μια νέα πολιτική οικονομία

Κλείνοντας, η σημερινή συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, επικεντρώνεται κυρίως στην παραγωγικότητα, στην ανταγωνιστικότητα και στην τεχνολογική ηγεσία – όταν μακροπρόθεσμα θα μπορούσαν να διακυβεύονται πολύ περισσότερα.

Ειδικότερα, εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη αντικαταστήσει πράγματι ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εργασίας, το ενδεχόμενο αυτό δεν θα αλλάξει μόνο μεμονωμένες βιομηχανίες – αλλά και την ίδια τη λογική του καπιταλισμού. Η λειτουργία δε της εργασίας, των τιμών και των κερδών, ως κεντρικών κινητήριων δυνάμεων των οικονομικών διαδικασιών, θα υπονομευόταν – όπως έχει ήδη αναλυθεί.

Στα πλαίσια αυτά, η πραγματική πρόκληση της οικονομικής πολιτικής των επόμενων δεκαετιών, θα μπορούσε να έγκειται στην ανάπτυξη νέων μορφών διανομής, ιδιοκτησίας και συντονισμού – ενώ το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι πλέον μόνο το πώς θα κατασκευασθούν οι έξυπνες μηχανές.

Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι πώς οι κοινωνίες θα οργανώσουν τη δύναμη αυτών των μηχανών και θα ανοίξουν το δρόμο για μια πλήρως αυτοματοποιημένη οικονομία – σημειώνοντας πως η ιστορία της εκβιομηχάνισης δείχνει ότι, οι τεχνολογικές επαναστάσεις δημιουργούν αναπόφευκτα νέους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς.

Εν προκειμένω, η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι απίθανο να αποτελέσει εξαίρεση – ενώ η μόνη διαφορά με το παρελθόν είναι πως αυτή τη φορά δεν διακυβεύονται μόνο μεμονωμένες βιομηχανίες, αλλά ενδεχομένως τα θεμέλια της οικονομίας της αγοράς και, επομένως, η ίδια η συνύπαρξη της ανθρωπότητας.

Β. Η κινεζική οπτική γωνία

Όταν το DeepSeek έγινε πρωτοσέλιδο παγκοσμίως στις αρχές του 2025, η ιστορία φάνηκε να εξελίσσεται πολύ γρήγορα – αφού μια κινεζική νεοσύστατη εταιρεία είχε αναπτύξει ένα γλωσσικό μοντέλο που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το ChatGPT και άλλα δυτικά συστήματα. Ειδικότερα, ένα νέο κεφάλαιο έκανε την εμφάνιση του στον τεχνολογικό αγώνα μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ – ενώ οι ερωτήσεις που αναδύθηκαν ήταν ποιος θα κατασκεύαζε τα πιο ισχυρά μοντέλα, ποιος θα είχε τα ταχύτερα τσιπ και ποιος θα κέρδιζε τον αγώνα για την τεχνητή νοημοσύνη

Εν τούτοις, η πραγματική ιστορία δεν εκτυλίσσεται στο DeepSeek – αλλά σε εργοστάσια, πανεπιστήμια, κέντρα δεδομένων, εργαστήρια ρομποτικής και δίκτυα μεταφορών σε όλη την Κίνα. Ενώ λοιπόν  η Δύση συζητά κυρίως για γλωσσικά μοντέλα, για την προστασία δεδομένων και για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης, η Τεχνητή Νοημοσύνη στη Κίνα εξελίσσεται ήδη σε υποδομή, για μια νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης.

Το DeepSeek είναι επομένως λιγότερο η ίδια η ιστορία και περισσότερο το πιο ορατό σύμπτωμά της – σημειώνοντας πως η εταιρεία ιδρύθηκε από τον επιχειρηματία, επενδυτή και ερευνητή τεχνητής νοημοσύνης L. Wenfeng και χρηματοδοτείται πλήρως από το κινεζικό hedge fund High-Flyer.

