Ο μεταδημοκρατικός νεοφιλελευθερισμός (Ι) – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Ο μεταδημοκρατικός νεοφιλελευθερισμός (Ι)

.

Μπορεί ο νεοφιλελευθερισμός να συνδέεται κυρίως με τη νεοκλασική οικονομική θεωρία όπως ο φιλελευθερισμός, αλλά οι υποστηρικτές του δεν είναι υπέρ της συγκεκριμένης φιλελεύθερης παράδοσης – ενώ για να τεκμηριώσουν ή για να δικαιολογήσουν αυτή τη διαφοροποίηση τους, προβάλλουν τα εξής: (α) τη μεταβαλλόμενη σημασία που αποδίδουν στον ανταγωνισμό και (β) την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διαχείριση ή τη Νέα Δημόσια Διοίκηση (New Public Management, NPM). Όσον αφορά το πρώτο, αρκετοί νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί ισχυρίζονται πως η ελευθερία της επιλογής των καταναλωτών που καθίσταται δυνατή με τη βοήθεια του ανταγωνισμού, είναι λιγότερο σημαντική από την «ευημερία των καταναλωτών» που βελτιώνεται με την αύξηση της αποτελεσματικότητας – οπότε από τις μεγάλες εταιρίες που εκμεταλλεύονται οικονομίες κλίμακος, παρά το ότι εξελίσσονται σε ολιγοπώλια ή μονοπώλια. Όσον αφορά το δεύτερο, οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρικτές του ΝΡΜ δεν εκτιμούν την απόσταση μεταξύ των επιχειρήσεων και της πολιτικής – αν και με έναν διαφορετικό τρόπο. Ειδικότερα, επειδή συνεχίζουν να πιστεύουν πως το Κράτος είναι ουσιαστικά ανίκανο, επιμένουν στην παλαιά θέση τους πως το Κράτος δεν πρέπει να συμμετέχει στην Οικονομία – υποστηρίζοντας όμως ταυτόχρονα πως η Οικονομία πρέπει να παρεμβαίνει στο κράτος, αυξάνοντας έτσι σημαντικά την αποδοτικότητα του. Απορρίπτουν επί πλέον την παροχή υπηρεσιών από το κράτος – όπου, εάν αυτές είναι απαραίτητες, θα πρέπει τουλάχιστον να ευρίσκονται στα χέρια ιδιωτικών εταιριών. Επομένως πρόκειται για μία τρίτη διαφοροποίηση με τη νεοκλασική θεωρία και ειδικά με το φιλελευθερισμό που διαχωρίζει την οικονομία σε μία κρατική και σε μία ιδιωτική σφαίρα – ενώ αυτές οι μετεξελίξεις αυξάνουν αναμφίβολα το ρίσκο της διαφθοράς, συμβάλλοντας στην εμφάνιση μίας μετά-δημοκρατικής τάξης πραγμάτων, όπου οι οικονομικές και οι πολιτικές ελίτ αποσυνδέονται από τους απλούς Πολίτες.

.

Ανάλυση

Ένα κεντρικό πρόβλημα της Δημοκρατίας είναι το ότι, τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αγορά πολιτικής επιρροής – ακόμη και από τα πολιτικά κόμματα που έχουν την απαιτούμενη χρηματοδότηση ή/και ως κυβερνήσεις τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Προφανώς μέσω της συχνότερης παρουσίας τους στα «εξαγορασμένα» ΜΜΕ, της έμμεσης στήριξης τους από δημοσιογράφους, της χειραγώγησης των δημοσκοπήσεων κοκ.

Στα πλαίσια αυτά σωστά λέγεται πως όλοι οι Πολίτες είναι ίσοι όσον αφορά τα δικαιώματα ψήφου τους, αλλά όχι όσον αφορά τον πλούτο τους – γεγονός που αποτελεί μία από τις μεγάλες, άλυτες δυστυχώς προκλήσεις των φιλελεύθερων κυβερνητικών συστημάτων. Για εκείνο το χρονικό διάστημα όμως που η υφιστάμενη οικονομική ανισότητα παραμένει εντός ορίων, καθώς επίσης εφόσον δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές διαδικασίες, τα προβλήματα και οι εντάσεις που προκύπτουν από αυτήν είναι ανεκτά – αφού τίποτα στον πλανήτη δεν είναι τέλειο.

