Οι δύο μορφές του παροδικού πληθωρισμού – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι δύο μορφές του παροδικού πληθωρισμού

.

Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται για πάντα, για παράδειγμα από το 2% ετήσια στο 10%, τότε αναφερόμαστε σε μόνιμο πληθωρισμό – διαφορετικά σε παροδικό. Το θέμα όμως είναι τι ακριβώς εννοεί κανείς, όταν αναφέρει τη λέξη «παροδικός» ή «προσωρινός» – σημειώνοντας πως ο πληθωρισμός αυξάνει ορισμένους φόρους σε απόλυτα μεγέθη, παρά το ότι οι συντελεστές παραμένουν ως έχουν, οπότε είναι στην ουσία συνώνυμος με την υπερφορολόγηση. Για παράδειγμα, ο ΦΠΑ 24% σε μία τιμή 10 € είναι 2,40 € – ενώ ο ΦΠΑ 24%, ο ίδιος συντελεστής δηλαδή, σε μία τιμή 20 € είναι 4,80 €.

.

Ανάλυση

Ένα από τα πράγματα που αντιπαθούμε περισσότερο, όσον αφορά την εφαρμοσμένη πολιτική, είναι η «προπαγανδιστική χειραγώγηση των μαζών» – με τη διαστρέβλωση της αλήθειας κατά το δοκούν, με την επανάληψη μεγάλων ψεμάτων, με τεχνάσματα, με την «πλύση εγκεφάλου» μέσω των ΜΜΕ κοκ. Στα πλαίσια αυτά, επειδή προβλέπουμε πως θα συμβεί κάτι ανάλογο με την άνοδο των τιμών, με τον πληθωρισμό δηλαδή που μειώνει κυρίως τους πραγματικούς μισθούς και τις συντάξεις, αφού ήδη χαρακτηρίζεται ως «παροδικός» από τις κυβερνήσεις, είναι σωστό να αναφερθεί κανείς στις δύο πιθανές χρήσεις του όρου «παροδικός», οι οποίες είναι οι εξής:

(α) Κατά την πρώτη έννοια ή χρήση, ο πληθωρισμός χαρακτηρίζεται ως παροδικός, εφόσον ο ρυθμός αύξησης των τιμών δεν παραμένει μόνιμα υψηλός – προσοχή, ο ρυθμός!

(β) Με τη δεύτερη έννοια, ο πληθωρισμός περιγράφεται ως παροδικός, μόνο εάν ο προσωρινά υψηλός πληθωρισμός ακολουθείται από προσωρινά χαμηλό πληθωρισμό – ο οποίος αποκαθιστά την προηγούμενη τροχιά του επιπέδου των τιμών.

Επομένως, το θέμα είναι τι ακριβώς εννοεί κανείς όταν αναφέρει τη λέξη «παροδικός» – σημειώνοντας πως ο πληθωρισμός αυξάνει ορισμένους φόρους σε απόλυτα μεγέθη, παρά το ότι οι συντελεστές παραμένουν ως έχουν, οπότε είναι στην ουσία συνώνυμος με την υπερφορολόγηση. Για παράδειγμα, ο ΦΠΑ 24% σε μία τιμή 10 € είναι 2,40 € – ενώ ο ΦΠΑ 24%, ο ίδιος συντελεστής δηλαδή σε μία τιμή 20 €, είναι 4,80 €.

Περαιτέρω, ο πληθωρισμός υποδηλώνει αύξηση στο γενικό επίπεδο των τιμών – στο δείκτη τιμών καταναλωτή ή στο καλάθι της νοικοκυράς, όπως αποκαλείται και το οποίο έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες χειραγώγησης, ανάλογα με τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη σύσταση του. Ο στόχος της ΕΚΤ είναι ένας ετήσιος πληθωρισμός 2% – δηλαδή, η αύξηση των τιμών κατά 2% το έτος, η οποία θα έπρεπε να είναι και η ελάχιστη αύξηση του κατώτατου μισθού και σύνταξης από τα κράτη, έτσι ώστε να μη μειώνεται η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Φυσικά σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, ο πληθωρισμός μπορεί να είναι υψηλότερος ή χαμηλότερος από το στόχο της ΕΚΤ – όπως στην περίπτωση της πανδημίας (χαμηλότερος λόγω σοκ ζήτησης) ή της περιόδου που την ακολούθησε (υψηλότερος, λόγω σοκ προσφοράς). Εάν τώρα το επίπεδο των τιμών αυξάνεται πιο γρήγορα, αλλά για ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να τεθεί σε λειτουργία το σπιράλ «μισθών-τιμών-μισθών» (ανάλυση), θα μπορούσε να περιγραφεί ως παροδικός πληθωρισμός – ο οποίος όμως διακρίνεται στα εξής:

(α) Παροδικός πληθωρισμός με μόνιμη επίδραση στις τιμές

Εν προκειμένω, ο παροδικός πληθωρισμός με μία όμως μόνιμη επίδραση στο επίπεδο των τιμών, φαίνεται στο σχήμα που ακολουθεί – όπου στον κάθετο άξονα μετράται το επίπεδο των τιμών, ενώ στον οριζόντιο ο χρόνος.

