
Οφείλει να ερευνηθεί εάν είναι δυνατή μία ζωή χωρίς ευρώ, ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα – οι οποίες βιώνουν μία οδυνηρή κρίση που μάλλον δεν θα τελειώσει ποτέ, ενώ κινδυνεύουν να χάσουν τα πάντα, χωρίς να μειωθεί το χρέος τους
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να εμποδίσει την κατάρρευση μίας χώρας της Ευρωζώνης, καθώς επίσης την τελική της έξοδο από τη γερμανική νομισματική ένωση, όταν προσβληθεί από μία οικονομική κρίση – γεγονός που τεκμηριώθηκε ήδη από το 1992, όπου η Βρετανία και η Ιταλία εγκατέλειψαν τον πολύ πιο ήπιο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ θα αποδειχθεί ξανά σήμερα από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία κοκ”.
.
Ανάλυση
Προφανώς στην Ελλάδα δεν έχουμε δει ακόμη τα χειρότερα, ούτε αποφύγαμε την καταναγκαστική έξοδο από την Ευρωζώνη, ελεγχόμενη ή μη – γεγονός που συμπεραίνεται από το ότι, μας έχει επιβληθεί ένα τρίτο καταστροφικό μνημόνιο λιτότητας, χωρίς διαγραφή χρέους και αναπτυξιακά μέτρα. Ταυτόχρονα, δεν έχουμε άλλη δυνατότητα από την πιστή εφαρμογή του, αφού το υπογράψαμε, αδυνατώντας να χρηματοδοτηθούμε από τις αγορές – ενώ παραμένουμε εγκλωβισμένοι στη γνωστή τριπλή παγίδα (ανάλυση).
Εάν πιστεύει κανείς δε πως μπορούμε να επιλύσουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, την ανεργία, μέσω της διεξαγωγής επενδύσεων, χωρίς τη βοήθεια μίας αυξημένης ζήτησης, για την οποία ασφαλώς δεν υπάρχουν προοπτικές
(α) ούτε στο εσωτερικό, λόγω της μείωσης μισθών και εισοδημάτων, καθώς επίσης της αυξημένης φορολογίας – που όμως δεν θα εισπράττεται πλέον, εξαιτίας της μηδενικής σχεδόν φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων, καθώς επίσης της αυξημένης φοροδιαφυγής που προκαλούν οι υπερβολικοί φόροι (ΑΕΠ = κατανάλωση + φόροι + αποταμιεύσεις ή/και ΑΕΠ = κατανάλωση + ιδιωτικές επενδύσεις + δημόσιες δαπάνες + εξαγωγές – εισαγωγές),
(β) ούτε εντός της νομισματικής ένωσης (εξαγωγές) αφού συνεχίζει να βυθίζεται στην ύφεση, με πληθωρισμό μόλις 0,1% και με μέση ανεργία 11%, παρά τα πακέτα της ΕΚΤ – ενώ πολλές άλλες χώρες επιδιώκουν το ίδιο, την αύξηση της ζήτησης δηλαδή εις βάρος των άλλων,
(γ) ούτε στον υπόλοιπο πλανήτη, ο οποίος απειλείται από μία επόμενη, πολύ μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική κρίση, συγκριτικά με αυτήν του 2008 (άρθρο) – ενώ μαίνεται ένας νομισματικός πόλεμος τεραστίων διαστάσεων,
τότε πρέπει να είναι ουτοπικά αισιόδοξος – πιστεύοντας σε ένα θαύμα, το οποίο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με κάποιον επιστημονικό ή, έστω, λογικό τρόπο. Πόσο μάλλον όταν η Ελλάδα δεν έχει κανένα νομισματικό όπλο στη διάθεση της, ενώ δεν της επιτρέπεται η αναπλήρωση της τεράστιας αυτής έλλειψης με δημοσιονομικά μέτρα – πιθανολογούμε επειδή έχει χάσει εντελώς την εμπιστοσύνη των δανειστών της, υπογράφοντας μη εφαρμόσιμα μνημόνια, καθώς επίσης αρνούμενη διαχρονικά να τηρήσει τα υπεσχημένα.