Εν τούτοις, ο νεοφιλελευθερισμός που κυριαρχεί πια στις περισσότερες οικονομίες σήμερα, έχει επιδεινώσει το πρόβλημα – αφού από τη μία πλευρά είναι υπεύθυνος για τη σημαντική αύξηση των υλικών ανισοτήτων, ενώ από την άλλη έχει νομιμοποιήσει τη χρήση του πλούτου για πολιτική επιρροή.

Περαιτέρω, ασφαλώς κανένα πολιτικοοικονομικό σύστημα δεν είναι απαλλαγμένο από τη διαφθορά – ενώ σε μη δημοκρατικά συστήματα, όπου οι κυβερνήσεις μπορούν να λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό πίσω από κλειστές πόρτες, ενώ οι επικριτές τους διώκοντα όπως στο παράδειγμα της Τουρκίας, η διαφθορά είναι στην ημερήσια διάταξη, σχεδόν ο κανόνας. Εν προκειμένω, εάν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς με ασφάλεια τη δύναμη και τους πόρους του κράτους για να κερδίσει χρήματα για τον εαυτό του, τους φίλους και τους συγγενείς του, γιατί να μην το κάνει; Δεν είναι βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό;

Αντίθετα σε ένα δημοκρατικό σύστημα, όπου τόσο η αντιπολίτευση, όσο και τα ΜΜΕ αναζητούν πάντοτε σκάνδαλα διαπλοκής, διαφθοράς και υπόπτους, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα – όχι όμως ανέφικτα. Ειδικότερα, μία εκλεγμένη δημοκρατική κυβέρνηση μπορεί να αποκρύψει ένα μεγάλο μέρος των ενεργειών της από τα ΜΜΕ και από την κοινή γνώμη – ενώ ένας «χαρισματικός» ηγέτης, με την κατάλληλη κοινοβουλευτική υποστήριξη, εξακολουθεί σήμερα να είναι σε θέση να μετατρέψει το δημόσιο αξίωμα, σε προσωπικό του φέουδο. Πόσο μάλλον σε χώρες όπως η Ελλάδα που το Σύνταγμα τους επιτρέπει την «ενός ανδρός αρχή» μέσα σε ένα κόμμα – ο αρχηγός του οποίου έχει όλες τις δικαιοδοσίες, χωρίς να ελέγχεται στην ουσία από κανέναν.

Επιπλέον, οπουδήποτε η διαφθορά είναι αχαλίνωτη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ελπίζουν συχνά να κληρονομήσουν να προνόμια και τα δίκτυα της εξουσίας που ενδεχομένως κατείχαν τα ίδια προηγουμένως – οπότε διστάζουν ή αποφεύγουν να κάνουν τα κρίσιμα ερωτήματα, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές πηγές της διαφθοράς. Εν προκειμένω, πολλά εξαρτώνται από το επίπεδο του πολιτισμού ενός κόμματος ή μίας Αρχής – ενώ όπου δεν υπήρχε προηγουμένως διαφθορά, είναι δύσκολο να ξεκινήσει, αφού οι κανόνες της διαφάνειας και της ευθύνης που ισχύουν δεν το επιτρέπουν.

Στο νεοφιλελευθερισμό τώρα η διαφθορά προκύπτει συχνά από το γεγονός ότι, κάποιοι κανόνες συμπεριφοράς που προηγουμένως αποδοκιμάζονταν, ορίζονται ως αποδεκτοί – ως μη διεφθαρμένοι πλέον. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, όταν οι δημόσιες υποθέσεις ευρίσκονται στα χέρια αλληλεπικαλυπτόμενων πολιτικών και οικονομικών ελίτ – οι οποίοι ισχυρίζονται πως τηρούν τους κανόνες, παρά το ότι τους έχουν από καιρό διαβρώσει και καταστήσει «ευλύγιστους», έτσι ώστε να μπορούν να τους αλλάζουν κατά το δοκούν.

Θεωρητικά βέβαια, η πολιτική διαφθορά δεν μπορεί να υπάρχει στα νεοφιλελεύθερα καπιταλιστικά καθεστώτα – επειδή το κράτος έχει έναν δευτερεύοντα ρόλο στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, οπότε δεν θα κέρδιζε τίποτα προσπαθώντας να αυξήσει την επιρροή του. Εν προκειμένω, το μόνο καθήκον του κράτους είναι η διατήρηση του ανταγωνισμού στην αγορά – αποτρέποντας τα μονοπώλια και τα ολιγοπώλια. Επομένως, η διαφθορά θα ήταν δυνατή μόνο σε καθεστώτα που συνεργάζονται στενά με επιλεγμένες επιχειρήσεις – όπου από εδώ αρχίζει να φαίνεται η διαφορά μεταξύ του νεοφιλελευθερισμού και του φιλελευθερισμού.