Οι διαχειριστές της χρησιμοποιούσαν ήδη μηχανική μάθηση και νευρωνικά δίκτυα, για να αναλύσουν τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να αναπτύξουν στρατηγικές συναλλαγών από το 2016 – ενώ, όταν οι ΗΠΑ αυστηροποίησαν τους περιορισμούς στις εξαγωγές τσιπ υψηλής απόδοσης κατά τη διάρκεια του εμπορικού πολέμου, οι Κινέζοι προγραμματιστές δεν προσπάθησαν μόνο να παράγουν τους δικούς τους ημιαγωγούς. Αναζήτησαν επιπλέον τρόπους για να επιτύχουν παρόμοια αποτελέσματα, με λιγότερη υπολογιστική ισχύ – με την DeepSeek να αναδύεται από αυτό το περιβάλλον.

Η επιτυχία τώρα δεν ήταν τυχαία, αφού από την αρχή η εταιρεία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αποδοτικότητα της υπολογιστικής ισχύος – επίσης της κατανάλωσης ενέργειας. Έτσι, τα μοντέλα της επιτυγχάνουν παρόμοια αποτελέσματα με τα ανταγωνιστικά δυτικά προϊόντα – με τη διαφορά όμως ότι, απαιτούν λιγότερους πόρους. Σε τελική ανάλυση δε, οι αμερικανικές κυρώσεις λειτούργησαν όχι μόνο ως τροχοπέδη – αλλά, επίσης, ως κίνητρο για καινοτομία.

Φυσικά, το σύστημα της DeepSeek λειτουργεί εντός των πολιτικών ορίων του κινεζικού συστήματος – με την έννοια ότι αποφεύγονται συχνά ευαίσθητα θέματα, όπως η Ταιβάν ή το Θιβέτ. Όσοι περνούν δε αυτές τις κόκκινες γραμμές, λαμβάνουν συχνά το εξής αίτημα: «Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο».

Το γεγονός αυτό ταιριάζει με τη γνωστή λογική του κινεζικού ελέγχου του διαδικτύου – ενώ δεν υπάρχουν προς το παρόν αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με το ότι, το DeepSeek χρησιμοποιείται σε σημαντικό βαθμό για τη συλλογή προσωπικών δεδομένων ή για τη διάδοση παραπληροφόρησης. Περαιτέρω τα εξής:

(1) Από πλατφόρμες σε ρομπότ

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο τεχνολογικός τομέας της Κίνας κυριαρχούταν από εταιρείες πλατφορμών – όπως των Alibaba, Tencent και Baidu που κέρδιζαν χρήματα μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου, των ψηφιακών συστημάτων πληρωμών, των μηχανών αναζήτησης και των κοινωνικών δικτύων. Σήμερα όμως αυτές οι εταιρείες επενδύουν πλέον οι ίδιες σε μεγάλο βαθμό στην τεχνητή νοημοσύνη – με τη δυναμική να αλλάζει σημαντικά.

Τα κινεζικά δε ΜΜΕ, αναφέρονται πλέον στους «Έξι Μικρούς Δράκους» – σε μία ομάδα που περιλαμβάνει εταιρείες όπως οι DeepSeek, Unitree Robotics, BrainCo και Deep Robotics. Μπορεί δε το όνομα να φαίνεται σαν σλόγκαν δημοσίων σχέσεων, αλλά δεν είναι – αφού στην πραγματικότητα περιγράφει μια αξιοσημείωτη μεταμόρφωση, στο κινεζικό τοπίο καινοτομίας.

Ειδικότερα, η νέα γενιά κινεζικών εταιρειών τεχνολογίας, δεν επικεντρώνεται κυρίως σε πλατφόρμες και ψηφιακές αγορές – αλλά αναπτύσσουν ανθρωποειδή ρομπότ, αυτόνομα συστήματα, βιομηχανικό λογισμικό, νευροτεχνολογίες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για την πραγματική οικονομία.

