.
Όταν ο Κ. Πιερρακάκης, ο οποίος δεν είναι βέβαια οικονομολόγος δήλωσε ότι, το δημόσιο χρέος μας θα διαμορφωθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ μέσα στη δεκαετία, κανένας δεν αναρωτήθηκε από πού θα προέλθει αυτή η μείωση – ειδικά όταν το εξωτερικό μας ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό. Προφανώς δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από τον ιδιωτικό τομέα, από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, μέσω της υπερφορολόγησης τους – όπου όμως τα νοικοκυριά ήδη δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με τους φόρους, με κριτήριο τη συνεχή αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους απέναντι στο δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, ενώ κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει με τις επιχειρήσεις που άρχισαν να κλείνουν ξανά. Από την άλλη πλευρά, ποια επιχείρηση θα επενδύσει στην παραγωγή στην Ελλάδα, ειδικά όταν τελειώσουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης; Εάν δεν επενδύσουν όμως, πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας που είναι στο 55% της ΕΕ και εξ αυτής οι μισθοί για να στηριχθεί η κατανάλωση; Πώς θα καλύψουν μόνα τους τα ήδη εξαθλιωμένα νοικοκυριά το κενό ζήτησης που προκαλούν το εξωτερικό και το κράτος; Πώς θα μειωθεί το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που είναι στη στρατόσφαιρα; Από τη μονοκαλλιέργεια του ζημιογόνου τουρισμού που μας υποχρέωσε η ΕΕ με τα μνημόνια; Πώς θα σταματήσει να αυξάνεται το εξωτερικό μας χρέος που έχει εκτοξευθεί στα 582,88 δις €; Το να «θεραπευθεί» πάντως η Ελλάδα από τη χρεοκοπία, όπως είπε ο Ι. Στουρνάρας, επιλέγοντας να χρεοκοπήσουν οι Έλληνες και να εξυπηρετηθούν ξένα συμφέροντα, με αποτέλεσμα τον αφελληνισμό της χώρας και τη μετατροπή των Πολιτών σε φθηνούς σκλάβους χρέους για πολλές γενιές, δεν είναι ότι καλύτερο – αντίθετα, πρόκειται για μία εγκληματική οικονομική πολιτική.
.
Μακροοικονομική Ανάλυση
Όλα όσα συζητούνται αυτή τη στιγμή σχετικά με το δημόσιο χρέος και τους δημοσιονομικούς κανόνες υποθέτουν σιωπηρά ότι, υπάρχουν προϋποθέσεις σε όλες τις χώρες που επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να μειώσουν το χρέος τους, χωρίς σημαντικές οικονομικές αναταραχές – υπό την προϋπόθεση ότι, υπάρχει η πολιτική βούληση να το κάνουν.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναληθές – αφού, με βάση την καθαρή λογική, ο δημόσιος τομέας μιας χώρας μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα των εσόδων του, δηλαδή το νέο δανεισμό του, μόνο εάν άλλοι τομείς όπως τα ιδιωτικά νοικοκυριά ή οι εταιρείες (εγχώριες ή ξένες), ή ακόμη και ο δημόσιος τομέας άλλων χωρών αποδεχτούν ότι, τα πλεονάσματα των δαπανών τους, δηλαδή τα χρέη τους, αυξάνονται ή/και τα πλεονάσματα παρελθόντων εσόδων τους, δηλαδή οι αποταμιεύσεις τους (στις αποταμιεύσεις που δεν έχουν καμία σχέση με τις καταθέσεις συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα, οι μετοχές κλπ.), μειώνονται.
Εάν δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση, οποιαδήποτε προσπάθεια λιτότητας από το δημόσιο τομέα μιας χώρας, θα οδηγήσει σε ύφεση αυτή τη χώρα που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να σταματήσει από το κράτος – επειδή θα πρέπει να απορροφήσει ή τουλάχιστον να υποστεί τις συνέπειες της ύφεσης, για παράδειγμα με τη μορφή αυξημένων δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση και μειωμένων φορολογικών εσόδων.
