
Η χώρα μας δεν γονάτισε κάτω από το βάρος της κρίσης, αλλά, κυρίως, από την σκόπιμη υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της Τρόικας – επίσης, από την ανικανότητα του ΔΝΤ, όσον αφορά τα προγράμματα διάσωσης της και το PSI.
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Δεν χρειαζόμαστε καμία μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα συμφωνία στις 22 Ιουνίου, η οποία δεν θα συμπεριλαμβάνει διαγραφή του χρέους, στη σύσκεψη των ηγετών της Ευρωζώνης και της Τρόικα. Απαιτείται απλά και μόνο η παράταση της υφιστάμενης, αφενός μεν για να αποφευχθεί το σταμάτημα του ELA, οι κεφαλαιακοί έλεγχοι ή το κλείσιμο των τραπεζών, αφετέρου για να έχουμε χρόνο, έτσι ώστε να ερευνήσουμε πως μπορεί να αποκτηθεί πλούτος από την Ελλάδα – καταπολεμώντας τις εισοδηματικές ανισότητες, αλλά χωρίς να προσπαθούμε να μοιράσουμε δίκαια τη φτώχεια.
Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι η πληρωμή της δόσης του ΔΝΤ στα τέλη του μήνα, για να μην εκβιάσει τη χρεοκοπία της χώρας που θα καθιστούσε ληξιπρόθεσμα τα δάνεια από τον EFSF – ύψους περί τα 140 δις €, η αποπληρωμή των οποίων ξεκινάει από το 2023. Αντίκειται βέβαια στους κανονισμούς του ΔΝΤ (άρθρο), αλλά η δύναμη παράγει Δίκαιο – ενώ δεν θα ήταν ότι καλύτερο η σύγκρουση μας με μία εγκληματική οργάνωση, η οποία πρέπει να εκδιωχθεί αμέσως από την Ελλάδα.
Αυτό πιθανότατα δεν ισχύει για τις πληρωμές προς την ΕΚΤ του Ιουλίου και Αυγούστου, αφού θα ήταν αδιανόητο να μας χρεοκοπήσει η κεντρική μας τράπεζα. Όσον αφορά τη συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη, προφανώς και θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε με ένα εθνικό νόμισμα – εάν είχαμε μία κυβέρνηση που θα είχε την ικανότητα να μας οδηγήσει με ασφάλεια, μέσα από αχαρτογράφητα νερά.
Δεν την έχουμε όμως, ενώ δεν πρέπει να ξεπουλήσουμε ανόητα ένα από τα σημαντικότερα «περιουσιακά» μας στοιχεία – το ευρώ, τα ΕΣΠΑ της κοινότητας, τα πακέτα ποσοτικής διευκόλυνσης της ΕΚΤ, το βέτο μας στην ΕΕ που ενδιαφέρει τη Ρωσία, καθώς επίσης την πρόσβαση μας στη νομισματική ένωση που ενδιαφέρει την Κίνα.
Όσον αφορά το φόβο μας απέναντι σε μία γερμανική Ευρώπη, την οποία ασφαλώς δεν επιθυμούμε για τα παιδιά μας, δεν πρόκειται να συμβεί – αφού οι Γερμανοί Πολίτες, από την εποχή του Νίτσε ακόμη, το φοβούνται περισσότερο από εμάς”.
.
Ανάλυση
Αναλύοντας τη λανθασμένη διάγνωση του ΔΝΤ, κυρίως δε τη θανατηφόρα θεραπεία, στην οποία υποβλήθηκε η Ελλάδα από την Τρόικα (άρθρο), αναφερθήκαμε στους δύο βασικότερους εξαγωγικούς πυλώνες της οικονομίας μας – η σωστή στατιστική απεικόνιση και η εκμετάλλευση των οποίων θα μπορούσε όχι μόνο να βοηθήσει τη χώρα μας να ξεφύγει από την κρίση αλλά, κυρίως, να την οδηγήσει στην κορυφή της Ευρώπης.