Η Unitree Robotics, για παράδειγμα, παράγει ανθρωποειδή ρομπότ και τετράποδες μηχανές βάδισης – μερικά από τα οποία προσφέρονται σε ένα κλάσμα του κόστους των δυτικών ανταγωνιστών τους. Η BrainCo αναπτύσσει διεπαφές εγκεφάλου-υπολογιστή για ιατρικές εφαρμογές και συστήματα βιομηχανικής βοήθειας – ενώ η Deep Robotics εργάζεται σε αυτόνομα ρομπότ, για την εφοδιαστική αλυσίδα και τη βιομηχανία.

Όλες μαζί αυτές οι εταιρείες, αντιπροσωπεύουν μια μετάβαση από μια οικονομία πλατφόρμας, σε μια οικονομία υψηλής τεχνολογίας – ενώ το πιο σημαντικό είναι το μέγεθος του οικοσυστήματος, από το οποίο προέρχονται.

(2) Δεν πρόκειται  απλά για έναν αγώνα δρόμου

Οι δυτικοί παρατηρητές συχνά συζητούν εάν η Κίνα ευρίσκεται αρκετά χρόνια πίσω από τις ΗΠΑ, στην ανάπτυξη τσιπ τελευταίας τεχνολογίας – ένα ερώτημα που όμως αποκρύπτει το πραγματικό ζήτημα.

Εν προκειμένω, τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα κορυφαία κέντρα έρευνας για την Τεχνητή Νοημοσύνη στον πλανήτη – με την κινεζική κυβέρνηση να προβλέπει ότι, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα συνεισφέρει περίπου 15 τρις $ στο παγκόσμιο ΑΕΠ έως το 2030.

Αναμένεται δε ότι, η Κίνα θα έχει ήδη επιτύχει περίπου το ένα τέταρτο αυτού του αριθμού σύντομα – με εκατοντάδες πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα να εργάζονται σε γλωσσικά μοντέλα, ρομποτική, υπολογιστική όραση, αυτόνομα συστήματα και νέες αρχιτεκτονικές τσιπ.

Ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων και των αιτήσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, έχει αυξηθεί δραματικά – ενώ, σύμφωνα με διάφορες αναλύσεις του κλάδου, υπάρχουν πλέον περίπου 4.500 κινεζικές εταιρείες που ασχολούνται με σημαντική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Το κρατικό μητρώο αλγορίθμων απαριθμεί χιλιάδες εφαρμογές γενετικής Τεχνητής Νοημοσύνης, από ένα ευρύ φάσμα κλάδων – γεγονός που δημιουργεί ένα οικοσύστημα καινοτομίας, το οποίο εκτείνεται πολύ πέρα ​​από μερικά γνωστά ονόματα.

Παράλληλα με τις Baidu, Alibaba, Tencent και ByteDance, πολυάριθμες εξειδικευμένες εταιρείες εργάζονται στη ρομποτική, στην αναγνώριση εικόνας και ομιλίας, στα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης και στις βιομηχανικές εφαρμογές – ενώ ταυτόχρονα, η Κίνα επενδύει σημαντικά στην εκπαίδευση και την έρευνα, όπου αναπτύσσονται νέα προγράμματα σπουδών, επεκτείνονται ακαδημαϊκά προγράμματα και ο αριθμός των θεσμικών συνεισφορών στην έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνεται συνεχώς.

Το πραγματικό σημείο καμπής έγινε ορατό στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός στις αρχές του 2026 – στο οποίο Κινέζοι επιστήμονες και επιχειρηματίες διατύπωσαν τις φιλοδοξίες τους με μία ασυνήθιστη ειλικρίνεια.

(3) AI Plus, η πραγματική στρατηγική

Το λεγόμενο σχέδιο δράσης «AI Plus», το οποίο συζήτησαν Κινέζοι επιστήμονες, επιχειρηματίες και διευθυντές στο Νταβός, διαφέρει σημαντικά από τις συζητήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ – με την έννοια πως η AI δεν θεωρείται ανεξάρτητος οικονομικός τομέας, αλλά μάλλον μια διατομεακή τεχνολογία.