Με απλά λόγια, για να μειωθεί το έλλειμμα που αυξάνει το κρατικό χρέος μίας χώρας, θα πρέπει να αυξηθεί αντίστοιχα είτε το έλλειμμα του ιδιωτικού της τομέα (=επιχειρήσεις, νοικοκυριά), είτε το έλλειμμα των εμπορικών της εταίρων, είτε και τα δύο μαζί – αφού το σύνολο είναι πάντοτε μηδενικό (ανάλυση).
Ειδικότερα, το χρέος προκύπτει πάντα όταν μια οικονομική μονάδα αντιμετωπίζει ένα χάσμα μεταξύ των δαπανών και των εσόδων της – όταν δηλαδή τα έξοδα της είναι υψηλότερα από τα έσοδα. Κάτι τέτοιο προκαλείται συνήθως από μια πραγματική ανισορροπία – η οποία οδηγεί στο να ζει αυτή η οικονομική μονάδα πάνω από τις δυνατότητές της (=χρησιμοποιώντας περισσότερους πόρους από όσους παράγει), ενώ μια άλλη να ζει κάτω από τις δυνατότητές της.
Για μια κλειστή οικονομία όμως ή για τον πλανήτη στο σύνολό του, δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο, όπως το να ζει κανείς πάνω ή κάτω από τις δυνατότητές του – επειδή οι πραγματικοί πόροι μπορούν να διανεμηθούν και να καταναλωθούν μόνο μία φορά. Ακριβώς για το λόγο αυτό, το άθροισμα του δημοσιονομικού ισοζυγίου μίας χώρας με το ιδιωτικό της ισοζύγιο και με το εξωτερικό (το τελευταίο με αντίθετο πρόσημο), είναι πάντα μηδέν (πηγή).
Από την άλλη πλευρά, το χάσμα μεταξύ του εισοδήματος και των δαπανών μιας οικονομικής μονάδας δεν είναι προβληματικό, εάν υπάρχουν συνθήκες εντός μιας οικονομίας (και στον πλανήτη ως σύνολο) που να διασφαλίζουν ότι, η χαμηλότερη των δυνατοτήτων της διαβίωση μιας ομάδας, εξισορροπείται συστηματικά από την υψηλότερη διαβίωση μιας άλλης.
Εν τούτοις, δεν υπάρχει μια συστηματική ισορροπία που να διασφαλίζει τα παραπάνω στον πραγματικό κόσμο – ενώ είναι λάθος το ότι επιτυγχάνεται μία τέτοια ισορροπία μέσω των επιτοκίων, όπως ισχυρίζονται οι νεοφιλελεύθεροι και νεοκλασικοί οικονομολόγο (πηγή: Flassbek).
Η αποταμίευση και το κενό ζήτησης
Συνεχίζοντας, σε μια οικονομία τα ιδιωτικά νοικοκυριά είναι συνήθως αυτά που ξοδεύουν λιγότερα από όσα κερδίζουν – επειδή προσπαθούν να προετοιμαστούν για το μέλλον τους, μέσω αυτού του είδους αποταμίευσης. Επομένως, το οικονομικό ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα των νοικοκυριών είναι σχεδόν πάντα θετικό – υπάρχει δηλαδή ένα μόνιμο πλεόνασμα ή περίσσευμα (με μοναδική εξαίρεση στην ΕΕ την Ελλάδα, λόγω των μισθών εξαθλίωσης).
Οι επιχειρήσεις τώρα θα πρέπει να αντισταθμίζουν το πλεόνασμα αυτό, το οποίο προκαλεί ένα αντίστοιχο κενό ζήτησης, δαπανώντας περισσότερα από όσα κερδίζουν – επειδή είναι οι κύριοι μοχλοί των επενδύσεων. Δεν δανείζονται δηλαδή μέσω των τραπεζών τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, όπως λανθασμένα λέγεται (οι τράπεζες δεν χρειάζονται τις αποταμιεύσεις για να δανείσουν, ανάλυση), αλλά καλύπτουν με τα χρέη και με τις επενδύσεις τους το κενό ζήτησης που δημιουργείται – το οποίο αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την οικονομία σε ύφεση.
Οι επιχειρήσεις βέβαια επενδύουν, μόνο όταν αναμένουν να αποκομίσουν κέρδη από την επένδυση – γεγονός που τους επιτρέπει να πληρώνουν τους τόκους που συνήθως καταβάλλονται για ένα δάνειο.
Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση, το κράτος δηλαδή, δεν χρειάζεται να έχει ελλείμματα και να χρεώνεται (η κρατική σπατάλη δεν είναι το θέμα μας, αφού ασφαλώς δεν πρέπει να υπάρχει), εάν ο εταιρικός τομέας είναι εγγυημένο ότι επενδύει τουλάχιστον όσα αποταμιεύονται από τα νοικοκυριά ή από αλλού – καλύπτοντας έτσι το κενό δαπανών, δηλαδή ζήτησης/κατανάλωσης των ιδιωτικών νοικοκυριών μέσω της δικής του επενδυτικής ζήτησης, με αντίστοιχα υψηλά επίπεδα δικού του χρέους (=όσες οι αποταμιεύσεις, τόσες και οι επενδύσεις).
Σε αυτήν την περίπτωση βέβαια, η συνολική ζήτηση παραμένει αμετάβλητη – γεγονός που σημαίνει ότι, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει με τη σειρά της στάσιμη. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη απαιτεί όχι μόνο να αντισταθμίζουν οι επιχειρήσεις τις αποταμιεύσεις (=πλεονάσματα) των νοικοκυριών με τα δικά τους ελλείμματα (=χρέη), αλλά, επιπλέον, να επενδύουν ακόμη περισσότερα. Δηλαδή, να συσσωρεύουν πρόσθετα ελλείμματα, με τη μορφή επενδυτικής ζήτησης – η οποία χρηματοδοτείται από χρέος.
Με απλά λόγια, ο εταιρικός τομέας θα πρέπει να συσσωρεύει συνολικά μεγαλύτερο χρέος, από αυτό που αντιστοιχεί στα πλεονάσματα (=αποταμιεύσεις) των νοικοκυριών – κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο, ενώ δεν συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλά, κυρίως δυτικά κράτη, στα οποία οι επιχειρήσεις είναι επίσης αποταμιευτές.
Ειδικότερα, οι εταιρείες σε πολλές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, παρουσιάζουν πλεονάσματα (=αποταμιεύσεις) – επιδεινώνοντας έτσι το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης. Εάν λοιπόν η κυβέρνηση θέλει να διασφαλίσει θετική οικονομική ανάπτυξη, πρέπει (α) είτε να δημιουργήσει συνθήκες που να ενθαρρύνουν τον εταιρικό τομέα να αναλάβει πλήρως τον αναπόφευκτο ρόλο του ως επενδυτής και οφειλέτης, (β) είτε να επιδιώξει η ίδια πλεονάσματα δαπανών, δηλαδή ελλείμματα και να συσσωρεύσει χρέη.
Οι ξένες χώρες τώρα, αποτελούνται από τους ίδιους τομείς με την εγχώρια οικονομία – οπότε η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να εξασφαλισθεί εναλλακτικά με τη δική τους μετατροπή σε οφειλέτες. Με την εκμετάλλευση δηλαδή της δικής τους ζήτησης που θα υπερκαλύπτει τη χαμηλότερη εγχώρια εξαιτίας των αποταμιεύσεων – μέσω των εξαγωγών και του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Κάτι τέτοιο όμως είναι οικονομικός εθνικισμός και αποτελεί μία μερκαντιλιστική πολιτική (ανάλυση) – με την έννοια ότι, τα πλεονάσματα της μίας χώρας είναι εις βάρος της άλλης.
Το «παράδειγμα» της Γερμανίας
Περαιτέρω, ο ιδιωτικός τομέας της Γερμανίας, τα νοικοκυριά, εξοικονομούν περίπου το 6% του ΑΕΠ της χώρας – όπως φαίνεται από την μπλε γραμμή που είναι επάνω από το μηδέν στο γράφημα. Παρά τις μαζικές φορολογικές περικοπές δε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο γερμανικός εταιρικός τομέας δεν έχει συμβάλλει στη γεφύρωση του χάσματος, μεταξύ των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων – αντίθετα, έχει διευρύνει αυτό το χάσμα, με τις δικές του αποταμιεύσεις σχεδόν κάθε χρόνο, όπως φαίνεται από την κόκκινη γραμμή που είναι επίσης επάνω από το μηδέν.