Οι μεγάλες διαφορές

Ειδικότερα, στα πραγματικά φιλελεύθερα κράτη του 19ου και του 20ου αιώνα, υπήρχαν αυστηροί κανόνες που αποσκοπούσαν στη διατήρηση των κατάλληλων αποστάσεων, μεταξύ των κρατικών αρχών και των ιδιωτικών εταιριών – οι οποίοι αντικατόπτριζαν τις σχέσεις μεταξύ της πολιτικής και των επιχειρήσεων, σε μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς.

Αν και αυτοί οι κανόνες δε είχαν μία οικονομικά φιλελεύθερη προέλευση, τα σοσιαλδημοκρατικά και αριστερά κόμματα ήταν επίσης ικανοποιημένα – επειδή ήταν αντίθετα με την επιρροή των πλουσίων επιχειρηματιών. Ως εκ τούτου υπήρχε μία ευρεία πολιτική συναίνεση – ακόμη και αν η διαφθορά, καθώς επίσης η παράνομη επιρροή των πλουσίων στην πολιτική, ήταν συχνές στην πράξη.

Μπορεί τώρα ο νεοφιλελευθερισμός να συνδέεται κυρίως με τη νεοκλασική οικονομική θεωρία όπως ο φιλελευθερισμός, αλλά οι υποστηρικτές του δεν είναι υπέρ της συγκεκριμένης φιλελεύθερης παράδοσης – ενώ για να τεκμηριώσουν ή για να δικαιολογήσουν αυτή τη διαφοροποίηση τους, προβάλλουν τα εξής: (α) τη μεταβαλλόμενη σημασία που αποδίδουν στον ανταγωνισμό και (β) την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διαχείριση ή τη Νέα Δημόσια Διοίκηση (New Public Management, NPM).

Όσον αφορά το πρώτο, αρκετοί νεοφιλελεύθεροι θεωρητικοί ισχυρίζονται πως η ελευθερία της επιλογής των καταναλωτών που καθίσταται δυνατή με τη βοήθεια του ανταγωνισμού, είναι λιγότερο σημαντική από την «ευημερία των καταναλωτών» που βελτιώνεται με την αύξηση της αποτελεσματικότητας – οπότε από τις μεγάλες εταιρίες που εκμεταλλεύονται οικονομίες κλίμακος, παρά το ότι εξελίσσονται σε ολιγοπώλια ή μονοπώλια.

Όσον αφορά το δεύτερο, οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρικτές του ΝΡΜ δεν εκτιμούν την απόσταση μεταξύ των επιχειρήσεων και της πολιτικής – αν και με έναν διαφορετικό τρόπο. Ειδικότερα, επειδή συνεχίζουν να πιστεύουν πως το Κράτος είναι ουσιαστικά ανίκανο, επιμένουν στην παλαιά θέση τους πως το Κράτος δεν πρέπει να συμμετέχει στην Οικονομία – υποστηρίζοντας όμως ταυτόχρονα πως η Οικονομία πρέπει να παρεμβαίνει στο κράτος, αυξάνοντας έτσι σημαντικά την αποδοτικότητα του.

Απορρίπτουν επί πλέον την παροχή υπηρεσιών από το κράτος – όπου, εάν αυτές είναι απαραίτητες, θα πρέπει τουλάχιστον να ευρίσκονται στα χέρια ιδιωτικών εταιριών. Επομένως πρόκειται για μία τρίτη διαφοροποίηση με τη νεοκλασική θεωρία και ειδικά με το φιλελευθερισμό που διαχωρίζει την οικονομία σε μία κρατική και σε μία ιδιωτική σφαίρα – ενώ αυτές οι μετεξελίξεις αυξάνουν αναμφίβολα το ρίσκο της διαφθοράς, συμβάλλοντας στην εμφάνιση μίας μετά-δημοκρατικής τάξης πραγμάτων, όπου οι οικονομικές και οι πολιτικές ελίτ αποσυνδέονται από τους απλούς Πολίτες.