Αποσκοπεί δηλαδή στον έλεγχο των διαδικασιών παραγωγής, στη βελτιστοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού, στην υποστήριξη των ιατρικών διαγνώσεων, στη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, στο συντονισμό των ενεργειακών ροών και στην αυτοματοποίηση των διοικητικών διαδικασιών – όπου η τεχνολογία δεν προορίζεται να υπάρχει παράλληλα με την οικονομία, αλλά να γίνει μέρος της θεμελιώδους υποδομής της.

Ένας συμμετέχων δε σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης στο Νταβός το έθεσε ιδιαίτερα συνοπτικά, λέγοντας το εξής: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πρέπει να διαδραματίσει στην Κίνα έναν ρόλο παρόμοιο με αυτόν του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού ή του διαδικτύου».

Η φράση αυτή μπορεί να ακούγεται σαν μεταφορική, αλλά δεν είναι – αφού περιγράφει με ακρίβεια τον πολιτικό στόχο της Κίνας. Με λίγα λόγια, ο ηλεκτρισμός δεν ήταν ποτέ απλά ένας οικονομικός τομέας – ούτε το διαδίκτυο απλά μια πλατφόρμα επικοινωνίας.

Και οι δύο τεχνολογίες μεταμόρφωσαν σχεδόν όλους τους τομείς της παραγωγής και της ζωής ταυτόχρονα – ενώ η τεχνητή νοημοσύνη προορίζεται να αναλάβει ακριβώς αυτόν το ρόλο στο μέλλον. Η Κίνα αντιμετωπίζει την τεχνολογία του ΑΙ πρωτίστως ως εργαλείο για τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανικής της βάσης – εντελώς διαφορετικά από τη Δύση.

(4) Το εργοστάσιο του μέλλοντος

Συνεχίζοντας, η συγκεκριμένη αντιμετώπιση δεν είναι τυχαία, αφού η Κίνα αντιμετωπίζει προκλήσεις που είναι επίσης γνωστές σε πολλά βιομηχανικά έθνη: γήρανση του πληθυσμού, επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, παρατεταμένη κρίση στον τομέα των ακινήτων και γεωπολιτικές εντάσεις που εμποδίζουν την πρόσβαση στην πρωτοποριακή δυτική τεχνολογία.

Επομένως, οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα γίνονται όλο και πιο ζωτικής σημασίας, μία οικονομική αναγκαιότητα – οπότε, στα πλαίσια αυτά, η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται σε πολλούς Κινέζους στρατηγικούς αναλυτές, ως ένας πιθανός μοχλός για την επίλυση όλων των παραπάνω προβλημάτων.

Περαιτέρω, η Κίνα είναι ήδη η μεγαλύτερη αγορά βιομηχανικών ρομπότ στον κόσμο – ενώ ταυτόχρονα αναδύονται εφαρμογές που αυτοματοποιούν τον ποιοτικό έλεγχο, βελτιστοποιούν τις διαδικασίες παραγωγής και συντονίζουν πολύπλοκες αλυσίδες εφοδιασμού. Ο στόχος λοιπόν της Τεχνητής Νοημοσύνης για τους Κινέζους δεν είναι η αντικατάσταση μεμονωμένων θέσεων εργασίας, όπως για τους Δυτικούς – αλλά η αύξηση της αποδοτικότητας ολόκληρων συστημάτων παραγωγής.

Οι συμμετέχοντες στη συζήτηση στο Νταβός τόνισαν επανειλημμένα πως η πραγματική πρόκληση δεν είναι το ότι οι άνθρωποι αντικαθίστανται – αλλά το πώς αυτή η εξέλιξη αλλάζει τις δεξιότητες και τα προσόντα. Όπως ειπώθηκε, «Στο μέλλον, η ικανότητα μάθησης, οι γενικές δεξιότητες σκέψης, και η ικανότητα αποτελεσματικής εργασίας με την Τεχνητή Νοημοσύνη, θα είναι πολύ πιο σημαντικές από τις στενά καθορισμένες, εξειδικευμένες γνώσεις για κάθε έργο».