Ειδικότερα, πριν από τη στιγμή 1, το επίπεδο των τιμών αυξάνεται με έναν σχετικά δεδομένο ρυθμό – υποθετικά με 2%. Στη συνέχεια, από τη στιγμή 1 έως τη στιγμή 2, το επίπεδο των τιμών αυξάνεται πιο γρήγορα – οπότε πάνω από 2%. Επομένως αλλάζει εντελώς η προηγούμενη ανοδική μεν, αλλά σταθερή πορεία – ενώ ο ρυθμός δεν αυξάνεται πιο γρήγορα για πάντα, υποθετικά 10% αντί 2%, αφού σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα αναφερόμαστε σε παροδικό, αλλά σε μόνιμο πληθωρισμό.

Όπως φαίνεται τώρα από το σχήμα 1, ο ρυθμός πληθωρισμού που επικρατεί μετά τη στιγμή 2, είναι ίσος με το ρυθμό που επικρατούσε πριν τη στιγμή 1 – οπότε χαμηλότερος από το ρυθμό μεταξύ της στιγμής 1 και της στιγμής 2. Εν τούτοις, το επίπεδο των τιμών δεν επιστρέφει στο προηγούμενο, αλλά παραμένει υψηλό – οπότε ο παροδικός πληθωρισμός υπό αυτήν την έννοια έχει μακροχρόνια επίδραση στο επίπεδο των τιμών. Με απλά λόγια, ήταν 2% πριν από τη στιγμή 1, είναι 2% μετά τη στιγμή 2, αλλά ο παροδικός πληθωρισμός μεταξύ της στιγμής 1 και της στιγμής 2, αυξάνει μόνιμα το επίπεδο των τιμών.

Με ένα παράδειγμα, ένα αγαθό που κόστιζε 10 € αυξανόταν στα 10,2 € έως τη στιγμή 1, με πληθωρισμό 2%. Από την 1 έως τη 2 αυξανόταν υποθετικά με 10%, οπότε από τα 10,2 € στα 11,22 – αμέσως μετά ξανά με 2%, οπότε στα 11,45, χωρίς να επιστρέψει στο 10,2 συν ετήσια 2% (10,40) κοκ.

(β) Παροδικός πληθωρισμός χωρίς μόνιμη επίδραση στις τιμές

Συνεχίζοντας, ο παροδικός πληθωρισμός δεν χρειάζεται να συνεπάγεται μόνιμη αύξηση του επιπέδου των τιμών – γεγονός που σημαίνει πως όσοι χρησιμοποιούν τη λέξη «μεταβατικός» ή «προσωρινός», οφείλουν να αναφέρονται ουσιαστικά στη δεύτερη έννοια. Σε ένα σενάριο δηλαδή που το επίπεδο των τιμών δεν παραμένει υψηλό, αλλά επιστρέφει στα προηγούμενα επίπεδα, όπως στο σχήμα που ακολουθεί – όπου τα επίπεδα των τιμών μετρούνται ξανά στον κάθετο άξονα, ενώ ο χρόνος στον οριζόντιο.

Εν προκειμένω, το επίπεδο των τιμών πριν τη στιγμή 1 αυξάνεται κατά 2%, από τη στιγμή 1 έως τη 2 ταχύτερα, ενώ μετά τη στιγμή 2 και έως την 3 ακολουθεί μία περίοδος χαμηλού πληθωρισμού (κάτω του 2%), ενδεχομένως ακόμη και αποπληθωρισμού (-1% κλπ.) – οπότε, μόλις το επίπεδο των τιμών επιστρέψει στην αρχική του αυξητική πορεία, ο πληθωρισμός είναι ξανά 2%. Στο παραπάνω παράδειγμα, πριν τη στιγμή 1 αυξάνεται από 10 € στα 10,20 €, από την 1 έως τη 2 εκτοξεύεται στα 11,22 €, από τη 2 έως την 3 επιστρέφει στα 10,2 € συν ετήσια 2% εάν έχει μεσολαβήσει ένα έτος (10,40) και στη συνέχεια ακολουθεί την κανονική του πορεία (10,61 €, 10,82 €κοκ.).