Θυμίζουμε εδώ τι συμβαίνει με τις φυλακές στις Η.Π.Α. που λειτουργούν από ιδιώτες – οι οποίοι κάνουν ότι μπορούν για να παραμείνουν οι φυλακισμένοι περισσότερο χρόνο, αφού έτσι αυξάνουν τα έσοδα τους (ανάλυση), ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει με τα γηροκομεία. Συνεχίζοντας στην ανάλυση των τριών θεμελιωδών διαφορών του φιλελευθερισμού με το νεοφιλελευθερισμό που αναφέραμε επιγραμματικά παραπάνω, τα εξής:

Η μεταβαλλόμενη σημασία του ανταγωνισμού

Η νεοκλασική οικονομική θεωρία, ο φιλελευθερισμός, βασίζεται στην ιδέα πως η αγορά είναι ένας τόπος, όπου συναντώνται ένας μεγάλος αριθμός αγοραστών και προμηθευτών – οπότε, με δεδομένο την υπόθεση αυτή, η συσσώρευση εξουσίας στα χέρια μεμονωμένων συμμετεχόντων είναι αδύνατη. Στην ουσία πρόκειται για κάτι ανάλογο με τη Δημοκρατία – στην οποία, υπό κανονικές συνθήκες, η ανισότητα είναι χαμηλή και οι διαφορετικές απόψεις, ο πλουραλισμός, μεγάλος.

Σε μία τέτοια αγορά μπορεί να εισέλθει ο καθένας εύκολα και ανά πάσα στιγμή – ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών διασφαλίζει πως αφενός μεν οι καταναλωτές έχουν την ελευθερία της επιλογής, αφετέρου ότι οι προμηθευτές ή μία μικρή ομάδα τους, δεν μπορούν να κυριαρχήσουν. Εκτός αυτού υπάρχει ανισότητα, όσον αφορά το εισόδημα – επειδή οι παραγωγοί, στην επιδίωξη τους να αυξήσουν την ευημερία τους, έχουν ένα κίνητρο που υποστηρίζεται από το σύστημα της αγοράς και που απαιτεί να βελτιώνουν συνεχώς την προσφορά τους, για να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες.

Η συγκεκριμένη ανισότητα παραμένει βέβαια εντός ορίων, επειδή τα υψηλά κέρδη σε έναν επιχειρηματικό κλάδο προσελκύουν άλλους επιχειρηματίες που διευρύνουν την προσφορά ή/και προσφέρουν χαμηλότερες τιμές – προκαλώντας τη μείωση των κερδών γενικότερα. Το μοντέλο λειτουργεί δε, όσο ικανοποιείται η απαίτηση για εύκολη πρόσβαση στην αγορά νέων επιχειρηματιών – ενώ προϋποθέτει την παρακολούθηση της αγοράς για την εξασφάλιση του ανταγωνισμού και για την αποτροπή μονοπωλίων ή καρτέλ. Εν προκειμένω, παρά το ότι ακόμη και η κλασική οικονομική θεωρία είναι εναντίον των κρατικών παρεμβάσεων, τάσσεται υπέρ της ως άνω θεσμικής παρακολούθησης της αγοράς – αφού η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων είναι πολύ σημαντική για τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς.

Εν τούτοις, σε ορισμένους κλάδους είναι σχεδόν αδύνατον να διατηρηθεί ένας μεγάλος αριθμός παρόχων, επειδή απαιτούνται εξαιρετικά υψηλές αρχικές επενδύσεις, εκτεταμένα δίκτυα διανομής κοκ. – όπως στην ενέργεια, στα αυτοκίνητα, στα αεροσκάφη, στα ναυπηγεία, στη μαζική παραγωγή φαρμάκων κλπ.

Κάτι ανάλογο συνέβη και στο διαδίκτυο, όπου η αξία μίας πλατφόρμας ή ενός δικτύου καθορίζεται από το μέγεθος τους – με το μεγαλύτερο να έχει πρόσθετα αυξητικά οφέλη, αφού συγκεντρώνει τους περισσότερους χρήστες. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν μερικές μεγάλες εταιρίες που στην ουσία μονοπωλούν την αγορά – όπως η Google, η Microsoft, η Apple, η Facebook, η Amazon κλπ. που μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα απέκτησαν τεράστια αξία και φυσικά δύναμη, έχοντας τη δυνατότητα να αποκλείουν τους ανταγωνιστές τους είτε χαμηλώνοντας περιοδικά τις τιμές κάτω του κόστους, είτε εξαγοράζοντας τους.