Όπως φαίνεται από το γράφημα, το κενό ζήτησης της Γερμανίας και επομένως ο ρυθμός ανάπτυξης της, καλύπτεται από το κράτος (=ελλείμματα) με κάποιες εξαιρέσεις και κυρίως από το εξωτερικό, ιδίως μετά το 2001 – όπου με την agenda 2010 δρομολόγησε την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα (ανάλυση), κατά τα πρότυπα της Ολλανδίας, με το μισθολογικό dumping που υιοθέτησε (ανάλυση). Έκτοτε δηλαδή αναπτύσσεται εις βάρος των εμπορικών της εταίρων – αφού τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις της είναι καθαροί αποταμιευτές (=επάνω από το μηδέν του οριζόντιου άξονα).
Το γεγονός αυτό επιβαρύνει μόνιμα την οικονομική ανάπτυξη της χώρας από τους εγχώριους τομείς – πόσο μάλλον όταν και ο δημόσιος τομέας της προσπάθησε να μειώσει τα ελλείμματα του με το «φρένο χρέους» που υιοθέτησε ή/και να δημιουργήσει πλεονάσματα, για να περιορίσει το δημόσιο χρέος.
Μόνο ως απάντηση σε προφανώς σοβαρές κρίσεις, όπως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική του 2008 και η κρίση του κορονοϊού του 2020/2021, επέτρεψε ο δημόσιος τομέας να συσσωρευτούν μεγαλύτερα επίπεδα χρέους – όπου, εάν δεν το είχε κάνει, η ύφεση και η οικονομική κατάρρευση θα ήταν πολύ πιο σοβαρές και στις δύο περιπτώσεις, από ότι ήταν ήδη.
Σε κάθε περίπτωση, οι γερμανικές εταιρείες αντέδρασαν στις κρίσεις αυξάνοντας σημαντικά τις αποταμιεύσεις τους – όπως φαίνεται από την κόκκινη γραμμή που αυξάνεται απότομα σε κάθε κρίση. Τα ιδιωτικά νοικοκυριά δε αύξησαν επίσης τις αποταμιεύσεις τους, κατά τη διάρκεια των κρίσεων – όπως δείχνουν οι αντίστοιχες αυξήσεις στο ποσοστό αποταμίευσης (γαλάζια γραμμή).
Το γεγονός τώρα ότι, η γερμανική οικονομία δεν έχει παρουσιάσει μόνιμη ύφεση, παρά τη συνεχή λιτότητα και στους τρεις εγχώριους τομείς, οφείλεται αποκλειστικά στην ετήσια αύξηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, άρα εις βάρος των εμπορικών της εταίρων, άνω του 6% του ΑΕΠ (=άνω των 250 δις € ετήσια) – όπως διαπιστώνεται από την πράσινη γραμμή στο γράφημα.
Με απλά λόγια, η αυξημένη εξωτερική ζήτηση έκλεισε τα κενά στην εγχώρια ζήτηση – ενώ αύξησε ανάλογα τις απαιτήσεις της Γερμανίας στο εξωτερικό, οπότε τα χρέη των άλλων, όπως της Γαλλίας, της Ελλάδας, των ΗΠΑ κλπ., χωρών δηλαδή που έχουν εξωτερικά ελλείμματα απέναντι στη Γερμανία.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι, η οικονομία της Γερμανίας διασώθηκε από το πρόβλημα της λιτότητας του εσωτερικού της, μέσω του μερκαντιλισμού – δηλαδή με τη βοήθεια της υπονόμευσης του διεθνούς ανταγωνισμού, μέσω της συνολικής συγκράτησης των μισθών εντός της Ευρωζώνης και του υποτιμημένου δικού της ευρώ λόγω της κρίσης των εταίρων της, σε διεθνές επίπεδο.
Αυτό κατανόησαν οι ΗΠΑ και την «τιμώρησαν» με την ενεργειακή κρίση – η οποία προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, από τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας και από την καταστροφή των αγωγών Nord Stream.