Ίσως βέβαια να μην κατανοούν οι εφοπλιστές, καθώς επίσης οι ιδιοκτήτες των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων τους κινδύνους από τη χρεοκοπία της χώρας, πόσο μάλλον από την τυχόν έξοδο της από την Ευρωζώνη – θεωρώντας πως δίκαια αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους, έχοντας απέναντι τους ένα διεφθαρμένο, πελατειακό πολιτικό σύστημα, καθώς επίσης μη παραγωγικούς εργαζομένους και διαπλεγμένους συνδικαλιστές, οι οποίοι ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την εκμετάλλευση των εργοδοτών τους.
Είναι όμως η ύστατη ευκαιρία τους να συνειδητοποιήσουν την απειλή για τους ίδιους, από τους ισχυρότερους των δανειστών της Ελλάδας, κυρίως δε από τους Γερμανούς – οι οποίοι αφενός μεν ζηλεύουν τους δύο αυτούς κυρίαρχους πυλώνες της οικονομίας μας, τους οποίους δεν έχουν καμία δυνατότητα να ανταγωνιστούν (είναι γνωστό το ανέκδοτο του Γερμανού καπετάνιου, καθώς επίσης η απελπιστική κατάσταση της γερμανικής ναυτιλίας), αφετέρου τους εποφθαλμιούν.
Στα πλαίσια αυτά, σχεδιάζουν να εξαγοράσουν σε εξευτελιστικές τιμές αεροδρόμια, ξενοδοχεία και λιμάνια, κατακτώντας εν πρώτοις οικονομικά τη χώρα – ενώ στη συνέχεια θα προσπαθήσουν να «υπεξαιρέσουν» όλα της τα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η ναυτιλία, ο τουρισμός, οι κοινωφελείς κρατικές επιχειρήσεις, το υπέδαφος, οι τράπεζες, οι κατασκευές, η βιομηχανία κοκ.
Αυτήν την καταστροφή μπορεί ακόμη και πρέπει να την αποφύγει η Ελλάδα, προφανώς με τη συνδρομή της επιχειρηματικής της ελίτ, η οποία διαφορετικά θα καταστραφεί – αφού οι δανειστές γνωρίζουν πολύ καλά την αξία των «λαφύρων», έχοντας ήδη εκτενείς μελέτες, τις οποίες τυχαίνει να γνωρίζουμε.
Σε κάθε περίπτωση, η συναίνεση και η αποφυγή της διχόνοιας δεν επιβάλλεται μόνο στα πολιτικά κόμματα και στους Πολίτες αλλά, επίσης, στους επιχειρηματίες της χώρας – έτσι ώστε όλοι οι Έλληνες ανεξαιρέτως να τοποθετηθούν συνεκτικά, από κοινού, ενωμένοι, απέναντι στους επίδοξους ξένους εισβολείς. Όσον αφορά ειδικά τους δύο παραπάνω κλάδους, τα εξής:
.
Ο εξαφανισμένος στόλος
Εισαγωγικά, παρά τις αντίθετες τοποθετήσεις, υπενθυμίζουμε πως η Ελλάδα είναι μία χώρα με έναν πολύ μεγάλο και εξαιρετικά ανταγωνιστικό εξαγωγικό τομέα – εάν τον εξετάσει κανείς από μία εντελώς διαφορετική οπτική γωνία.
Ο εμπορικός στόλος της είναι ο μεγαλύτερος και παραγωγικότερος σε ολόκληρο τον πλανήτη, το νούμερο ένα μετά τη δεκαετία του 1970. Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός της κατέχει μία εξαιρετικά επιτυχημένη, ισχυρή θέση εντός της Ευρώπης – έχοντας εξελιχθεί μετά το 2000 από μαζικό σε ποιοτικό τουρισμό, με πολύ ανταγωνιστικές τιμές στα ανώτερα, ιδίως δε στα ανώτατα τιμολογιακά επίπεδα. Εύλογα βέβαια, αφού καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει τόσα νησιά, τέτοιο φυσικό κάλλος, καθώς επίσης το πλήθος και την ποιότητα των πολιτιστικών της μνημείων – τα οποία είναι ακόμη ανεκμετάλλευτα σε μεγάλο βαθμό.
