.

Η συνειδητοποίηση ότι, οι ΗΠΑ ενεργούν εναντίον ενός παράγοντα που δεν παίζει με τους κανόνες του δυτικού χρηματοπιστωτικού κόσμου, διεισδύει σιγά σιγά στο μυαλό των επενδυτών – ενώ όταν η σπανιότητα των πόρων ξεπερνάει την επικοινωνιακή ανωτερότητα, ο πύργος από τραπουλόχαρτα που οικοδομήθηκε επάνω σε μία χειραγωγημένη εμπιστοσύνη, κινδυνεύει να καταρρεύσει. Πόσο μάλλον όταν το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει εκτοξευθεί στα 39 τρις $, καθιστώντας τες εξαιρετικά ευάλωτες στην αύξηση των επιτοκίων δανεισμού (ομόλογα) – με θηριώδη δίδυμα ελλείμματα και με φούσκες παντού.
.
Άρθρο
Το επιτόκιο του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου είναι αυτή τη στιγμή στο 4,03% – οπότε η απορία, σχετικά με το γιατί σχεδιάζει η κυβέρνηση νέες αποπληρωμές μακροπρόθεσμων δανείων επιτοκίου 1,35% γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, πόσο μάλλον όταν δανείσθηκε πρόσφατα 4 δις € με 3,48% και προβλέπεται στενότητα ρευστότητας στις αγορές.
Προφανώς δεν υπάρχει καμία οικονομική λογική, αλλά μόνο ο συνήθης πολιτικός αμοραλισμός (=εικονικά χαμηλό χρέος) – με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές, αντί την ευημερία των Ελλήνων (ανάλυση).
Η τιμή του βαρελιού πετρελαίου Brent τώρα είναι στα 104 $, του φυσικού αερίου 54 € ή διπλάσια από το πρόσφατο παρελθόν, με τις αποθήκες της ΕΕ σχεδόν άδειες, ενώ το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά – αφού η περιοχή του Κόλπου εξάγει το 1/3 της παγκόσμιας κατανάλωσης του αερίου «ήλιο» που χρησιμοποιείται από υπεραγωγούς, έως μηχανήματα μαγνητικής τομογραφίας (MRI).
Επί πλέον, διενεργείται από την περιοχή το 49% περίπου των παγκόσμιων εξαγωγών ουρίας που είναι απαραίτητη για τα λιπάσματα, το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών αμμωνίας και σχεδόν το 50% του παγκόσμιου εμπορίου θείου για θειικό οξύ – γεγονός που σημαίνει ότι, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Μέση Ανατολή και η παγκόσμια διατροφική αλυσίδα.
Από την άλλη πλευρά, η τρέχουσα πολεμική στρατηγική των ΗΠΑ ακολουθεί ένα σαφές, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο αξίωμα: η επιτυχία στην πρώτη γραμμή, μετριέται από τον δείκτη της χρηματιστηριακής αγοράς – όπου η χρηματοπιστωτική αγορά δεν λειτουργεί πλέον απλά ως δείκτης, αλλά ως ένα ενεργό όργανο ψυχολογικού πολέμου.
Εν τούτοις, ενώ ο Λευκός Οίκος επιχειρεί με επιτυχία να διαστρεβλώσει την οικονομική πραγματικότητα μέσω στοχευμένων αφηγημάτων, ο σκεπτικισμός των επενδυτών αυξάνεται – θεωρώντας πως πρόκειται για μια κατάσταση που ξεφεύγει όλο και περισσότερο από τον έλεγχο των ΗΠΑ.
Παρά την ενεργειακή απειλή λοιπόν που θέτει το Ιράν, το οποίο ελέγχει περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών ενέργειας και πρώτων υλών μπλοκάροντας τα Στενά του Hormuz, οι αγορές αντιδρούν αξιοσημείωτα αργά – με μία παράδοξη ψυχραιμία.
Ειδικότερα, ενώ οι αναλυτές της αγοράς πετρελαίου προβλέπουν ότι, ένας παρατεταμένος αποκλεισμός θα εκτοξεύσει τις τιμές του Brent στα 250 έως 300 $ ανά βαρέλι, κάτι που θα προκαλούσε μια ιστορική πτώση 50% στον S&P 500 (περιλαμβάνει τις 500 κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες), ο δείκτης είχε καταγράψει μόνο μια μέτρια πτώση – περί το 6,5% από τις αρχές του έτους.