Στα πλαίσια αυτά, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε βιώσιμες λύσεις, παράλληλα με την έγκαιρη προετοιμασία μας για ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο, το οποίο θα μπορούσε να συμβεί είτε το θέλουμε, είτε όχι: για την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο θα προκαλούσε σεισμικές δονήσεις τρομακτικών διαστάσεων στη χώρα μας, σε μία εποχή που ο παραγωγικός της ιστός είναι εντελώς κατεστραμμένος, ενώ είναι αθεράπευτα υπερχρεωμένος τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός της τομέας.
.
Τα προβλήματα της Ευρωζώνης
Ξεκινώντας τώρα από τα εγγενή, μεγάλα ελαττώματα του ευρώ, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την τοποθέτηση ενός Βρετανού από τη δεκαετία του 1990 (W. Godley), σύμφωνα με τον οποίο τα εξής:
“Όταν μία χώρα ή μία νομισματική περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος της, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι αποδέκτης σε ένα δημοσιονομικό σύστημα, εντός του οποίου συμψηφίζονται τα πλεονάσματα του ενός με τα ελλείμματα του άλλου (όπως συμβαίνει μέσα στη Γερμανία, με τα ομοσπονδιακά κρατίδια), τότε δεν υπάρχει δυστυχώς τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μία αυτοτροφοδοτούμενη, θανατηφόρα διαδικασία – η μοναδική εναλλακτική λύση της οποίας είναι η μαζική μετανάστευση, για να αποφευχθεί η φτώχεια και ο θάνατος από την πείνα“.
Εκείνη την εποχή βέβαια δεν μπορούσε να προβλεφθεί πως η πολιτική λιτότητας θα επιτάχυνε την πορεία προς τη διάλυση της Ευρωζώνης – η οποία φαίνεται σήμερα αναπόφευκτη, εάν δεν ακολουθήσει η δημοσιονομική και πολιτική της ένωση. Η εξέλιξη δε αυτή ήταν αναμενόμενη, γνωστή σε όλους τους οικονομολόγους (ανάλυση) – ενώ ξεκίνησε από την Ελλάδα, μέσω της οποίας ήλθε στην επιφάνεια η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, με υπαιτιότητα της Γερμανίας και της ΕΚΤ (άρθρο), καταλήγοντας στη σημερινή ευρωπαϊκή τραγωδία.
Περαιτέρω, η Ευρωζώνη είναι πλέον σε πολύ κακή κατάσταση – αφού η νομισματική κυκλοφορία υποφέρει, ο ιδιωτικός τομέας δεν αυξάνει την κατανάλωση ή τις επενδύσεις του, ενώ οι κυβερνήσεις όλων σχεδόν των χωρών περιορίζουν συνεχώς τις δαπάνες τους. Μόνο οι εξαγωγές συμβάλλουν πια στην ανάπτυξη, οφειλόμενες κυρίως στην υποτίμηση του ευρώ μέσω του προγράμματος ποσοτικής διευκόλυνσης της ΕΚΤ – κάτι που όμως δεν είναι σε θέση να επιτύχει το ρυθμό ανάπτυξης που χρειάζεται, για να μειωθεί η ανεργία.
Η πολιτική βέβαια αυτή δεν λειτουργεί, όταν πολλές χώρες μαζί επιδιώκουν την επίλυση των προβλημάτων τους μέσω των εξαγωγών. Αντίθετα, οδηγεί σε επικίνδυνα καταστροφικούς νομισματικούς πολέμους (ανάλυση), επειδή δεν προάγει την παγκόσμια οικονομία – λόγω του ότι ο ένας κερδίζει εις βάρος του άλλου.
Με απλά λόγια, οι εξαγωγές της μίας χώρας είναι οι εισαγωγές της άλλης – οι οποίες «εκτοπίζουν» την εγχώρια παραγωγή, οδηγώντας παράλληλα σε μεγάλα ελλείμματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, οπότε στην υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα (κατ’ επέκταση, του δημοσίου).