Παρά το ότι λοιπόν δεν γνωρίζουμε εάν αυτή η εκτίμηση είναι ακριβής, αξίζει να σημειωθεί ότι, η κινεζική συζήτηση καθοδηγείται λιγότερο από φόβους για απώλεια θέσεων εργασίας – περισσότερο από το ερώτημα πώς να εφαρμοστεί η τεχνολογία όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και ευρύτερα.

(5) Ρομποταξί, έξυπνες πόλεις και νέες αγορές

Συνεχίζοντας, την ώρα που πολλές δυτικές χώρες εξακολουθούν να συζητούν εάν η αυτόνομη οδήγηση μπορεί να γίνει κοινωνικά αποδεκτή, κινεζικές έρευνες δείχνουν ότι περίπου το 85% του πληθυσμού θεωρεί τέτοιες εφαρμογές θεμελιωδώς ασφαλείς και ρεαλιστικές – ενώ χιλιάδες ρομποτικά ταξί λειτουργούν ήδη σε αρκετές πόλεις.

Παρόμοιες εξελίξεις είναι εμφανείς στα έξυπνα συστήματα logistics, στις αυτοματοποιημένες αποθήκες και στις λεγόμενες έξυπνες πόλεις – στις οποίες οι ροές κυκλοφορίας, η κατανάλωση ενέργειας, οι δημόσιες υπηρεσίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εργασίες ασφαλείας, συντονίζονται από συστήματα που υποστηρίζονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Οι εφαρμογές κυμαίνονται από τη βελτιστοποίηση των αστικών υποδομών, έως τον έλεγχο πολύπλοκων δικτύων εφοδιασμού – ενώ υπάρχει επιπλέον ένα τεχνολογικό κύμα που εκτείνεται πολύ πέρα ​​από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα ηλεκτρικά οχήματα, η ηλιακή ενέργεια, η αποθήκευση σε μπαταρίες, η ρομποτική και οι ψηφιακές πλατφόρμες, αναπτύσσονται παράλληλα και ενισχύουν η μία την άλλη – κάτι που, από την κινεζική οπτική γωνία, δημιουργεί ένα σύμπλεγμα καινοτομίας του οποίου η οικονομική σημασία είναι μεγαλύτερη από αυτή των μεμονωμένων γλωσσικών μοντέλων.

Με απλά λόγια, η πραγματική επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να μην λαμβάνει χώρα στα smartphones – αλλά σε εργοστάσια, δίκτυα μεταφορών και συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας.

(6) Η εκπαιδευτική επανάσταση

Τα παραπάνω είναι ένας λόγος για τον οποίο η Κίνα επενδύει σημαντικά στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση – με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα που στοχεύει στη μετάδοση βασικών δεξιοτήτων Τεχνητής Νοημοσύνης από το δημοτικό σχολείο έως το πανεπιστήμιο. Παράλληλα, λειτουργεί ένα εθνικό πρόγραμμα επαγγελματικής ανάπτυξης για εκπαιδευτικούς και εκπαιδευτές – ενώ η Κίνα έχει επίσης υιοθετήσει διεθνή πλαίσια για τις δεξιότητες Τεχνητής Νοημοσύνης που έχουν αναπτυχθεί από τα Ηνωμένα Έθνη, δημοσιεύοντας από ενωρίς τη δική της λευκή βίβλο, σχετικά με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση.

Ο στόχος της δεν είναι απλά η εκπαίδευση προγραμματιστών – αλλά, κυρίως, να διδάξει σε ένα ευρύ τμήμα του πληθυσμού, πώς να χρησιμοποιεί παραγωγικά τα σύγχρονα ευφυή συστήματα. Το γεγονός αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι, ο πιο σημαντικός πόρος στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι οι ίδιοι οι αλγόριθμοιαλλά οι άνθρωποι που μαθαίνουν να τους χρησιμοποιούν αποτελεσματικά.