Σε σχέση τώρα με την εξέλιξη αυτή, οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι προσπαθούν να αποδείξουν πως οι οικονομίες κλίμακος που επιτυγχάνουν οι παραπάνω εταιρίες, ωφελούν τους καταναλωτές – ισχυριζόμενοι πως η ευημερία των καταναλωτών είναι πιο σημαντική από την ελευθερία επιλογής, οπότε δεν υπάρχει λόγος να επιμένει κανείς στη λειτουργία των πραγματικών ελεύθερων αγορών. Θεωρούν λοιπόν, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους, πως οι απαιτήσεις ενός ανταγωνιστικού συστήματος πληρούνται – ενώ απλά οι κυρίαρχες εταιρίες μπόρεσαν   να κερδίσουν το παιχνίδι και αναδείχθηκαν οι τελικοί νικητές.

Παρεμπιπτόντως, η ίδια λογική για τους νεοφιλελεύθερους πρέπει να ισχύει και για τα κράτη μεταξύ τους – όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας που από αυτήν την οπτική γωνία, κέρδισε το παιχνίδι του ανταγωνισμού στην Ευρωζώνη, οπότε σωστά κυριάρχησε.

Συνεχίζοντας, στην ουσία βέβαια το παιχνίδι χάθηκε, επειδή οι φιλελεύθεροι στηρίχθηκαν στην αντιμονοπωλιακή νομοθεσία και στις επιτροπές ανταγωνισμού – οι οποίες έχουν στόχο την αποτροπή των εταιρικών εξαγορών και συγχωνεύσεων όταν δημιουργούνται μονοπώλια, την καταπολέμηση του αθέμιτου τιμολογιακού ανταγωνισμού κλπ. Όλα αυτά όμως δεν λειτούργησαν, αφού τα εμπορικά δικαστήρια σπάνια εφαρμόζουν τους αντίστοιχους κανονισμούς – ενώ, το χειρότερο, οι νεοφιλελεύθεροι δεν ενδιαφέρονται για τις κοινωνικοπολιτικές συνέπειες που προκύπτουν από την προσέγγιση τους, όπως είναι η αυξανόμενες ανισότητες, η συγκέντρωση τεράστιου πλούτου σε λίγους, η υπερχρέωση των υπολοίπων κοκ.

Ισχυρίζονται μόνο πως το κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει στην οικονομία και να μην επιτρέπει στις εταιρίες αυτές να επεμβαίνουν στην πολιτική – κάτι που είναι περισσότερο από αφελές, εάν όχι ανόητο, μεταξύ άλλων επειδή οι καπιταλιστικές οικονομίες βασίζονται συχνά στην κρατική υποστήριξη για επικίνδυνες καινοτομίες, για τις υποδομές, για την αντιμετώπιση κρίσεων κλπ.

Σε κάθε περίπτωση, η χρηματοπιστωτική κρίση απέδειξε πως οι οικονομικοί τομείς που κυριαρχούνται από λίγες εταιρίες, μπορούν να αποκτήσουν τόσο μεγάλη σημασία για την εθνική ή/και για την παγκόσμια οικονομία, ώστε η κατάρρευση ακόμη και μερικών τέτοιων συστημικά σημαντικών επιχειρήσεων να είναι δυνατόν να κλονίσει σοβαρά τη χώρα – ακόμη και ολόκληρο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Το γεγονός αυτό δεν ισχύει μόνο για τις τράπεζες αλλά, πολύ πιθανόν, για την ενέργεια, για την άμυνα κοκ. – όπου ναι μεν οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν πως πρέπει να αφεθούν αυτές οι επιχειρήσεις να καταρρεύσουν, προκειμένου να αποφευχθεί να αναλάβουν παρόμοιους κινδύνους αυτές που θα επιβιώσουν, αλλά στην πράξη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όπως σήμερα με την επίκληση της πανδημίας. Για παράδειγμα, στηρίχθηκε στην Ελλάδα η Aegean από το κράτος, παρά το ότι δεν είναι αυτό υπεύθυνο για τα 47 καινούργια αεροπλάνα που έχει παραγγείλει και που ενδεχομένως θα κληθούν να συμβάλουν οι φορολογούμενοι – κατά το προηγούμενο των τεσσάρων συστημικών τραπεζών που συνεχίσουν να ληστεύουν το δημόσιο.

