
Κανένας οικονομολόγος στον πλανήτη δεν αμφιβάλλει πλέον για την καταστροφή που προκάλεσε η λάθος συνταγή που επέβαλλε στην Ελλάδα ένας εντελώς ανεπαρκής οργανισμός, το ΔΝΤ – ξεπερνώντας ακόμη και τον εαυτό του στην ανικανότητα
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Δυστυχώς το κόμμα που κυβερνάει, από τη φύση του, καθώς επίσης από το βιογραφικό πλήθους στελεχών του, συμπεριφέρεται όπως ένας συνδικαλιστής που απαιτεί από τον εργοδότη του αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων και μεγαλύτερες παροχές – παρά το ότι η επιχείρηση είναι ζημιογόνα, ευρισκόμενη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Αντί λοιπόν να ενεργεί όπως ένας επιχειρηματίας, ο οποίος προσπαθεί πρώτα να διασώσει την επιχείρηση του, διαπραγματευόμενος με τις τράπεζες τη διαγραφή ή την επιμήκυνση των χρεών του, έτσι ώστε να είναι σε θέση να τα εξυπηρετήσει, επενδύοντας στην αύξηση του τζίρου και της κερδοφορίας του, οπότε να μπορεί να διατηρήσει το προσωπικό και την εταιρεία του, αδιαφορεί εντελώς – θεωρώντας την επιχείρηση και τους εργαζομένους της ως διαφορετικές «οντότητες», με αντικρουόμενα συμφέροντα”.
.
Ανάλυση
Με την αγωνία να κορυφώνεται, αφού οι τράπεζες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν είτε από μία μαζική επίθεση των καταθετών (Bank run), είτε επειδή τα κεφάλαια όλων σχεδόν είναι πλέον «ελλιπή» (γράφημα), οπότε έχουν ουσιαστικά χρεοκοπήσει, είναι ίσως εκτός τόπου και χρόνου η ανάλυση των αιτίων της καταστροφής, καθώς επίσης των ισχυρών και αδύνατων σημείων της ελληνικής οικονομίας – παρά το ότι η σωστή εκμετάλλευση των πρώτων, καθώς επίσης η διόρθωση των δεύτερων, θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση.
.
.
Εν τούτοις, θεωρούμε πως πρέπει να το επιδιώξουμε αφού, ακόμη και να χρεοκοπήσει η Ελλάδα ή να διαπραγματευθεί την έξοδο της από την Ευρωζώνη, εάν υποχρεωθεί να το κάνει ή εάν αποφασίσει πως είναι καλύτερα να πάψει να αποδέχεται τις προσβολές των «εταίρων» της, οφείλει να έχει ένα έτοιμο σχέδιο αναβίωσης της οικονομίας της.
Φυσικά η ενδεχόμενη καταναγκαστική υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος, οφείλει να είναι συνδεδεμένη με τη διαγραφή των χρεών της προς τη νομισματική ένωση, ως αντάλλαγμα για τις ζημίες που της προκάλεσε η τρόικα με τα μνημόνια της ή/και ως αντίτιμο της εξόδου της – υπενθυμίζοντας πως οφείλει σήμερα τα εξής:
.
| Δάνεια σε δις € | Εκταμιευμένα | Σημειώσεις |
| ΔΝΤ (επιτόκιο 3,5%) | 31,8 | 16,3 δεν εκταμιεύθηκαν |
| ΕΚΤ | 19,8 | Ομόλογα αγορασμένα με έκπτωση 40% |
| Κεντρικές τράπεζες Ευρωζώνης | 7,2 | |
| Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις | 52,9 | |
| EFSF | 141,8 | Υπάρχει υπόλοιπο – μέσο επιτόκιο 0,8% |
| Σύνολο | 253,5 | Συν τους τόκους των δανείων |
Πηγή: Reuters – Το ΔΝΤ είχε εγκρίνει 48,1 δις € – Η έκτακτη βοήθεια της ΕΚΤ προς τις τράπεζες υπολογίζεται συνολικά στα 110 δις €
.