Η περίπτωση της Γαλλίας
Περαιτέρω, η Γαλλία υποφέρει από τη λιτότητα και το μερκαντιλισμό της Γερμανίας – αφού επί 18 μήνες παρουσίαζε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και άρα κενό ζήτησης λόγω του εξωτερικού, αν και συγκριτικά χαμηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ της.
Όπως φαίνεται, τα νοικοκυριά της είναι επίσης καθαροί αποταμιευτές, αν και σε μικρότερο βαθμό από τα γερμανικά, ενώ το εξωτερικό της εμπόριο (πράσινη γραμμή) είναι επάνω από το μηδέν – οπότε, σε αντίθεση με τη Γερμανία, είναι ελλειμματικό, επιδεινώνοντας το κενό ζήτησης.
Ευτυχώς για την ίδια, ο εταιρικός της τομέας χρεώνεται ξανά και επενδύει από αρκετά χρόνια, αλλά όχι επαρκώς – οπότε ο δημόσιος τομέας της δεν έχει άλλη επιλογή από το να παράγει ελλείμματα και χρέη, εάν η χώρα θέλει να αποφύγει την ύφεση και τη συρρίκνωση του ΑΕΠ της, με όλα τα προβλήματα που προκαλούνται όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο (=αύξηση του χρέους ως προς το ΑΕΠ, ανεργία, χρεοκοπίες κλπ.).
Επομένως, η Γερμανία που έχει σημαντικά πλεονάσματα απέναντι στη Γαλλία, συμβάλλει στην πολιτική κρίση της – από μακροοικονομική φυσικά οπτική γωνία. Όσον αφορά δε τα μέτρα λιτότητας που θέλει να επιβάλει η γαλλική κυβέρνηση στο δημόσιο τομέα, πιεζόμενη από τις αγορές που για να το πετύχουν την υποβαθμίζουν, θα οδηγήσουν σε επιδείνωση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας – υπό τις τρέχουσες φυσικά συνθήκες στο διεθνές εμπόριο.
Η Ιταλία
Συνεχίζοντας με ένα τρίτο παράδειγμα της θεμελιώδους σημασίας των χρηματοδοτικών υπολοίπων, το πρόβλημα της αποταμίευσης του εταιρικού τομέα της Ιταλίας (=επιχειρήσεις στην κόκκινη γραμμή), είναι πολύ πιο έντονο από ότι στη Γαλλία – ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια ακόμη πιο σοβαρό, από ότι στη Γερμανία. Αντίθετα, η αποταμίευση των νοικοκυριών της τείνει να μηδενισθεί – προφανώς επειδή οι μισθοί των εργαζομένων της επαρκούν μόνο για την κάλυψη των εξόδων τους.
Εάν λοιπόν τα ιταλικά νοικοκυριά ήταν τόσο ένθερμοι αποταμιευτές όσο οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι, το εγχώριο πρόβλημα της αποταμίευσης των επιχειρήσεων και του κενού ζήτησης θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Εν τούτοις, μετά την κορύφωση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, η Ιταλία έχει καταφέρει να μειώσει το εξωτερικό της έλλειμμα σε κάποιο βαθμό (πράσινη γραμμή) – κυρίως μέσω της μείωσης των εισαγωγών που στην ουσία είναι πολύ πιο εύκολη, παρά της αύξησης των εξαγωγών.
Δεν ήταν όμως αρκετή αυτή η μείωση, για να μην βυθιστεί στην ύφεση, λόγω της μεγαλύτερης αποταμίευσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων της – οπότε το δημόσιο (μαύρη γραμμή) ήταν υποχρεωμένο να επέμβει αυξάνοντας τα ελλείμματα του, για να αποφύγει τη συρρίκνωση του ΑΕΠ της χώρας.
Ενδιάμεσα συμπεράσματα
Τα παραπάνω τρία παραδείγματα τεκμηριώνουν ότι, δεν μπορεί κανείς να αναλύσει σωστά το δημόσιο χρέος μίας χώρας και να πάρει τα κατάλληλα μέτρα μείωσης του, εάν δεν λάβει υπ’ όψιν του τη συμπεριφορά αποταμίευσης και δανεισμού των άλλων τριών τομέων – των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και ειδικά του εξωτερικού τομέα.