Περαιτέρω, από το 1999 έως το 2008 η Ελλάδα γνώρισε μία εξαγωγική έκρηξη, όσο καμία άλλη χώρα της δυτικής Ευρώπης, με εξαίρεση μόνο τη Νορβηγία – επιτυγχάνοντας ισχυρότατες εξαγωγικές επιδόσεις, οι οποίες δεν συγκρίνονται με κανένα άλλο κράτος.
Στην πραγματικότητα δε, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ήταν έως το 2008 περισσότερο πλεονασματικό από αυτό της Γερμανίας, παρά το ότι δεν απεικονιζόταν στα επίσημα στατιστικά στοιχεία – οφειλόμενο κυρίως στη ναυτιλία της, η οποία αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, μετά το 1960.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Αναλυτικότερα, οι (λανθασμένες) επίσημες οικονομικές στατιστικές της χώρας, όσον αφορά τη ναυτιλία, δείχνουν μία διαφορετική εικόνα – με ευθύνη κυρίως της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία οργανώνει την παρουσίαση των στοιχείων από πολλά χρόνια (η ΕΛΣΤΑΤ παίρνει απλά τα νούμερα που της δίνονται, τοποθετώντας τα ως έχουν στα δικά της). Η αιτία είναι το ότι ο κλάδος βασίζεται στο δολάριο, τόσο όσον αφορά τα έσοδα, όσο και τα έξοδα του – διατηρώντας παραδοσιακά τραπεζικούς λογαριασμούς στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο και στη Γενεύη.
Έως την εποχή τώρα που υιοθετήθηκε το ευρώ από τη χώρα μας, οι συναλλαγές της ναυτιλίας δεν διενεργήθηκαν σχεδόν ποτέ μέσω των ελληνικών τραπεζών – κυρίως λόγω του ότι, μετά την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδας (1929), από το 1932, υπήρξε ένα νομισματικό καθεστώς με άκαμπτους ελέγχους κεφαλαίων, το οποίο παρέμεινε περισσότερο ή λιγότερο ως είχε, μέχρι το 1994.
Ουσιαστικά λοιπόν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διενεργηθούν διεθνείς κεφαλαιακές συναλλαγές μέσω των ελληνικών τραπεζών – οπότε η Τράπεζα της Ελλάδας έπαψε να καταχωρεί τα έσοδα από τις μεταφορές (κόμιστρα) των πλοίων των Ελλήνων εφοπλιστών, δηλώνοντας τα ως εξαγωγές, αποτελώντας τη μοναδική εξαίρεση συγκριτικά με όλες τις άλλες χώρες.
Ως εκ τούτου, αυτό που καταχωρούταν από την Ελλάδα έως το 1998 περίπου (πηγή: Bernegger), ήταν μόνο το εσωτερικό κόστος της ναυτιλίας – όπως οι μισθοί, οι καταθέσεις στο συνταξιοδοτικό ταμείο των ναυτικών (ΝΑΤ), οι δαπάνες των γραφείων, οι πληρωμές μερισμάτων εντός της χώρας κλπ. Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα από τις μεταφορές του ελληνικού στόλου (τζίρος) έως το 1998, δεν καταχωρούνταν καθόλου – ούτε στο ισοζύγιο της Ελλάδας, ούτε σε κάποια άλλη χώρα του εξωτερικού.