Εξαιρώντας την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, τα ευρωπαϊκά δάνεια είναι της τάξης των 201,9 δις € – οπότε η διαγραφή τους θα περιόριζε το δημόσιο χρέος κάτω από τα 120 δις € ή σε λιγότερο από το 70% του ΑΕΠ της χώρας μας.
Κλείνοντας, υπάρχουν πολλές τεχνικές δυνατότητες για να διενεργηθεί η διαγραφή, χωρίς να χρειασθεί η συμφωνία των κοινοβουλίων, ακόμη και του συνολικού ποσού – όπως, για παράδειγμα, η εξαγορά των απαιτήσεων του ΔΝΤ, καθώς επίσης της ΕΚΤ, από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό EFSF και, στη συνέχεια, το πάγωμα τους στο διηνεκές, με ένα μηδαμινό επιτόκιο (πηγή). Περαιτέρω, τονίζοντας πως η σωστή διάγνωση αποτελεί το 90% της θεραπείας, ενώ η λάθος διάγνωση μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα, τα εξής:
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
Τα πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, ευρίσκονται καθαρά στις εξαγωγές – αν και από μία διαφορετική οπτική γωνία, συγκριτικά με άλλα κράτη. Ειδικότερα, η χώρα μας διαθέτει τη μεγαλύτερη, καθώς επίσης την ανταγωνιστικότερη εμπορική ναυτιλία του πλανήτη – ενώ, λόγω της έξυπνης επενδυτικής συμπεριφοράς των εφοπλιστών της, είναι πολύ καλά τοποθετημένη για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Εν τούτοις, η ναυτιλία δεν απεικονίζεται στατιστικά σωστά στην Ελλάδα – αφού είναι τουλάχιστον τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερη, τόσο όσον αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όσο και το ΑΕΠ της χώρας. Παρά το ότι δε η συμμετοχή της στα φορολογικά έσοδα του δημοσίου είναι ελάχιστη, ωφελεί σε πολλούς άλλους τομείς την ελληνική οικονομία – οπότε θα έπρεπε να της δίνεται μεγαλύτερη σημασία.
Ο δεύτερος ισχυρότερος «εξαγωγικός» τομέας της Ελλάδας είναι ο τουρισμός, όπου μετά το 2000 εξέλιξε σε πολύ μεγάλο βαθμό την ποιότητα του – ενώ έχει φυσικά σημαντικές προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα δε, «εξάγει» πολύ περισσότερες υπηρεσίες, από αυτές που καταγράφονται στο ισοζύγιο και στο ΑΕΠ.
Τα μειονεκτήματα τώρα της Ελλάδας είναι η επικέντρωση της, στον κλάδο των εξαγωγών, σε εξτρεμιστικά κυκλικούς (εποχιακούς) τομείς, η πολύ μεγάλη ενεργειακή της εξάρτηση, παράλληλα με το ότι οι εξαγωγές της είναι εντάσεως ενέργειας, καθώς επίσης οι δομικές αδυναμίες των θεσμικών της οργάνων (ανάλυση). Μεταξύ άλλων, υποφέρει και η κεντρική της τράπεζα – η οποία αφενός μεν ανήκει προσχηματικά (μόλις κατά 6%) στο κράτος, αφετέρου είναι απόλυτα εξαρτημένη από την ΕΚΤ.
Συνεχίζοντας, από δεκαετίες τώρα η κεντρική τράπεζα υπολογίζει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εντελώς λανθασμένα – εγγράφοντας αστεία χαμηλές αξίες στον τομέα των εξαγωγών, όσον αφορά τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Η μία αιτία έχει σχέση με τη φορολόγηση, καθώς επίσης με τις «κανονιστικές ρυθμίσεις» της εμπορικής ναυτιλίας, όπως και με το νομισματικό καθεστώς της Ελλάδας – ενώ η άλλη οφείλεται στην πολυπλοκότητα, ειδικά όσον αφορά τις στατιστικές στον τουρισμό εντός μίας νομισματικής ένωσης.