Σε κάθε περίπτωση, όποιος είναι εναντίον της αύξησης του κρατικού χρέους και επιθυμεί τη μείωση του, πρέπει να εξηγήσει ποιος άλλος θα αναλάβει αυτό το χρέος και υπό ποιες συνθήκες – με την προϋπόθεση φυσικά ότι η χώρα δεν θα βυθιστεί στην ύφεση, πως δεν θα ληστέψει τους Πολίτες της και δεν θα τους χρεοκοπήσει για να διασωθεί το δημόσιο.
Οι χώρες πάντως με ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, πόσο μάλλον με τεράστια όπως η Ελλάδα, δεν είναι ικανές να εξυγιάνουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς τους – εκτός εάν ο ιδιωτικός τους τομέας υποχρεωθεί να αναλάβει ακόμη μεγαλύτερο χρέος, να καταναλώσει τις αποταμιεύσεις του και να πουλήσει τα πάγια του (ακίνητα κλπ.), παράλληλα με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και τα κυβερνητικά μέτρα λιτότητας.
Θα πρέπει όμως να είναι σαφές σε κάθε υπεύθυνο χάραξης οικονομικής πολιτικής ότι, κανένας ιδιωτικός τομέας σε καμία χώρα στον κόσμο δεν είναι πρόθυμος να κάνει κάτι τέτοιο – επειδή τα κυβερνητικά μέτρα λιτότητας, όπως η υπερφορολόγηση, η μείωση των δαπανών κλπ., σε συνδυασμό με τις απώλειες στο εξωτερικό εμπόριο, καταστρέφουν κάθε προθυμία για επενδύσεις (ενώ πυροδοτούνται αναπόφευκτα κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις).
Η περίπτωση της Ελλάδας
Συνεχίζοντας με την Ελλάδα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική και ακριβώς αντίθετη από αυτήν της Γερμανίας – αφού είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ που έχει αρνητικές αποταμιεύσεις μετά το 2022. Το πρώτο τρίμηνο δε του 2025, το ποσοστό καθαρής αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο -7,2% του διαθέσιμου εισοδήματος – γεγονός που σημαίνει ότι, τα νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερα από όσα εισπράττουν, μειώνοντας τις αποταμιεύσεις τους, προσφεύγοντας σε δανεισμό ή πουλώντας περιουσιακά τους στοιχεία (πηγή).
Επομένως τα νοικοκυριά δεν αφαιρούν ζήτηση στην Ελλάδα, αλλά προσθέτουν – ενώ, αντίθετα, ο τομέας που αφαιρεί ζήτηση είναι ο εξωτερικός, δηλαδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που συμπεριλαμβάνει το εμπορικό ισοζύγιο, όπου το 2024 εισήγαμε 34,6 δις € περισσότερα από όσα εξήγαμε.
Η ανάπτυξη που έχει τώρα η χώρα, προϋποθέτει την κάλυψη του κενού ζήτησης που προκαλεί ο εξωτερικός τομέας (ανάλυση) – κάτι που συμβαίνει από τα νοικοκυριά που έχουν αρνητική αποταμίευση (οπότε είτε καταναλώνουν από τα έτοιμα, είτε δανείζονται, είτε πουλούν περιουσιακά τους στοιχεία), από το κράτος που έχει αυξήσει το χρέος του περί τα 50 δις € μετά το 2019 χωρίς δυστυχώς να διατεθεί σχεδόν τίποτα για παραγωγικές επενδύσεις και πιθανότατα από τις επιχειρήσεις που επίσης χρεώνονται και επενδύουν, μεταξύ άλλων μέσω του Ταμείου Ανασυγκρότησης και των ΕΣΠΑ.
Τα παραπάνω τεκμηριώνονται από το ότι, ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας μας στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση των νοικοκυριών, όπου η συμμετοχή της στο ΑΕΠ το 2023 ήταν στο 70,2% έναντι 52,4% της Ευρωζώνης και δευτερευόντως στις επενδύσεις των επιχειρήσεων, κυρίως με τα δανεικά του Ταμείου Ανασυγκρότησης – ενώ δεξιά στον πίνακα οι καθαρές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (=ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) ήταν ελλειμματικές κατά -7,3%, έναντι πλεονασματικών +3,6% του μέσου της Ευρωζώνης.