Έτσι δημιουργήθηκε το πρόβλημα του «εξαφανισμένου στόλου» (the missing fleet), το οποίο απασχόλησε τη διεθνή στατιστική στον τομέα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, από τη δεκαετία του 1980 – όπου τόσο το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών, όσο και το ΔΝΤ (πηγή) διαπίστωσαν πως τα λανθασμένα στοιχεία του αμερικανικού, καθώς επίσης του παγκόσμιου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οφείλονταν στην ελαττωματική (μη) καταχώρηση των εσόδων από τις θαλάσσιες μεταφορές, κυρίως των Ελλήνων εφοπλιστών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, το παγκόσμιο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών φαινόταν αρνητικό, παρά το ότι τα πλεονάσματα, καθώς επίσης τα ελλείμματα σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να καταλήγουν σε μηδενικό άθροισμα – με το «έλλειμμα» (αρνητικό υπόλοιπο) να τοποθετείται στα 100 δις $ στα έτη 1981 και 1985. Υπεύθυνη δε για τα «ελλείμματα» αυτά θεωρήθηκε η ελληνική ναυτιλία, καθώς επίσης η ναυτιλία του Χονγκ Κονγκ (η κινέζική ναυτιλία θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μελλοντικός ανταγωνιστής της ελληνικής, οπότε θα έπρεπε να προσεχθεί καλύτερα η είσοδος της στον Πειραιά, μέσω της COSCO).
.
Ναυτιλιακές ιδιαιτερότητες
Περαιτέρω, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων και της ρευστότητας της ναυτιλίας παρέμενε σε λογαριασμούς δολαρίων στο εξωτερικό, χωρίς ποτέ να εισέρχεται στο κυκλοφοριακό σύστημα της ελληνικής οικονομίας – ενώ, μέχρι το 2002, ακόμη και τα έσοδα από τις επανεπενδύσεις των εφοπλιστών δεν καταγράφονταν, κάτι που άλλαξε μόνο εν μέρει το 2003.
Όσον αφορά γενικότερα τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων εφοπλιστών, τα οποία αυξάνονται συνεχώς, παραμένοντας στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους (κρυφά) στο εξωτερικό, δεν καταγράφονται επίσης στις στατιστικές της χώρας μας, όπως συμβαίνει με τα άλλα κράτη (στη θέση «απ’ ευθείας επενδύσεις στο εξωτερικό»).
Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, οι οποίες θα συμπεριελάμβαναν φυσικά το ειδικό φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τους Έλληνες εφοπλιστές, καθώς επίσης την αιτία που διατηρούν τα χρήματα τους σε φορολογικούς παραδείσους, από το Μονακό έως τις Βερμούδες, η δυνητική «συνδρομή» της ναυτιλίας στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ιδίως στα έτη της κατακόρυφης ανόδου των ναυτιλιακών εσόδων (1999 – 2008, γράφημα), υπολογίζεται στα 60 δις $ – τα οποία όμως καταγράφονταν μόλις εν μέρει, κατά 10% έως το 2008, μετά δε κατά περίπου 25%.
.
.
Αν και τα έσοδα αυτά όμως δεν καταγράφονται εξ ολοκλήρου, δεν παύουν να υπάρχουν – οπότε θεωρητικά το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2009, εάν συμπεριελάμβανε κανείς τη ναυτιλία, δεν θα ήταν 341,6 δις $, αλλά περίπου 380 δις $ (αντίστοιχα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).
Με δεδομένο όμως το ότι, τα θαλάσσια κόμιστρα μειώθηκαν από το 2008 σχεδόν κατά 90%, κυρίως στα ξηρά φορτία (δείκτης Baltic Dry), ενώ το κόστος του πετρελαίου αυξήθηκε κατακόρυφα, κατανοεί κανείς πως η κρίση κόστισε στην Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη – ενώ το ΑΕΠ της μειώθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό, από το 27% που καταγράφηκε.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Ο τουρισμός
Όπως συμβαίνει με τη ναυτιλία, έτσι και τα εξαγωγικά έσοδα του τουρισμού στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, υποτιμούνται σημαντικά – κάτι που δεν οφείλεται στη χώρα μας αυτή τη φορά, αλλά στη διαφοροποίηση της μεθοδολογίας καταγραφής του τζίρου από την παροχή τουριστικών υπηρεσιών, εντός μίας νομισματικής ένωσης, μετά την είσοδο μας στην Ευρωζώνη (2002).