Μεταξύ άλλων εισήλθε πρόσφατα η Κίνα στο νομισματικό πόλεμο, υποτιμώντας το νόμισμα της, έτσι ώστε να μειώσει τις τιμές των προϊόντων της που αυξήθηκαν μετά την ισχυρή άνοδο των μισθών των εργαζομένων της – με αποτέλεσμα να χαθεί το συγκεκριμένο «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» της Ευρώπης, στην οποία οι μισθοί είχαν μία σχετικά ανάλογη εξέλιξη μετά το 2005 (γράφημα).
.
.
Συνεχίζοντας, εάν έχει δίκιο ο Βρετανός ισχυριζόμενος πως η μετανάστευση είναι η μοναδική εναλλακτική λύση για τους Έλληνες, έτσι ώστε να αποφύγουν τη φτώχεια και να μην λιμοκτονήσουν, καθώς επίσης για τις υπόλοιπες προβληματικές χώρες της Ευρωζώνης, αναρωτιέται εύλογα κανείς γιατί να παραμείνουν μέλη της – υπενθυμίζοντας πως για την οικονομία δεν υπάρχουν ταμπού, όπως συμβαίνει με την πολιτική, ενώ τα συμπεράσματα της βασίζονται σε ρεαλιστικά νούμερα, τα οποία συνήθως δεν αμφισβητούνται.
Σε κάθε περίπτωση, η οικονομία οφείλει να ερευνήσει εάν είναι δυνατή μία ζωή χωρίς ευρώ – ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες βιώνουν μία οδυνηρή κρίση που δεν φαίνεται πως θα τελειώσει ποτέ, ενώ κινδυνεύει να χάσει ολόκληρη την ιδιωτική και δημόσια περιουσία της, χωρίς να μειωθεί το χρέος ή να επιλυθούν τα βασικά της προβλήματα (ύφεση, ανεργία, αναβίωση του παραγωγικού ιστού).
Πόσο μάλλον όταν εκείνα τα κράτη που ανήκουν στην ΕΕ αλλά δεν υιοθέτησαν το ευρώ, φαίνεται πως έχουν αντιμετωπίσει καλύτερα την οικονομική κρίση, συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωζώνης – όπως η Δανία (ανεργία 6%, πληθωρισμός 0,5% στα μέσα του 2015), η Σουηδία (7,6% – 0,8%), η Πολωνία (7,7% – 0,5%), η Τσεχία (4,9% – 0,4%), η Βρετανία (5,6% – 0,1%) κοκ. Ειδικά σε σχέση με την Ελλάδα (ανεργία 26% – αποπληθωρισμός -1,3%) ή με την Ισπανία (22,5% – 0%) – με χώρες πάμπλουτες δηλαδή, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να καταστραφούν ολοκληρωτικά.
Στα πλαίσια αυτά, είναι σκόπιμη η αναφορά στην επώδυνη εμπειρία της Ισλανδίας – η οποία αντιμετώπισε μία εξαιρετικά μεγάλη κρίση το 2008, ενώ δεν είναι μέλος της νομισματικής ένωσης (πηγή: D. Ehnts).
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Η οικονομική κατάσταση της Ισλανδίας
Έχοντας αναφερθεί εκτενώς στην κρίση της Ισλανδίας (ανάλυση) μετά τη χρεοκοπία των τραπεζών της, τις οποίες δεν υποχρεώθηκε να διασώσει με χρήματα των Πολιτών της όπως εκβιάσθηκε από την ΕΚΤ η Ιρλανδία (άρθρο), καθώς επίσης στην ανάκαμψη της το 2014 μετά την επιστροφή του εφιάλτη το 2013, παραθέτουμε εν πρώτοις το γράφημα της εξέλιξης του ΑΕΠ της – σε σύγκριση με αυτό της Ελλάδας.
.
*Αντικειμενικότερα στην πηγή.
.
Όπως διαπιστώνεται από το γράφημα, το ΑΕΠ της Ισλανδίας έφτασε ξανά στα επίπεδα του 2009, μετά την απότομη πτώση του το 2010 – από όπου ξεκίνησε την ανοδική του πορεία, με ένα μικρό διάλειμμα το 2013.
