.

Δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψουμε τίποτα που να έχει σχέση με τη συγκεκριμένη AOZ Δένδια – την οποία δεν αποδεχόμαστε. Δηλαδή, τη συμφωνία μερικής επήρειας με την Αίγυπτο – όπου υπαναχωρήσαμε, παραδώσαμε δηλαδή δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, σε μία περιοχή με τα πολύ σημαντικά κοιτάσματα της λεκάνης του Ηροδότου.
.
Εισήγηση
Η παρούσα σύμβαση αφορά τη συνεργασία μας με την Αίγυπτο, για έρευνα και διάσωση από Αέρος και Θαλάσσης, στην περιοχή των FIR Αθηνών και Καϊρου – ενώ υπεγράφη από δύο χώρες με καλές σχέσεις γειτνίασης και έχει έναν εύλογο ανθρωπιστικό σκοπό.
Δηλαδή τη συνεργασία των δύο κρατών, με στόχο να διευκολύνεται η έρευνα και η διάσωση ανθρώπων που ευρίσκονται σε κίνδυνο – στη θάλασσα ή στον εναέριο χώρο μεταξύ των χωρών αυτών.
Το ενδιαφέρον όμως ευρίσκεται στην έκταση που υποδηλώνει εθνική κυριαρχία, για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας – σε μια περιοχή που έχει απαράδεκτες φυσικά διεκδικήσεις η Τουρκία, μέσω του Τουρκολυβικού.
Εκτός αυτών, σε μία περιοχή με σημαντικές ανάγκες, λόγω του ότι ευρίσκεται σε μια από τις πιο πολυσύχναστες θαλάσσιες διαδρομές του διεθνούς εμπορίου – επί πλέον σημαντικής αστάθειας εξαιτίας των πολέμων στη Μέση Ανατολή, της παρουσίας πολεμικών πλοίων άλλων χωρών του ΝΑΤΟ ή της Ρωσίας και των αυξημένων μεταναστευτικών ροών από τη Λιβύη.
Επίσης όμως γενικότερα, λόγω της μη καθορισμένης ΑΟΖ μας με την Τουρκία και την Κύπρο – όπου πολύ σωστά αναφέρθηκαν τα προβλήματα που μας προκαλεί η πολιτική των συνεχών υπαναχωρήσεων της κυβέρνησης απέναντι στην Τουρκία, όπως η παρεμπόδιση της πόντισης του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Εν προκειμένω ειπώθηκε στην επιτροπή ότι, η συμφωνία έχει γεωπολιτικές επιπτώσεις και καταργεί το Τουρκολυβικό μνημόνιο – κάτι που ασφαλώς δεν ισχύει.
Προφανώς δεν έχει καμία επίπτωση στον καθορισμό της ΑΟΖ ή της υφαλοκρηπίδας – αφού υπάρχει για το θέμα αυτό η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου του 2020.
Εδώ ακριβώς εστιάζεται το πρόβλημα μας, όσον αφορά την υπογραφή της η οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν αυτονόητη – αφενός μεν για τους ανθρωπιστικούς λόγους που ήδη αναφέραμε, αφετέρου λόγω των φιλικών σχέσεων μας με την Αίγυπτο.
Πού ακριβώς εστιάζεται ο προβληματισμός μας; Στο ότι δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψουμε τίποτα που να έχει σχέση με τη συγκεκριμένη AOZ Δένδια – την οποία δεν αποδεχόμαστε.
Δηλαδή, τη συμφωνία μερικής επήρειας με την Αίγυπτο – όπου υπαναχωρήσαμε, παραδώσαμε δηλαδή δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, σε μία περιοχή με τα πολύ σημαντικά κοιτάσματα της λεκάνης του Ηροδότου.
Όσον αφορά δε το ότι, η συμφωνία αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του FIR Αθηνών που, αν δεν κάνουμε λάθος, αναφέρθηκε από τον υφυπουργό, επίσης δεν ισχύει – αφού έχει ήδη καθορισθεί μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου το 1989 και φυσικά δεν αμφισβητείται από καμία από τις δύο αυτές χώρες.
Εδώ μας έκαναν εντύπωση αυτά που είπε συνάδελφος, σύμφωνα με τα οποία η Τουρκία δρομολόγησε το 2020 έναν κανονισμό που αναφέρεται ρητά σε έρευνα και διάσωση, για ατυχήματα τόσο θαλασσίων, όσο και εναέριων μέσων – επεκτείνοντας την περιοχή ευθύνης της για έρευνα/διάσωση στη Μεσόγειο, εντός του FIR Αθηνών.
Δηλαδή, δυτικά έως τον 26ο μεσημβρινό, αγγίζοντας τα εξωτερικά όρια των χωρικών υδάτων των ανατολικών ακτών της Κρήτης – καθώς και της ελληνικής περιοχής έρευνας και διάσωσης. Είναι αλήθεια υπ’ όψιν της κυβέρνησης και εάν ναι, πως σκέφτεται να το χειρισθεί;
Συμφωνούμε πάντως απόλυτα με τη φράση του υφυπουργού, σύμφωνα με την οποία οι επενδύσεις στην Άμυνα δεν είναι έξοδα, αλλά επένδυση στην εθνική μας ασφάλεια – χωρίς την οποία είναι αδύνατη η ανάπτυξη και η ευημερία μας.
Αρκεί βέβαια να μην αγοράζουμε εξοπλισμό, σε τιμές πολύ υψηλότερες από τις άλλες χώρες, όπως δυστυχώς συμβαίνει – κυρίως όμως, να αναβιώσουμε επιτέλους την αμυντική μας βιομηχανία.
Η συμφωνία τώρα υπεγράφη στο Κάϊρο στις 22 Νοεμβρίου του 2022 – οπότε πρόκειται για μία ακόμη κύρωση, ξεχασμένη ως συνήθως σε κάποιο συρτάρι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Βάσει αυτής της συμφωνίας συνεργασίας δε, τίθεται σε εφαρμογή ένα νέο επιχειρησιακό σχέδιο για την οριοθετημένη περιοχή, μεταξύ των δύο κρατών – με τις δύο πλευρές να συμφωνούν, σε κοινές επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.
Επιγραμματικά στα περιεχόμενα της σύμβασης, αφού αναφερθήκαμε αναλυτικά στην επιτροπή και δεν υπάρχει λόγος να επαναλαμβανόμαστε, διαπιστώσαμε πως έχει σχετικά αόριστες διατάξεις.
Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αναφορά στα συνοδευτικά έγγραφα για τα εχέγγυα της εφαρμογής της – όσον αφορά τη δέσμευση εξοπλισμού, πλοία και αεροσκάφη δηλαδή, με δεδομένο το ότι πρόκειται για μια εκτεταμένη περιοχή.
Δεν αναφέρεται δε ούτε το τι θα γίνεται στην περίπτωση παρέμβασης τρίτων κρατών όπως η Τουρκία – ούτε όσων χωρών διατηρούν πολεμικά πλοία στην περιοχή ή εμπορικά.
Η πρόταση μας ήταν πάντως να συμπεριληφθούν επίσημα στις διασώσεις η πυροσβεστική, όσον αφορά τα ελικόπτερα που διαθέτει και η Ακτοφυλακή – με τα πλωτά μέσα της.
Τέλος, κατά το ΓΛΚ το κόστος από την εφαρμογή της σύμβασης προέρχεται κυρίως από τη συντήρηση και λειτουργία των αεροσκαφών, καθώς επίσης από την αποζημίωση του προσωπικού – ενώ εκτιμάται στο ποσόν των 91.000 ευρώ περίπου ετήσια, το οποίο θεωρούμε πολύ χαμηλό.
Κλείνοντας, πρόκειται μεν για μια αυτονόητη σύμβαση διάσωσης και μάλιστα σε περιοχή που καλύπτει το FIR Αθηνών, καθώς επίσης η μειωμένη ΑΟΖ Δένδια, αλλά υπάρχουν πολλές ασάφειες – οι οποίες μπορεί να ακυρώσουν στην πράξη τη σύμβαση.