Τα έσοδα αυτά υπολογίζονται πλέον με δειγματοληπτικές έρευνες που διεξάγονται στους τουρίστες – όπου ερωτώνται για τα μέσα έξοδα τους κατά τη διάρκεια παραμονής στη χώρα μας, για τις τιμές των δωματίων που πλήρωσαν, για το χρόνο που διέμειναν κοκ. Η μέθοδος αυτή (Frontier Travel Survey – FTS) χρησιμοποιείται επίσης σε άλλες χώρες της Ευρώπης – όπου όμως, λόγω προβλημάτων στη στάθμιση των δειγμάτων, δεν απεικονίζει σωστά τη δυναμική του τουρισμού.
Συγκρίνοντας τώρα κανείς τα εξαγωγικά έσοδα του ελληνικού τουρισμού με άλλες χώρες, σε συνδυασμό με ορισμένους εξειδικευμένους παράγοντες, διαπιστώνει πως αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά το 2000 και την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη – όπως συνέβη με τη ναυτιλία, αφού και οι δύο τομείς είναι εντάσεως κεφαλαίου, το οποίο ήταν πιο εύκολο να αποκτηθεί (δάνεια), καθώς επίσης πιο φθηνό εντός της νομισματικής ένωσης.
Εν τούτοις, η εξέλιξη αυτή δεν απεικονίζεται σωστά στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της ελαττωματικής καταχώρησης των διανυκτερεύσεων, κατά ξενοδοχειακές κατηγορίες. Ειδικότερα, αυτό που χαρακτηρίζει τον ελληνικό τουρισμό μετά το 2000 είναι η ισχυρή ανάπτυξη του στον τομέα των ξενοδοχείων 5 αστέρων (γράφημα) – αφού μόνο αυτός αναπτύχθηκε, με τους άλλους τομείς είτε να είναι στατικοί (4 αστέρια), είτε να μειώνονται (1 έως 3 αστέρια).
.
.
Περαιτέρω, τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων έχουν μακράν τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα και κερδοφορία ανά εργαζόμενο – οπότε, η μετατόπιση του κέντρου βάρους του ελληνικού τουρισμού σε αυτήν την κατηγορία, οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση του τζίρου του, παρά το ότι ο αριθμός των τουριστών από το 2000 έως το 2009 δεν παρουσίασε μία ανάλογη άνοδο.
Εν τούτοις, δεν καταγράφεται στις στατιστικές, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στον αριθμό των επισκεπτών στη χώρα – με αποτέλεσμα να μην αξιολογείται σωστά η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ, καθώς επίσης στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, η οποία είναι κατά πολύ μεγαλύτερη (αν και λιγότερο από τη ναυτιλία).
.
Τα κοινά σημεία της ναυτιλίας και του τουρισμού
Οι δύο βασικότεροι πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και των εξαγωγών, η εμπορική ναυτιλία, καθώς επίσης ο πολυτελής τουρισμός, είναι εντάσεως κεφαλαίου – πολύ λιγότερο εντάσεως εργασίας, ειδικά η ναυτιλία, η οποία απασχολεί κυρίως εργατικό δυναμικό από φθηνές τρίτες χώρες.
Επομένως, επηρεάζονται ελάχιστα από το εργατικό κόστος, το οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο από την αρχή η Τρόικα, εξαιτίας της ανικανότητας της (άρθρο) ή λόγω κάποιας άλλης σκοπιμότητας – ενώ, αντίθετα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την προσφορά κεφαλαίων, καθώς επίσης από το κόστος τους (επιτόκια), έχοντας ως εκ τούτου ωφεληθεί τα μέγιστα, μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.
Τυχόν έξοδος της χώρας μας λοιπόν από την Ευρωζώνη θα προκαλούσε μεγάλες ζημίες και στους δύο αυτούς κλάδους – λόγω των ελέγχων στη διακίνηση κεφαλαίων που θα επιβάλλονταν ξανά (οπότε η ναυτιλία θα «μετανάστευε» εξ ολοκλήρου), της δυσκολίας στην εύρεση κεφαλαίων, της αύξησης του κόστους τους (επιτόκια), η οποία θα ήταν καταστροφική για τον ποιοτικό τουρισμό κλπ.
Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση ενός ενδεχόμενου εθνικού νομίσματος δεν θα πρόσφερε απολύτως τίποτα σε κανέναν από τους δύο αυτούς κλάδους – ειδικά στον τουρισμό, όπως ισχυρίζονται όλοι όσοι δεν γνωρίζουν τη μετατόπιση της Ελλάδας στα πολυτελή ξενοδοχεία, στα οποία οι επισκέπτες δεν επηρεάζονται σχεδόν καθόλου από τις τιμές.
Στα πλαίσια αυτά, με δεδομένη τη δυναμικότητα των δύο αυτών κλάδων, καθώς επίσης τη συμβολή τους τόσο στο ΑΕΠ, όσο και στο ισοζύγιο, η οποία είναι πολλαπλάσια από αυτήν που καταγράφεται, θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός, όταν αναφέρεται στην υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος – αφού δεν θα ήταν μόνο καταστροφική για τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις, αλλά, επίσης, για τις ανώτερες και ανώτατες.
.
Επίλογος
Από τα παραπάνω, καθώς επίσης από πολλές αναλύσεις μας, φαίνεται πως η Ελλάδα, κυρίως λόγω της ναυτιλίας της, προσβλήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη χρηματοπιστωτική κρίση που προκλήθηκε από τις Η.Π.Α. το 2008 – συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη χώρα στον πλανήτη, λόγω του συνδυασμού τριών καταστροφικών εξελίξεων: της κατακόρυφης αύξησης της τιμής του πετρελαίου, της παγκόσμιας ύφεσης που προκάλεσε την πτώση των τιμών των θαλασσίων μεταφορών σχεδόν κατά 90%, καθώς επίσης της πιστωτικής στενότητας.
Εν τούτοις, η χώρα μας δεν γονάτισε κάτω από το βάρος των δυσμενών αυτών παραγόντων, αλλά, κυρίως, από την σκόπιμη υπαγωγή της στο καθεστώς των μνημονίων και της Τρόικας – καθώς επίσης από την απίστευτη ανικανότητα του ΔΝΤ, όσον αφορά τα δήθεν προγράμματα διάσωσης της, συμπεριλαμβανομένου του PSI.
Δικαιούται λοιπόν τη μερική διαγραφή του δημοσίου χρέους της, όχι επειδή είναι επαχθές, επονείδιστο ή λόγω της αντίστοιχης αντιμετώπισης της με τη Γερμανία το 1953, αλλά ως αποζημίωση για την τεράστια ζημία που της προκάλεσε η Τρόικα – η οποία πλησιάζει το 1 τρις €, εάν δεν το υπερβαίνει.
Η διαγραφή μέρους του δημοσίου χρέους θα επιτρέψει την αντίστοιχη του ιδιωτικού, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα της χώρας μας, χωρίς την οποία δεν υπάρχει μέλλον – καθώς επίσης για να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της χρηματοδότησης της από τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης, με την επιστροφή της στις αγορές.
Πρέπει επίσης να αποκατασταθεί η ζημία που προκλήθηκε στις τράπεζες, τόσο από το PSI, όσο και από τη λανθασμένη, εάν όχι σκόπιμη πολιτική των μνημονίων – με τη δημιουργία μίας κακής τράπεζας (Bad Bank), στην οποία θα μεταφέρονταν όλες οι επισφάλειες για να διακανονιστούν, με την άμεση ανακεφαλαιοποίηση τους κοκ.
Φυσικά οφείλουν να διενεργηθούν μεταρρυθμίσεις στην οικονομία της, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, το φορολογικό σύστημα, καθώς επίσης τη δημόσια διοίκηση – οι οποίες όμως απαιτούν μία αποφασισμένη κυβέρνηση, επαρκή, κυρίως όμως ικανή, για να έχουν την απαιτούμενη επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να τα καταφέρει – αναδεικνυόμενη κυριολεκτικά στην κορυφαία χώρα της Ευρωζώνης.
Βιβλιογραφία: IMF, DWN, BERNEGGER
.