Παραλληλίζοντας τώρα όλα αυτά με προηγούμενες τεχνολογικές εξελίξεις, η ηλεκτρική ενέργεια δεν άσκησε τον οικονομικό της αντίκτυπο αποκλειστικά μέσω των σταθμών παραγωγής ενέργειας – αλλά μέσω του ότι εταιρείες, οι εργαζόμενοι και τα κράτη έμαθαν πώς να τη διαχειρίζονται. Σύμφωνα δε με τους Κινέζους, κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να ισχύει και για την τεχνητή νοημοσύνη – αυτό πιστεύουν και για αυτό δρομολογούν ανάλογα μέτρα.

(7) Η μάχη για την ενέργεια

Μια άλλη πτυχή της κινεζικής στρατηγικής, δεν έχει γίνει όσο θα έπρεπε αντιληπτή από τη Δύση μέχρι στιγμής: ο ενεργειακός εφοδιασμός.

Ειδικότερα, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και τα κέντρα δεδομένων, απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας – οπότε, όποιος θέλει να είναι επιτυχημένος στην Τεχνητή Νοημοσύνη μακροπρόθεσμα, δεν πρέπει μόνο να αναπτύξει τσιπ αλλά, επιπλέον, να λύσει το ενεργειακό πρόβλημα, όπου δυστυχώς η ΕΕ αυτοκτονεί.

Επομένως, η Κίνα επεκτείνει τις ενεργειακές της υποδομές παράλληλα με τις ψηφιακές της υποδομές – κατασκευάζοντας μεγάλα αιολικά και ηλιακά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, καθώς επίσης νέα κέντρα δεδομένων στα δυτικά της χώρας. Τα ευρυζωνικά δίκτυα και οι γραμμές υψηλής τάσης, έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν τη σύνδεση μεταξύ ενεργοβόρων εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και εγκαταστάσεων παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας – όπου, έως το 2030, ένα μεγάλο μέρος της πρόσθετης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας για τεχνητή νοημοσύνη, θα πρέπει να καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές.

Αυτή η ενσωμάτωση ενεργειακών, βιομηχανικών και τεχνολογικών πολιτικών, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της κινεζικής προσέγγισης – αφού οι υποδομές δεν θεωρούνται ως συνέπεια της τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά ως το προαπαιτούμενο της.

(8) Καινοτομία υπό εποπτεία

Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η τεχνητή νοημοσύνη στην Κίνα δεν αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον σε μεγάλο βαθμό απορυθμισμένο – αφού ο πολιτικός έλεγχος παραμένει κεντρικό στοιχείο του συστήματος και η ιδέα ενός εντελώς ανεξέλεγκτου καπιταλισμού δεδομένων, είναι προ πολλού ξεπερασμένη.

Έτσι, τα τελευταία χρόνια, έχουν θεσπιστεί στη χώρα ολοκληρωμένα κανονιστικά πλαίσια, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (PIPL), του Νόμου για την Ασφάλεια Δεδομένων (DSL) και του Νόμου για την Κυβερνοασφάλεια (CSL) – τα οποία διέπουν τον χειρισμό των προσωπικών δεδομένων, την ασφάλεια των δεδομένων και τις κρίσιμες υποδομές.

Οι εταιρείες υπόκεινται πλέον σε σημαντικά αυστηρότερους κανονισμούς από ότι πριν από λίγα χρόνια – ενώ και εδώ, το κινεζικό μοντέλο διαφέρει τόσο από την αμερικανική όσο και από την ευρωπαϊκή προσέγγιση. Ειδικότερα, αφενός μεν το κράτος διαθέτει εκτεταμένες εξουσίες παρέμβασης, αφετέρου, οι ιδιωτικές εταιρείες έχουν περιοριστεί σημαντικά στη χρήση προσωπικών δεδομένων.

Για τους Δυτικούς παρατηρητές, αυτός ο συνδυασμός τεχνολογικής φιλοδοξίας, κρατικού ελέγχου και κανονιστικής εποπτείας συχνά φαίνεται αντιφατικός – όταν στην πραγματικότητα, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του κινεζικού μοντέλου ανάπτυξης.