Σε πλήρη αντίθεση, το ΑΕΠ της Ελλάδας δεν έπαψε καθόλου να μειώνεται μετά το 2010, συνεχίζοντας την καθοδική του πορεία, η οποία δεν έχει ποτέ αντιστραφεί – ενώ οι μηδαμινές αυξήσεις του πραγματικού ΑΕΠ που παρατηρήθηκαν το 2014, καθώς επίσης πρόσφατα, είναι πλασματικές, οφειλόμενες στον αποπληθωρισμό της τάξης του -2% (Πραγματικό ΑΕΠ = Ονομαστικό + Αποπληθωρισμός).
Εάν τώρα θεωρήσει κανείς το 2005 ως έτος 100, τότε η ανάπτυξη της Ισλανδίας έως το 2008 έφτασε στο 115, μειώθηκε μετά στο 105, φτάνοντας σήμερα ξανά στο 115 – γεγονός που, σε σχέση με την Ελλάδα, καθώς επίσης με όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωζώνης, αποτελεί αναμφίβολα μία τεράστια επιτυχία.
Η αιτία της συγκεκριμένης εξέλιξης της Ισλανδίας είναι το εξαγωγικό εμπόριο, αφού αυξήθηκαν οι εξαγωγές της και μειώθηκαν οι εισαγωγές της – έχοντας αντικατασταθεί με εγχώρια προϊόντα, αναβιώνοντας παράλληλα τον παραγωγικό της ιστό.
.
Η νομισματική υποτίμηση
Η επιτυχία αυτή οφείλεται κυρίως στην υποτίμηση του νομίσματος της, μέσω της οποίας αυξήθηκε η ανταγωνιστικότητα της – με τη μέση ονομαστική ισοτιμία της κορώνας ως προς το ευρώ για τα έτη 2001 έως 2007 να υπολογίζεται στο1:85, έχοντας ανατιμηθεί ισχυρά το 2008 στο 1:180, ενώ σήμερα είναι της τάξης του 1:140 (υποτίμηση της τάξης του -28%).
Λόγω της υποτίμησης, τα εισαγόμενα προϊόντα έγιναν ακριβότερα ή τα κέρδη των εισαγωγέων ασύμφορα, ενώ τα ισλανδικά προϊόντα μπορούσαν να πουληθούν φθηνότερα στο εξωτερικό ή με μεγαλύτερα κέρδη για τους εξαγωγείς – με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε πλεονασματικό το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ισλανδίας από εξαιρετικά ελλειμματικό προηγουμένως (γράφημα / στο -22,8% έναντι σχεδόν -15% της Ελλάδας).
.
.
Θα μπορούσε βέβαια να ισχυρισθεί κανείς πως μία αντίστοιχα θετική εξέλιξη, αν και όχι τόσο μεγάλη, είχε επίσης το ελληνικό ισοζύγιο – εάν δεν γνώριζε πως ο βασικότερος λόγος, όσον αφορά την Ελλάδα, δεν ήταν οι εξαγωγές, αλλά η μείωση των εισαγωγών, η οποία στηρίχθηκε στη φτωχοποίηση της χώρας μας (μειώσεις μισθών και εισοδημάτων, έλεγχοι κεφαλαίων κλπ.).
Όσον αφορά τώρα τον πληθωρισμό στην Ισλανδία, αυξήθηκε κατά 18% όταν υποτιμήθηκε το νόμισμα της, επιστρέφοντας όμως μετά το 2010 σε μονοψήφια ποσοστά (το 2013 στο 5% και σήμερα λίγο υψηλότερα από το 2% – πηγή).
Συμπερασματικά λοιπόν, η υποτίμηση του νομίσματος λειτούργησε θετικά για την αντιμετώπιση της κρίσης – σε πλήρη αντίθεση με την εσωτερική υποτίμηση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, η οποία κυριολεκτικά κατέστρεψε την οικονομία της, καθώς επίσης τις προοπτικές της για το μέλλον.