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, ο ισχυρισμός πως βιώνουμε έναν παροδικό πληθωρισμό, υποδηλώνει πιθανότατα πως ο ρυθμός θα επιστρέψει ξανά σε ένα επίπεδο της τάξης του 2% – με τις τιμές όμως να παραμένουν αυξημένες. Ότι θα έχουμε δηλαδή έναν παροδικό πληθωρισμό με μόνιμη επίδραση στις τιμές, όπως αναλύσαμε στην πρώτη περίπτωση – γεγονός που σημαίνει πως η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων θα μειωθεί, κατά τον πληθωρισμό της περιόδου 1 έως 2.

Εάν συμβεί, τότε η αύξηση του επιπέδου των τιμών που παρατηρείται ήδη, ενώ θα διαρκέσει ακόμη περισσότερο, θα είναι μόνιμη – παρά το ότι οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού θα είναι παροδικοί. Στο αριθμητικό μας παράδειγμα, οι τιμές θα αυξηθούν από τα 10,20 € στα 11,22 € και αμέσως μετά θα συνεχίσουν στα 11,45 € κοκ.

Σε μία τέτοια περίπτωση, ο ονομαστικός μισθός των 700 € θα μειωθεί σε έναν πραγματικό 630 € – ενώ τα δημόσια έσοδα, όσον αφορά φόρους όπως ο ΦΠΑ ή ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, θα αυξηθούν άμεσα κατά 10% και στη συνέχεια κατά το σύνηθες 2%. Σε σχέση με το ΑΕΠ, η άνοδος του θα στηριχθεί από τον κρυφό πληθωρισμό – από αυτόν δηλαδή που δεν καταγράφεται στον επίσημο δείκτη των τιμών καταναλωτή.

Φυσικά μία τέτοια εξέλιξη είναι προς όφελος των δημοσίων οικονομικών, αλλά εις βάρος των ιδιωτικών – εκτός εάν η κυβέρνηση μείωνε τους παραπάνω συντελεστές φορολόγησης, έτσι ώστε να έχει τα ίδια έσοδα. Με τον τρόπο αυτό αφενός μεν θα μείωνε τις πληθωριστικές πιέσεις, αφετέρου δεν θα της κόστιζε τίποτα – κάτι που μάλλον δεν θα συμβεί, αφού θεωρεί πως οι Πολίτες δεν θα αντιληφθούν την κρυφή υπερφορολόγηση τους. Υπενθυμίζουμε εδώ τα εξής:

.

Η λύση για την ενεργειακή ακρίβεια

Αυτό που θα πρέπει να κάνει τουλάχιστον η κυβέρνηση, είναι να στηρίξει τους Έλληνες όσον αφορά την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση – παύοντας να τους κοροϊδεύει όπου και όπως μπορεί, σαν να απευθύνεται σε ανόητους.

Μεταξύ άλλων, θα πρέπει άμεσα να αυξήσει την προσφορά ρεύματος, λειτουργώντας σε πλήρη δυναμικότητα τις λιγνιτικές μονάδες, όπως πολλές άλλες χώρες της ΕΕ – έως ότου βρει μία αξιόπιστη εναλλακτική πηγή ενέργειας που δεν θα εξαρτάται από εισαγωγές.

Η λύση πάντως βραχυπρόθεσμα δεν είναι άλλη από τη μείωση του ΦΠΑ, όσον αφορά τα βασικά τρόφιμα και του ειδικού φόρου καυσίμων σε σχέση με την ενέργεια – πόσο μάλλον όταν δεν θα μειωθούν έτσι τα έσοδα του δημοσίου, αφού απλά δεν θα εισπράξει το επί πλέον ποσόν που αντιστοιχεί στην άνοδο των τιμών.

Με απλά λόγια, όταν ένα προϊόν κοστίζει 10 € και ο φόρος είναι 10%, τότε το δημόσιο εισπράττει 1 €. Όταν όμως η τιμή του αυξηθεί στα 15 € και το δημόσιο συνεχίσει να εισπράττει 10%, τότε τα έσοδα του θα είναι 1,5 €.

Για να συνεχίσει να εισπράττει λοιπόν το δημόσιο 1 €, θα πρέπει να μειώσει το φόρο από το 10% στο 6,6% – κάτι που αφενός μεν θα στήριζε τους καταναλωτές χωρίς να χάσει τίποτα το κράτος, αφετέρου θα μείωνε τις τιμές καταπολεμώντας τον πληθωρισμό.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!