(9) Περισσότερο από έναν αγώνα με τις ΗΠΑ

Κλείνοντας, η ευρέως διαδεδομένη ιδέα ενός απλού αγώνα δρόμου μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ είναι πολύ απλοϊκή – αν και προφανώς οι δύο χώρες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την τεχνολογική ηγεσία. Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι ποια χώρα θα αναδειχθεί ως πιο επιτυχημένη στην ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στη συνολική οικονομία της.

Εν προκειμένω, η πραγματική ιστορία είναι η προσπάθεια της Κίνας να μετατρέψει την τεχνητή νοημοσύνη σε αυτό που ήταν κάποτε οι σιδηρόδρομοι, η ηλεκτρική ενέργεια και το διαδίκτυο: στην υποδομή μιας νέας οικονομικής εποχής, κάτι που ξεπερνά κατά πολύ έναν αγώνα δρόμου για «chatbots».

Γ. Ταιβάν, το διαμάντι του στέμματος

Η Ταιβάν βιώνει την ισχυρότερη οικονομική της ανάπτυξη εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες (γράφημα), στο 13,69% – ενώ η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης καθιστά το νησί των 23,2 εκ. κατοίκων, σε μία έκταση μόλις 35.419 τετρ. χιλιομέτρων (για σύγκριση, η έκταση της Ελλάδας είναι 131.957 τετρ. χιλιόμετρα), ακόμη πιο σημαντικό για την παγκόσμια οικονομία.

Για μια ανεπτυγμένη οικονομία όπως η Ταιβάν, με ΑΕΠ σχεδόν 1 τρις $, ο ρυθμός ανάπτυξης αυτού του ύψους είναι εξαιρετικά υψηλός – σημειώνοντας πως ρυθμοί ανάπτυξης αυτού του μεγέθους παρατηρούνται συνήθως σε αναδυόμενες αγορές, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ταχείας εκβιομηχάνισης.

Ο κύριος μοχλός της άνθησης της οικονομίας της, είναι η παγκόσμια ζήτηση για ημιαγωγούς και υλικό τεχνητής νοημοσύνης – όπου η Ταιβάν έχει γίνει το κέντρο μιας τεχνολογικής ανάπτυξης που πλέον διαμορφώνει την παγκόσμια οικονομία.

Εν προκειμένω, ο εν μέρει κρατικός κατασκευαστής τσιπ, η TSMC, ελέγχει περίπου το 70% της παγκόσμιας αγοράς προηγμένων ημιαγωγών – ενώ, σύμφωνα με τους Financial Times, τα προϊόντα πληροφορικής αντιπροσώπευαν πρόσφατα περισσότερο από το 95% της αύξησης των εξαγωγών του νησιού. Ταυτόχρονα, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, έφτασε σχεδόν στο 20% του ΑΕΠ της το 2025 – σε ένα επίπεδο που δεν έχει φτάσει ποτέ καμία χώρα στην ιστορία.

Η άνοδος της Ταιβάν, αντικατοπτρίζεται επίσης στο επίπεδο ευημερίας της – αφού το κατά κεφαλήν εισόδημα των Πολιτών της είναι πλέον περίπου στο ίδιο επίπεδο με αυτό της Ισπανίας. Προσαρμοσμένο όμως στην ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (ΡΡΡ), η Ταιβάν προβλέπεται να φτάσει σχεδόν τα 100.000 $ κατά κεφαλήν το 2026, κατά το ΔΝΤ – ένα ποσοστό που λίγα άλλα βιομηχανικά έθνη επιτυγχάνουν, ενώ της Ισπανίας για σύγκριση είναι 48.373 $.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, η άνθηση των εξαγωγών δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε σημαντική ανατίμηση του δολαρίου της Ταιβάν – αλλά, αντίθετα, το νόμισμα υποτιμήθηκε περαιτέρω, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα του εξαγωγικού της κλάδου και ενισχύοντας τη δυναμική της ανοδικής πορείας.

Εν τούτοις, αυτά τα στοιχεία ρεκόρ συγκαλύπτουν σημαντικούς κινδύνους – με την έννοια πως η Ταιβάν δεν ευρίσκεται μόνο στο επίκεντρο της άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και σε μια από τις πιο γεωπολιτικά ευαίσθητες τοποθεσίες στην παγκόσμια οικονομία.