Φυσικά αυτό δεν οφείλεται μόνο στο συγκεκριμένο «νομισματικό όπλο» αλλά, επίσης, στην κυβέρνηση της, στους Θεσμούς ευρύτερα, από τους οποίους πάσχει τρομακτικά η Ελλάδα (άρθρο) και στους Πολίτες της – ενώ δεν αναγκάσθηκε να υποστεί τις οδυνηρές συνέπειες των θανατηφόρων διαγνώσεων του ΔΝΤ (ανάλυση), των λανθασμένων συντελεστών κοκ.
Σε κάθε περίπτωση, όταν μετά την κρίση ήταν επειγόντως απαραίτητη η αύξηση της ζήτησης και η μείωση της ανεργίας, επιτεύχθηκαν και τα δύο με τη βοήθεια της νομισματικής υποτίμησης – παρά το ότι οι εξαγωγές της Ισλανδίας περιορίζονται στα ψάρια, καθώς επίσης στο αλουμίνιο, οπότε υπήρχε φόβος πως δεν θα ήταν αρκετές για την αντιστροφή της τάσης.
Οι εξαγωγές της αυξήθηκαν σχεδόν αμέσως σε όρους κορώνας κατά 53%, ενώ οι εισαγωγές της μειώθηκαν κατά 20%, λόγω του συντονισμού των τιμών με το εθνικό νόμισμα – όπως συνέβη και στη Ρωσία, μετά την υποτίμηση του ρουβλίου.
Αναλυτικότερα, η Ισλανδία εισήγαγε λιγότερα προϊόντα σε ποσότητες, αλλά είχε μεγαλύτερο τζίρο στο δικό της νόμισμα – ενώ, επειδή το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετρείται σε όρους εθνικού νομίσματος και όχι σε ποσότητες, ένας τέτοιος συντονισμός των τιμών φτάνει θεωρητικά για να εξισορροπήσει το ισοζύγιο.
.
Επίλογος
Δυστυχώς το ευρώ δεν είναι ένα παράλληλο νόμισμα για την Ελλάδα, όπως το δολάριο για την Αργεντινή, δεν υπάρχει καμία εμπειρία εξόδου κάποιας χώρας από την Ευρωζώνη, έχουν μεσολαβήσει έξι οδυνηρά, αναποτελεσματικά χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης, υπεγράφη το PSI υποθηκεύοντας την δημόσια περιουσία, ενώ χρεοκόπησαν οι ελληνικές τράπεζες – καταλήγοντας στο εφιαλτικό κλείσιμο τους, όπου μέσα σε έξι μήνες χάθηκαν τα κεφάλαια που σήμερα χρειάζονται για τη νέα κεφαλαιοποίηση τους, επιβαρύνοντας ξανά το ήδη δυσθεώρητο δημόσιο χρέος.
Επομένως, δεν υπάρχει καμία ρεαλιστική σύγκριση της πατρίδας μας ούτε με την Αργεντινή, ούτε με την Ισλανδία – οπότε πολύ δύσκολα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα από τις δύο αυτές χώρες. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν αρκετές άλλες διαφορές μεταξύ αυτών και της Ελλάδας – καθώς επίσης πολλά άλλα προβλήματα στην οικονομία, στην πολιτική και στην κοινωνία μας.
Εν τούτοις, οι εμπειρίες της Ισλανδίας είναι πολύ σημαντικές, για να τις αγνοήσει κάποια χώρα, η οποία θέλει να είναι σωστά προετοιμασμένη για το μέλλον. Θεωρήσαμε λοιπόν απαραίτητη την παράθεση τους, η οποία θα συνεχιστεί στο επόμενο κείμενο μας – διαβλέποντας το αδιέξοδο, στο οποίο θα οδηγηθούν πολλά άλλα κράτη της Ευρωζώνης, αφού ελάχιστοι πιστεύουν πλέον πως θα ακολουθήσει η δημοσιονομική και πολιτική ένωση, η οποία θα επέτρεπε τη συνέχεια του πειράματος, χωρίς να προκληθούν άλλες καταστροφές.
.