Η Νέα Δημόσια Διοίκηση

Περαιτέρω, όσον αφορά την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διαχείριση ή τη Νέα Δημόσια Διοίκηση, οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται πως οι δυνητικές σχέσεις διαφθοράς μεταξύ των κυβερνήσεων και των προτιμώμενων εταιριών (τέτοιες είναι σήμερα στο παράδειγμα της Ελλάδας ο όμιλος Μυτιληναίου, η ΤΕΡΝΑ κλπ.), είναι χαρακτηριστικές του νεποτισμού του παλαιότερου κρατικού καπιταλισμού της Γαλλίας ή της Ιταλίας – κάτι που θα έπαυε να συμβαίνει, μέσω της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που απαιτούν.

Η πράξη όμως έχει τεκμηριώσει πως δεν συνέβη πουθενά κάτι τέτοιο – αλλά, αντίθετα, ο νεοφιλελευθερισμός απλά παρείχε μία νέα νομιμοποίηση για ανεπαρκείς ρυθμίσεις, μέσω των οποίων παραμένουν αυτές οι σχέσεις.

Το γεγονός αυτό έγινε σαφές με το χειρότερο δυνατό τρόπο, όταν στις αρχές του 2019 δύο αεροπορικά σκάφη, το ένα μίας αεροπορικής εταιρίας της Ινδονησίας και το άλλο της Αιθιοπίας, συνετρίβησαν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 356 άνθρωποι.

Και τα δύο αεροσκάφη ήταν Boeing 737 Max 8 – όπου η Boeing, η ναυαρχίδα των Η.Π.Α., ανταγωνίζεται με την ευρωπαϊκή κατασκευάστρια εταιρία Airbus.

Επειδή τώρα η Boeing ήθελε να θέσει σε λειτουργία το παραπάνω νέο και εξελιγμένο αεροσκάφος της το συντομότερο δυνατόν, λέγεται πως δεν έκανε τα απαραίτητα τεστ κατά τη διάρκεια της κατασκευής και των δοκιμών – ενώ, παρά το ότι υπάρχει η Ομοσπονδιακή Αρχή Αεροπορίας στις Η.Π.Α., ο προϋπολογισμός και η επιρροή της περιορίσθηκαν τόσο πολύ ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που επέτρεψαν στην Boeing να διενεργεί μόνη της ελέγχους.

Με απλά λόγια η Boeing διενέργησε ελέγχους που αποτελούν ευθύνη των κρατικών Αρχών με δικούς της υπαλλήλους – ενώ φάνηκε πως τα τεστ ήταν ανεπαρκή, ένα βασικό ελάττωμα των μηχανημάτων δεν εντοπίσθηκε, τα μηχανήματα εγκρίθηκαν και 356 άτομα δυστυχώς πέθαναν, τεκμηριώνοντας πού οδηγεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.

Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης που βασίζεται σε βιβλίο του C. Crouch, θα αναφερθούμε στις μονοπωλιακές και αντί-ανταγωνιστικές τάσεις του νεοφιλελευθερισμού, στη διείσδυση των ιδιωτικών συμβούλων στο δημόσιο, στα έργα ΣΔΙΤ (Συνεργασία Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα), στην εξωτερική ανάθεση δημοσίων υπηρεσιών (outsourcing), καθώς επίσης στη σύγχρονη τάση του νεοφιλελευθερισμού – σύμφωνα με την οποία η (ιδιωτική) Οικονομία πρέπει να επεμβαίνει στο κράτος, με στόχο να το αντικαταστήσει εντελώς.

Στην προσπάθεια ιδιωτικοποίησης δηλαδή ακόμη και της κρατικής διακυβέρνησης – σε ένα θέμα που έχουμε προβλέψει πως θα συμβεί πριν πολλά χρόνια (ανάλυση). Θυμίζουμε εδώ πως στην Ελλάδα έχει ήδη ιδιωτικοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της κρατικής εξουσίας και περιουσίας, με την ίδρυση του Υπερταμείου και της ΑΑΔΕ – αν και η χώρα μας είναι πλέον μία αποικία χρέους, με πραγματική κυβέρνηση της την Τρόικα.

(Ακολουθείστε μας στο Twitter πατώντας εδώ για να ενημερώνεστε αμέσως για τις αναλύσεις μας)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!