Αυτή η αμφιθυμία, πηγάζει από έναν συνδυασμό ενεργειακής αυτάρκειας των ΗΠΑ, μιας εγγενούς ανοδικής τάσης στις αγορές και μιας άνευ προηγουμένου επικοινωνιακής στρατηγικής από την κυβέρνηση Trump – η οποία θεωρεί την χρηματιστηριακή αγορά ως τον πιο σημαντικό δείκτη βαθμολογίας της, γνωρίζοντας πως μια κατάρρευση όχι μόνο θα κατέστρεφε τον πλούτο των εμπλεκομένων ελίτ, αλλά θα υπονόμευε επιπλέον την αφοσίωση της Wall Street και της βάσης της MAGA.
Η στρατηγική Trump τώρα, περιλαμβάνει τους εξής τρεις κεντρικούς πυλώνες:
(α) Τακτικός συγχρονισμός: Η έναρξη του πολέμου ένα Σάββατο πρωί, απέτρεψε μια άμεση αντίδραση πανικού από τους επενδυτές – ενώ επέτρεψε στην κυβέρνηση να επικοινωνήσει το αφήγημα μιας «κεραυνοβόλου νίκης», πριν ανοίξουν οι αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (παράγωγα).
(β) Η λεκτική χειραγώγηση της αγοράς: Μέσω στοχευμένων εμφανίσεων, δρομολογείται η παραπληροφόρηση σχετικά με τη ροή πετρελαίου – για την τεχνητή συμπίεση της τιμής του. Ο ίδιος ο Trump δε, χρησιμοποιεί αισιόδοξες προβλέψεις για ένα γρήγορο τέλος του πολέμου – ως εργαλείο για την αποτροπή των αυξήσεων των τιμών.
(γ) Η κλιμάκωση ως μπλόφα: Οι απειλές κατά των ιρανικών υποδομών, συνοδεύονται συχνά από φήμες για εκεχειρία και από διαρκείς αναβολές των τελεσιγράφων – γεγονός που διατηρεί τις αγορές σε κατάσταση αναποφασιστικότητας.
Όμως, η συγκεκριμένη στρατηγική φτάνει στα όριά της, αφού ο «χρόνος ζωής» των προεδρικών διαβεβαιώσεων μειώνεται ραγδαία – επειδή οι πραγματικές συνέπειες των διαταραγμένων αλυσίδων εφοδιασμού, φτάνουν ήδη στην πραγματική οικονομία.
Σε κάθε περίπτωση, η θεμελιώδης συμφωνία της υφιστάμενης παγκόσμιας τάξης, σύμφωνα με την οποία ο αμερικανικός στρατός εγγυάται την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου για τη διεθνή Ολιγαρχία, φαίνεται να έχει παραβιαστεί – αφού, σε αντίθεση με προηγούμενες πολεμικές συγκρούσεις, η εξουσία να αποφασίσει το τέλος του πολέμου δεν ανήκει πλέον αποκλειστικά στις ΗΠΑ.
Η συνειδητοποίηση δε ότι, οι ΗΠΑ ενεργούν εναντίον ενός παράγοντα που δεν παίζει με τους κανόνες του δυτικού χρηματοπιστωτικού κόσμου, διεισδύει σιγά σιγά στο μυαλό των επενδυτών – ενώ όταν η σπανιότητα των πόρων ξεπερνάει την επικοινωνιακή ανωτερότητα, ο πύργος από τραπουλόχαρτα που οικοδομήθηκε επάνω σε μία χειραγωγημένη εμπιστοσύνη, κινδυνεύει να καταρρεύσει.
Πόσο μάλλον όταν το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει εκτοξευθεί στα 39 τρις $, καθιστώντας τες εξαιρετικά ευάλωτες στην αύξηση των επιτοκίων δανεισμού (ομόλογα) – με θηριώδη δίδυμα ελλείμματα και με φούσκες παντού.