Οι εντάσεις με την Κίνα παραμένουν υψηλές ενώ, ταυτόχρονα, το νησί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργεια – αφού εισάγει περίπου το 98% της ενεργειακής του κατανάλωσης, η οποία εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε ορυκτά καύσιμα.

Επομένως, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση όπως η σημερινή ή διαταραχές στις παγκόσμιες εμπορικές οδούς, θα επηρέαζαν σοβαρά την οικονομία της – ενώ τίθεται το ερώτημα, πόσο βιώσιμη είναι στην πραγματικότητα η τρέχουσα άνθηση της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι οικονομολόγοι αναφέρονται όλο και περισσότερο τον κίνδυνο υπερθέρμανσης του τομέα – όπου, σε περίπτωση σημαντικής αποδυνάμωσης της ζήτησης για υλικό Τεχνητής Νοημοσύνης, η Ταιβάν θα πληγεί ιδιαίτερα σκληρά, αφού η τρέχουσα ανάκαμψη της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μερικές βιομηχανίες με εξαγωγικό προσανατολισμό.

Οι ημιαγωγοί βέβαια δεν είναι πλέον απαραίτητοι μόνο για κέντρα δεδομένων και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης – αλλά αποτελούν επίσης βασικό συστατικό της αυτοκινητοβιομηχανίας, της μηχανολογίας και πολυάριθμων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Εν προκειμένω, μια ανάλυση του Bloomberg καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η Γερμανία είναι μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που θα επηρεαστούν περισσότερο, σε περίπτωση σύγκρουσης για την Ταιβάν – γεγονός που σημαίνει πως η υψηλή εξάρτηση από τους ημιαγωγούς της Ταιβάν καθιστά σαφές ότι, η οικονομική σημασία του νησιού εκτείνεται πολύ πέρα ​​από το γεωγραφικό του μέγεθος.

Τέλος, η ανάπτυξη της Ταιβάν σε επίπεδα ρεκόρ, αποτελεί κάτι περισσότερο από μια αξιοσημείωτη οικονομική εξέλιξη – αφού τεκμηριώνει πόσο έντονα έχει συγκεντρωθεί η παγκόσμια οικονομία γύρω από λίγους τεχνολογικούς κόμβους. Επομένως, όσο πιο επιτυχημένο οικονομικά γίνεται το νησί, τόσο περισσότερο αυξάνεται η συστημική του σημασία – μαζί του δε, η ευπάθεια της παγκόσμιας οικονομίας.

Στα πλαίσια αυτά, η Ταιβάν έχει εύλογα μετατραπεί στο διαμάντι του στέμματος – για την «απόκτηση» του οποίου, δηλαδή για τον έλεγχο του νησιού, δεν θα υποχωρήσουν ούτε οι ΗΠΑ, αλλά ούτε και η Κίνα, με όλα όσα γεωπολιτικά κάτι τέτοιο συνεπάγεται.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, η διαφορετική αντιμετώπιση της Τεχνικής Νοημοσύνης από τη Δύση και την Κίνα, όπου η ΕΕ είναι δυστυχώς ουραγός, οφείλεται στα διαφορετικά πολιτικοοικονομικά συστήματα τους – στο μονοπωλιακό καπιταλισμό των ΗΠΑ που επηρεάζει ολόκληρη τη Δύση (ανάλυση) και στον κρατικό καπιταλισμό της Κίνας (ανάλυση).

Στα πλαίσια αυτά, ο συστημικός κίνδυνος είναι τεράστιος από πολλές πλευρές – με τη σύγκρουση των δύο διαφορετικών πολιτικοοικονομικών συστημάτων να θεωρείται αναπόφευκτη και με την ενέργεια να διαδραματίζει έναν σημαντικότατο ρόλο. Επομένως, εμπλέκεται και αυτή στη διαμάχη – με τους ενεργειακούς πολέμους που προβλέπονται να συμπληρώνουν την εικόνα.

 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading