.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προβλέπει ότι, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2007, το 2033 – θεωρητικά βέβαια, εάν δεν προκύψει κάποια παγκόσμια κρίση. Τότε όμως το δημόσιο χρέος μας θα είναι περί τα 150 δις € παραπάνω από το 2009, το κόκκινο ιδιωτικό 200 δις € υψηλότερο, θα έχει ξεπουληθεί η δημόσια περιουσία, θα έχει πλειστηριαστεί η ιδιωτική και ο πληθυσμός μας θα είναι πολύ χαμηλότερος – οπότε θα φτάσει μεν σε αυτό το ύψος το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά με πολύ χειρότερους οικονομικούς δείκτες, ενώ θα διαιρείται με λιγότερους Έλληνες.
.
Εισήγηση για τον νέο αναπτυξιακό

Η κυβέρνηση παρουσιάζει σήμερα ένα ακόμη αναπτυξιακό νομοσχέδιο, από τα πολλά που έχουν κατατεθεί – ειδικά με τα μνημόνια τουλάχιστον 12, χωρίς να έχουμε ανακτήσει ακόμη το ΑΕΠ που είχαμε προηγουμένως.
Ειδικότερα, το πραγματικό μας ΑΕΠ το 2024, χωρίς τον πληθωρισμό δηλαδή, διαμορφώθηκε στα 201 δις € – όταν το 2008 ήταν στα 239,1 δις € ή 38 δις υψηλότερο, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, μαζί με όλα για όσα λέμε.
Ακόμη χειρότερα, οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ αφενός μεν δεν είχαν αντίστοιχη κατάρρευση του ΑΕΠ τους, αφετέρου δεν έμειναν στάσιμες – ενώ ακόμη και αυτές που υπέγραψαν μνημόνια έχασαν ελάχιστο ΑΕΠ και ανέκαμψαν πολύ γρήγορα.

Ως εκ τούτου, η απόσταση μας από το μέσο όρο της ΕΕ έχει διευρυνθεί σε τρομακτικό βαθμό – με αποτέλεσμα σε μία σειρά από οικονομικούς δείκτες να έχουμε καταντήσει τελευταίοι.
Συνεχίζοντας, το σημερινό αναπτυξιακό νομοσχέδιο αποτελεί μία εκτεταμένη τροπολογία του προηγούμενου, του Ν 4887/2022 – με τον πομπώδη τίτλο «Ελλάδα ισχυρή ανάπτυξη», όπου προστίθεται η λέξη «βιώσιμη», η οποία συνήθως συνδέεται με επιδοματικές πολιτικές σε ζημιογόνες απασχολήσεις, καθώς επίσης η φράση «παραγωγικός μετασχηματισμός».
Ο παραγωγικός μετασχηματισμός αναφέρεται από πολλά χρόνια τώρα ως «παραγωγική ανασυγκρότηση» – αν και περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα, παρά ως πραγματικό σχέδιο.
Γιατί; Επειδή δεν δρομολογείται τίποτα προς αυτήν την κατεύθυνση – αλλά, αντίθετα, η χώρα συνεχίζει να αποβιομηχανίζεται, παράγοντας ελλείμματα και χρέη, δημόσια και ιδιωτικά.
Εν προκειμένω, διαβάσαμε σε μία πρόσφατη συνέντευξη του υπουργού ανάπτυξης ότι, το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι το εμπορικό της έλλειμμα – το οποίο είναι διαχρονικό.
Εδώ πρόκειται για τη μισή αλήθεια, αφού το εμπορικό μας έλλειμμα μειώθηκε μετά τα μνημόνια σε σημαντικό βαθμό – ενώ τα τελευταία χρόνια, επί ΝΔ, άρχισε ξανά η ανοδική του πορεία, έχοντας κυριολεκτικά εκτοξευθεί το 2024 στα 34,6 δις € και σε επίπεδα 2006/10.
Έτσι, εκτός του ότι μειώνει αντίστοιχα το ΑΕΠ μας αφού είναι ο 4ος συντελεστής του, υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας ευρίσκεται ξανά σε ελεύθερη πτώση – παρά την τεράστια μείωση των μισθών, οπότε του κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος.
Πού οφείλεται; Προφανώς στη μη διεξαγωγή επενδύσεων που με τη σειρά της σημαίνει ότι, όλα τα αναπτυξιακά νομοσχέδια που προηγήθηκαν ήταν αποτυχημένα – κάτι που δυστυχώς προβλέπουμε και για το σημερινό.
Ειδικότερα οι επενδύσεις, από τις οποίες εξαρτώνται η παραγωγικότητα της εργασίας, οι μισθοί, η αύξηση των εξαγωγών, η μείωση των εισαγωγών, τα ισοζύγια μας κλπ., συνεχίζουν να είναι περί το 6% χαμηλότερες από τις μέσες της Ευρωζώνης – ενώ μόλις πρόσφατα ξεπέρασαν τις αποσβέσεις, παρά το τεράστιο παραγωγικό μας κενό.
Το ύψος του κεφαλαιακού μας αποθέματος δε, ευρίσκεται στα 657,2 δις – γεγονός που σημαίνει ότι, υπολείπεται ακόμη κατά 68,5 δις από το ιστορικό υψηλό του 2010 που ήταν 725,7 δις.
Δηλαδή χάσαμε κεφαλαιακό απόθεμα, όταν όλες οι άλλες χώρες το αύξησαν – κάτι που οφείλεται στα εγκληματικά μνημόνια που μας επιβλήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου τώρα, διαμορφώθηκε το 2023 στα 34,2 δις και το 2024 στα 36,3 δις ή στα επίπεδα του 2001 – από 58,5 δις το 2007.
Όσον αφορά τις άμεσες ξένες επενδύσεις, για τις οποίες θριαμβολογεί η κυβέρνηση, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών που παρουσίασε η ΤτΕ στις 20.02.25, ανήλθαν στα 5,98 δις σε ονομαστικές τιμές – έχοντας αυξηθεί κατά 37% σε σχέση με το 2023.
Παραδόξως όμως, το 48% όλων των ΑΞΕ του 2024 καταγράφηκαν στους δύο τελευταίους μήνες – 1,6 δις το Νοέμβριο και 1,2 δις το Δεκέμβριο.
Τι συνέβη όμως στους δύο αυτούς τελευταίους μήνες; Απλούστατα, η εξαγορά από την αραβική Masdar της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, έναντι περίπου 2,2 δις € για το 70% των μετοχών της – ενώ αργότερα εξαγόρασε το 100%.
Εδώ λοιπόν προκύπτει ένα εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα: Τι ακριβώς θεωρεί ως επένδυση η κυβέρνηση, αφού από αυτό εξαρτάται η ποιότητα των αναπτυξιακών νομοσχεδίων της και ποια είναι η αλήθεια;
Εν προκειμένω φαίνεται καθαρά ότι, η κυβέρνηση θεωρεί ως επένδυση το ξεπούλημα της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας – ενώ η αλήθεια είναι πως ως επένδυση θεωρείται η αύξηση του κεφαλαιακού μας αποθέματος με νέες εγκαταστάσεις, μηχανήματα κλπ., με στόχο την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας κλπ.
Προφανώς τίποτα από όλα αυτά δεν επετεύχθη με την πώληση της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, αφού απλά άλλαξε το ιδιοκτησιακό της καθεστώς – όπως συνέβη με τον ΟΤΕ και τη Fraport στους Γερμανούς, με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στους Ιταλούς με σκανδαλώδεις προϋποθέσεις, με τον ΟΠΑΠ στους Τσέχους, με τον ΑΔΜΗΕ στους Κινέζους, με τον ΔΕΔΔΗΕ στους Αυστραλούς, όπου τους εγγυηθήκαμε ελάχιστο κέρδος σαν να ήταν οι μετοχές τους ομόλογο κοκ.
Όσον αφορά δε τις υπόλοιπες ΑΞΕ, επρόκειτο ξανά για εξαγορές ελληνικών επιχειρήσεων από ξένους – όπως της Grand Hyatt από την Blackstone, των εκπαιδευτηρίων Δούκα από την Cognita, της EpsilonNet από την General Atlantic, της Entersoft από την Imkern Capital, της Αστήρ Βυτογιάννης από την Guala Closures κλπ.
Όλες αυτές βέβαια οι ξένες εταιρίες, θα μεταφέρουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό – οπότε ειδικά τα μερίσματα των πρώην κρατικών εταιριών, θα πρέπει να αναπληρωθούν από φόρους.
Τέλος, με σχεδόν το 50% των ΑΞΕ να αφορά ακίνητα, σημαντικό μέρος της αύξησης των πωλήσεων τους οφείλεται στους πλειστηριασμούς των funds – τα κέρδη των οποίων μεταφέρονται επίσης στο εξωτερικό.
Περαιτέρω στο νομοσχέδιο, όπως διαπιστώνεται από το άρθρο 2 συνεχίζονται περίπου οι ίδιες κατηγορίες του προηγούμενου νόμου, με μία σχετική αοριστία για τις νέες τεχνολογίες, τη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα – δυστυχώς όμως, ξανά με σημαντική αναφορά στον τουρισμό.
Είναι δυνατόν αλήθεια να θέλει μία κυβέρνηση να συνεχίσει να επιδοτεί ένα προβληματικό τουριστικό μοντέλο; Δεν βλέπει ότι, η μέση κατά κεφαλή δαπάνη ανά τουρίστα μειώθηκε στα 573 € το 2024 κατά τον ΣΕΤΕ παρά τον πληθωρισμό ή στα 530,6 ανά ταξίδι κατά την ΤτΕ, από 746 € το 2005;
Πώς είναι δυνατόν να διατηρηθούν οι κρατικές υποδομές μας με τέτοια έσοδα, όταν υποδεχόμαστε πλέον τετραπλάσιους τουρίστες από τον πληθυσμό μας; Ενώ η Πορτογαλία διπλάσιους με περισσότερα έσοδα από εμάς και η Ισπανία ακόμη λιγότερους;
Προφανώς δεν έχουμε τίποτα με τον τουρισμό, αλλά με το λανθασμένο μοντέλο του – αφού δεν είναι δυνατόν η μέση δαπάνη ανά τουρίστα να είναι διπλάσια στην Πορτογαλία ή στην Ισπανία, ενώ ακόμη και στην Τουρκία είναι στα 1.000 $, έναντι 573 € δικά μας.
Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι, μας εκμεταλλεύονται οι ξένοι tour operators, όπως στο παράδειγμα της Λευκάδας που νοικιάζουν το δωμάτιο για 15 € και το επινοικιάζουν με 70 € – ενώ, ακόμη χειρότερα, ο τουρισμός εισάγει πάνω από το 70% των αναγκών του από το εξωτερικό.
Εν προκειμένω λοιπόν, ένα σωστό αναπτυξιακό νομοσχέδιο θα έπρεπε να συνδέσει τον τουρισμό με την εγχώρια παραγωγή και να προωθήσει λύσεις για την αύξηση της κατά κεφαλήν δαπάνης – δύο θέματα που θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τα τουριστικά μας έσοδα και να αυξήσουν ακόμη περισσότερο το ΑΕΠ μας, μέσω της μείωσης του εμπορικού μας ελλείμματος.
Δεν είναι δυνατόν να μην μπορούμε ως χώρα και ως ιδιωτικός τομέας να κατασκευάσουμε μία πλατφόρμα κρατήσεων – έτσι ώστε να μην πληρώνουν οι ξενοδόχοι μας εταιρίες όπως την Booking.com έως και 25% επί των τιμών τους, με τα έσοδα αυτά να οδηγούνται στο εξωτερικό.
Με τα παραπάνω, θα επιλύαμε και το άλλο μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας μας που δεν ανέφερε ο υπουργός στη συνέντευξη του – το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας που εκτοξεύθηκε στα 15,1 δις το 2024, επίσης στα επικίνδυνα επίπεδα 2006/10.
Αφού τώρα το παρόν νομοσχέδιο προσθέτει στο προηγούμενο, αξίζει να κάνουμε μια μικρή αποτίμηση στο τι είδους «Ισχυρή Ανάπτυξη» έχει πετύχει αυτά τα 3 ουσιαστικά χρόνια εφαρμογής, από την κύρωση του στις 14.2.22 – θυμίζοντας ότι, οι εφαρμοστικοί του νόμοι καθυστερούσαν υπερβολικά.
Εν προκειμένω, το πραγματικό μας ΑΕΠ από το 2019 έως το 2024, αυξήθηκε από τα 185 δις περίπου στα 201 δις – ενώ το ονομαστικό στα 237,5 δις.
Επομένως, τα 36,5 δις ΑΕΠ οφείλονται στον πληθωρισμό – όπου, επειδή τα φορολογικά έσοδα του κράτους υπολογίζονται στο 29% του ΑΕΠ, τα 10,5 δις προέρχονται από την υπερφορολόγηση, με τη διατήρηση των ίδιων συντελεστών στις αυξημένες τιμές.
Ας μην ξεχνάμε δε ότι, την ίδια περίοδο ξοδέψαμε για να πετύχουμε την άνοδο του ΑΕΠ μας κατά 16 δις, πάνω από 38 δις με το πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ για τα λανθασμένα lockdowns, με μία ανάλογη αύξηση του χρέους – ενώ πολλά από αυτά, άνω των 8 δις, δρομολογήθηκαν με σκανδαλώδεις απευθείας αναθέσεις.
Επί πλέον, ξοδέψαμε χρήματα του Ταμείου Ανάπτυξης – οπότε στην ουσία κατά πολύ περισσότερα από την άνοδο του ΑΕΠ.
Περαιτέρω, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προβλέπει ότι, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2007, το 2033 – θεωρητικά βέβαια, εάν δεν προκύψει κάποια παγκόσμια κρίση.
Τότε όμως το δημόσιο χρέος μας θα είναι περί τα 150 δις € παραπάνω από το 2009, το κόκκινο ιδιωτικό 200 δις € υψηλότερο, θα έχει ξεπουληθεί η δημόσια περιουσία, θα έχει πλειστηριαστεί η ιδιωτική και ο πληθυσμός μας θα είναι πολύ χαμηλότερος – οπότε θα φτάσει μεν σε αυτό το ύψος το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αλλά με πολύ χειρότερους οικονομικούς δείκτες, ενώ θα διαιρείται με λιγότερους Έλληνες.
Επιγραμματικά τώρα στο Ταμείο Ανάκαμψης, από το οποίο η κυβέρνηση αναμένει στήριγμα στις επενδύσεις, είναι πολύ αργή η υλοποίηση του και κυρίως από μεγάλες επιχειρήσεις – σημειώνοντας ότι, ο ΟΔΔΗΧ είχε καταγράψει το σύνολο των δανείων του ΤΑΑ που εισπράξαμε από την ΕΕ στα 9,6 δις το καλοκαίρι του 2024, ενώ ο αρμόδιος Υπουργός είχε ανακοινώσει πως έχουν χορηγηθεί στην οικονομία μας μόλις 1,7 δις.
Ένα μεγάλο μέρος του δε, όπως άλλωστε γενικότερα των επενδύσεων, δαπανάται για επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά που δεν παράγουμε, αλλά εισάγουμε – ενώ ταυτόχρονα οι Έλληνες επιδοτούν με τους πανάκριβους λογαριασμούς ρεύματος το ενεργειακό καρτέλ που τα λειτουργεί.
Προφανώς λοιπόν κάτι δεν πάει καλά – όπως το ότι, ξανά κατά το γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής, τα χρήματα του Ταμείου που δεν προωθούνται στην οικονομία, λογίζονται ως πλεονάσματα στον προϋπολογισμό.
Επομένως έχει κίνητρο να μην τα διαθέτει στην οικονομία το υπουργείο οικονομικών – αδιαφορώντας βέβαια για το ότι, έτσι στραγγαλίζεται το μέλλον μας.
Συνεχίζοντας, ένα από τα σωστά μέρη του νομοσχεδίου είναι η έμφαση που δίνεται σε επενδύσεις στις παραμεθόριες περιοχές μας και στην περιφερειακή ανάπτυξη – κάτι που έχουμε και εμείς στο κυβερνητικό πρόγραμμα μας, αν και με έναν πολύ πιο ορθολογικό σχεδιασμό.
Είναι σωστό, επειδή η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλες ανισότητες, όσον αφορά την ανάπτυξη ανά περιφέρεια – επίσης σε σχέση με την ΕΕ, όπου ορισμένες περιφέρειες μας ανήκουν στις φτωχότερες της Ευρώπης, παρά τις επιδοτήσεις του αναπτυξιακού.
Το μεγάλο ερώτημα βέβαια που θα έπρεπε να απαντηθεί με το νομοσχέδιο, είναι γιατί δεν διεξάγονται επενδύσεις στην Ελλάδα – ενώ ακόμη και αυτές που διεξάγονται γίνονται με κρατικές επιδοτήσεις, όπως συμπεραίνεται από το ότι, έχουμε να δούμε αύξηση κεφαλαίων ακόμη και στις μεγάλες εισηγμένες επιχειρήσεις από πολλά χρόνια.
Οι απαντήσεις εδώ είναι απλές, ενώ δεν δίνεται καμία λύση από το νομοσχέδιο: αιτία είναι η γραφειοκρατία, η εξαιρετικά αργή απονομή δικαιοσύνης, η διαπλοκή και η διαφθορά – επί πλέον, η μετανάστευση του brain drain λόγω των εξευτελιστικών μισθών εξαιτίας της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας, στο 45% περίπου της Ευρωζώνης.
Κυρίως όμως, το ασταθές και μη ανταγωνιστικό με τις γειτονικές χώρες φορολογικό καθεστώς της χώρας μας – με κορυφή του παγόβουνου την προκαταβολή φόρου που πρέπει να καταργηθεί άμεσα.
Τέλος, μία ακόμη αιτία είναι η ελάχιστη και προβληματική τραπεζική χρηματοδότηση των ΜμΕ – παρά την τεράστια και αφορολόγητη αισχροκέρδεια των τραπεζών, λόγω του απαράδεκτου αναβαλλόμενου φόρου.
Ειδικά όσον αφορά την ασυδοσία των τραπεζών, πρόκειται για καρτέλ που αγνοεί την Επιτροπή Ανταγωνισμού και για τράπεζες που μετέφεραν τα κόκκινα δάνεια σε θυγατρικές ΕΔΑΔΠ, με την κρατική εγγύηση του Ηρακλής – ενώ χρηματοδοτούν το κράτος με ομόλογα άνω των 20 δις, οπότε στερείται αυτά τα χρήματα η οικονομία.
Επί πλέον, οι τράπεζες κερδίζουν χωρίς κόπο από τις υπέρογκες προμήθειες που χρεώνουν, πληρώνουν αστείους τόκους στους καταθέτες και μοιράζουν μερίσματα στους νέους μετόχους τους – οι οποίοι έτσι ή αλλιώς έχουν θησαυρίσει από την άνοδο των τιμών των μετοχών τους, χωρίς να έχουν ξεπληρώσει τις ανακεφαλαιοποιήσεις.
Αυτά τα προβλήματα οφείλει να λύσει η κυβέρνηση και όχι να μοιράζει χρήματα – δρομολογώντας δυστυχώς ταυτόχρονα κοστοβόρους ελέγχους που αυξάνουν ακόμη περισσότερο τη γραφειοκρατία.
Να προσφέρει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να αποσβένουν γρήγορα τις επενδύσεις τους, να αφαιρούν όλα τα έξοδα από τα έσοδα τους και όχι αυτά που επιλέγει η κυβέρνηση, ακόμη και το κόστος εκπαίδευσης του προσωπικού τους, να μειώσει τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών που είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ, να παρέχει φοροαπαλλαγές στις παραμεθόριες και φτωχές περιφέρειες κοκ.
Κλείνοντας, δεν θα αναφερθούμε στα περιεχόμενα του νομοσχεδίου, αφού είναι γνωστά σε όλους μας – σημειώνοντας μόνο ότι, δεν έχει όραμα και σχέδιο, βρίθει γραφειοκρατίας, οι αναφορές του στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση και στη βιομηχανία είναι προσχηματικές, ενώ στο θέμα του δημογραφικού προκαλεί μειδίαμα, για να μην πούμε κάτι άλλο.
Όσον αφορά δε το ΓΛΚ, δεν παρέχει κάποια κοστολόγηση. Πώς είναι δυνατόν όμως να μιλάμε, χωρίς να ξέρουμε πόσα χρήματα θα διατεθούν και σε ποιους τομείς, είτε ως επιδότηση, είτε ως εξοικονόμηση;
Το μόνο που δίνεται είναι κάποια επιμέρους κόστη από τις μεταβολές στις γραφειοκρατικές ρυθμίσεις – κάτι που ασφαλώς δεν αρκεί. Στα υπόλοιπα θα αναφερθούμε στη συζήτηση επί των άρθρων.