Παρά το ότι λοιπόν δεν έχουμε ένα αντίστοιχο γράφημα με τα παραπάνω, τα χρηματοοικονομικά υπόλοιπα της Ελλάδας είναι όπως στην επόμενη εικόνα – η οποία είναι φυσικά υποθετική.
Με δεδομένο δε το ότι, το 2024 το κράτος είχε πλεόνασμα στον προϋπολογισμό του, η μαύρη γραμμή πέρασε επίσης επάνω από το μηδέν που περιγράφεται από την οριζόντια – οπότε δημιουργήθηκε ένα ακόμη κενό ζήτησης που καλύφθηκε και αυτό από τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η κάλυψη δε αυτή, ύψους 8,329% του ΑΕΠ ή σχεδόν 20 δις € (ίση με το 1,339% του ΑΕΠ του κράτους και το 6,99% του εξωτερικού), προήλθε είτε από την ανάλωση αποταμιεύσεων, είτε από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, είτε από δανεισμό – κυρίως μάλλον από δανεισμό, με κριτήριο τη συνεχιζόμενη άνοδο του εξωτερικού μας χρέους (γράφημα). Από 422 δις € το πρώτο τρίμηνο του 2019 στα 582,88 δις € στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 – ή κατά 161 δις € τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Από αυτά τα 20 δις € δε του 2024, τα 16,5 δις € περίπου πήγαν στο εξωτερικό, ενώ τα 3,5 δις € στο κράτος – γεγονός που σημαίνει ότι, τόσο το κράτος μας το 2024, όσο και τα άλλα κράτη (=εξωτερικός τομέας), δημιούργησαν πλεονάσματα εις βάρος του ιδιωτικού μας τομέα, κάτι που ασφαλώς δεν μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές.
Ακριβώς για το λόγο αυτό επιμένουμε ότι, δεν μπορεί ποτέ να μειωθεί βιώσιμα το χρέος μίας χώρας, δημόσιο και ιδιωτικό, εάν έχει συνεχή ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της – τα οποία δεν μειώνονται μόνο αυξάνοντας τις εξαγωγές αλλά, επίσης, περιορίζοντας τις εισαγωγές, όπως στο παράδειγμα της Ιταλίας.
Φυσικά δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας ή της Γαλλίας, εάν εξετάσουμε και τους τέσσερις χρηματοοικονομικούς τομείς – αν και τις αγορές δεν τις ενδιαφέρει καθόλου ο ιδιωτικός τομέας, αλλά μόνο το κράτος. Όταν μπορεί λοιπόν το κράτος να αυξάνει τα φορολογικά του έσοδα, στην Ελλάδα μέσω του πληθωριστικού φόρου (=διατήρηση των ίδιων συντελεστών στις αυξημένες τιμές) που είναι θανατηφόρος για τους Έλληνες, χωρίς να διαμαρτύρονται οι Πολίτες (κάτι που δεν συμβαίνει στη Γαλλία), οι εταιρίες αξιολόγησης αναβαθμίζουν το κράτος – κρίνουν δηλαδή ότι, μπορεί να πληρώνει τα χρέη του στις αγορές.
Αυτός είναι ο λόγος που εξετάζουν το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (=αφαιρουμένου του ενδοκυβερνητικού χρέους στους φορείς του δημοσίου, όπως στον ΕΦΚΑ, στα συνταξιοδοτικά ταμεία κλπ.), ως προς το ΑΕΠ – αφού σε περίπτωση δυσκολίας αποπληρωμής των ομολόγων, το κράτος απλά θα χρησιμοποιήσει τα χρήματα των φορέων του δημοσίου για να τα πληρώσει, αδιαφορώντας για τους συνταξιούχους και όλους τους άλλους, όπως διαπιστώθηκε με τα μνημόνια και με το PSI.
Δυστυχώς όμως, στην Ελλάδα δεν ασχολείται κανένας οικονομολόγος, πόσο μάλλον η κυβέρνηση, με την ανάλυση των χρηματοδοτικών υπολοίπων, όπως η παραπάνω – παραμένοντας σε απαρχαιωμένες αναλύσεις που δεν έχουν πια καμία σχέση με τη σύγχρονη οικονομική θεωρία.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, όταν ο Κ. Πιερρακάκης, ο οποίος δεν είναι βέβαια οικονομολόγος δήλωσε ότι, το δημόσιο χρέος μας θα διαμορφωθεί κάτω από το 120% μέσα στη δεκαετία, κανένας δεν αναρωτήθηκε από πού θα προέλθει αυτή η μείωση – ειδικά όταν το εξωτερικό μας ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό.
Προφανώς δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από τον ιδιωτικό τομέα, από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σύμφωνα με τα παραπάνω, μέσω της υπερφορολόγησης τους – όπου όμως τα νοικοκυριά ήδη δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με τους φόρους, με κριτήριο τη συνεχή αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους απέναντι στο δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, ενώ κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει με τις επιχειρήσεις που άρχισαν να κλείνουν ξανά.
Από την άλλη πλευρά, ποια επιχείρηση θα επενδύσει παραγωγικά στην Ελλάδα υπό αυτές τις συνθήκες (με εξαίρεση τη βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπία), ειδικά όταν τελειώσουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης; Εάν δεν επενδύσουν όμως στην παραγωγή, πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας που είναι στο 55% της ΕΕ και εξ αυτής οι μισθοί για να στηριχθεί η κατανάλωση; Πώς θα καλύψουν μόνα τους τα νοικοκυριά το κενό ζήτησης που προκαλεί το εξωτερικό και το κράτος; Πώς θα μειωθεί το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που είναι ήδη στη στρατόσφαιρα; Από τη μονοκαλλιέργεια του ζημιογόνου τουρισμού που μας υποχρέωσε η ΕΕ με τα μνημόνια; Πώς θα σταματήσει να αυξάνεται το εξωτερικό μας χρέος; Πολλά τα ερωτηματικά, ενώ για αυτούς τους λόγους απαντήσαμε στο υπουργείο τα εξής:
«Η μείωση του δημοσίου χρέους/ΑΕΠ οφείλεται αποκλειστικά στον πληθωρισμό που είναι θανατηφόρος για τους Πολίτες – ενώ σε απόλυτο μέγεθος, μόνο στην υπερφορολόγηση μέσω των πληθωριστικών φόρων. Γιατί το τελευταίο; Επειδή το δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2024 ήταν εις βάρος του ιδιωτικού τομέα – ο οποίος αφενός μεν τροφοδοτεί το κράτος, αφετέρου το εξωτερικό (=έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών), οπότε το εξωτερικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται, πρόσφατα στα 582,9 δις €!
Επομένως, εάν πράγματι μειωθεί στο 120%, ο ιδιωτικός τομέας θα εξαϋλωθεί – ενώ η Ελλάδα θα αλλάξει ιδιοκτησιακό καθεστώς και θα αφελληνιστεί. Σε κάθε περίπτωση, το να μειώνει μια χώρα το δημόσιο χρέος της εις βάρος των Πολιτών της, είναι εγκληματικό – ενώ έχει ημερομηνία λήξης, όταν πλέον οι Πολίτες της δεν θα μπορούν να πληρώνουν φόρους. Συνεχίζουμε πάντως να αποκλίνουμε από την ΕΕ και να συγκλίνουμε με τη Βουλγαρία, η οποία έχει πια υψηλότερους πραγματικούς μισθούς – ενώ το χρέος ως προς το ΑΕΠ της είναι κάτω του 25%».
Κλείνοντας, το να «θεραπευθεί» η Ελλάδα από τη χρεοκοπία, όπως είπε ο Ι. Στουρνάρας, επιλέγοντας να χρεοκοπήσουν οι Έλληνες και να εξυπηρετηθούν ξένα συμφέροντα, με αποτέλεσμα τον αφελληνισμό της χώρας και τη μετατροπή των Πολιτών σε φθηνούς σκλάβους χρέους για πολλές γενιές, δεν είναι ότι καλύτερο – αντίθετα, πρόκειται για μία εγκληματική οικονομική πολιτική.