Μία τρίτη αιτία είναι ασφαλώς η «ανεπάρκεια» των δημοσίων υπηρεσιών, ενώ μία τέταρτη οι πολιτικές «σχέσεις εξουσίας» – κυρίως επειδή η πραγματική εξουσία της χώρας είναι οι εφοπλιστές, οι οποίοι δεν είναι υποχρεωμένοι, αλλά ούτε και θέλουν να παρέχουν πληροφορίες για τις δραστηριότητες τους που ασφαλώς δεν αφορούν μόνο τη ναυτιλία.
Η «κυκλικότητα» τώρα της ναυτιλίας, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις τιμές της ενέργειας, φάνηκε τη δεκαετία του 2000, όπου τα «κόμιστρα» κυριολεκτικά έφτασαν στα ύψη – ειδικά όσον αφορά τα δεξαμενόπλοια, καθώς επίσης τη μεταφορά μαζικών φορτίων, όπως ο λιγνίτης και τα σιδηρομεταλλεύματα, όπου τα έσοδα τους σχεδόν οχταπλασιάστηκαν μεταξύ των ετών 2002 και 2008.
Το γεγονός αυτό οδήγησε στην κατασκευή περισσοτέρων πλοίων, οπότε στη μεγάλη προσφορά, με αποτέλεσμα οι τιμές να μειωθούν στη συνέχεια έως και 90% σε σχέση με το 2008 – ενώ, παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου κορυφώθηκαν, με αποτέλεσμα να αποτελέσουν το 60-80% επί των τιμών των συμβολαίων μεταφοράς, από το φυσιολογικό 20% που είναι συνήθως.
Εν τούτοις, η ελληνική ναυτιλία τα κατάφερε καλύτερα από όλες τις υπόλοιπες, αφού διενέργησε επενδύσεις έγκαιρα, πριν από την άνοδο των τιμών (κομίστρων) του 2002 – αγοράζοντας στη συνέχεια πλοία μετά το 2012, επειδή είναι οικονομικά ισχυρή, έχοντας τη δυνατότητα να συμμετέχει σε πλειστηριασμούς και καταναγκαστικές πωλήσεις πλοίων, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν επιβίωσαν από την κρίση.
Ολοκληρώνοντας, οι κατασκευές είναι ένας τρίτος βασικός εξαγωγικός πυλώνας, όσον αφορά τα έργα στο εξωτερικό, κυρίως στη Μέση Ανατολή – ενώ ακολουθούν πολλοί άλλοι μικρότεροι, με τους οποίους θα ασχοληθούμε σε μία επόμενη ανάλυση μας.
.
Η αποτυχημένη διάγνωση του ΔΝΤ
Σε γενικές γραμμές, η μεγαλύτερη αποτυχία της διάγνωσης του ΔΝΤ οφείλεται στο μη έλεγχο και στη μη διόρθωση των στατιστικών που αφορούν τη ναυτιλία – παρά το ότι γνώριζε από πολλά χρόνια πως οι εξαγωγές αυτού του κλάδου δεν καταγράφονται σωστά.
Λόγω του συγκεκριμένου γεγονότος, της εσφαλμένης διάγνωσης και μη διόρθωσης δηλαδή, τα λάθος απεικονισμένα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών οδήγησαν στην υιοθέτηση της λύσης της εσωτερικής υποτίμησης – η οποία έτσι και αλλιώς αποτελεί μία εσφαλμένη «θεραπεία» της κρίσης, έχοντας «εφευρεθεί» από τον επικεφαλής οικονομολόγο του ΔΝΤ, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το γνωστό μας από τις «συμβουλές» του κ. O. Blanchard.
Κατά πολλούς, η θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης είναι η πλέον αποτυχημένη οικονομική θεωρία από τη δεκαετία του 1930 – η οποία δυστυχώς εφαρμόσθηκε σε όλη της την θανατηφόρα έκταση, σε «ακαριαίο» χρόνο, στο ελληνικό πειραματόζωο.
Ένα βασικό σφάλμα της είναι πως δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που ο ιδιωτικός τομέας είναι υπερβολικά χρεωμένος, απέναντι στις τράπεζες ή στο κράτος, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα – αφού τα εισοδήματα των νοικοκυριών μειώνονται, οπότε δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους που διαρκώς αυξάνονται.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις, αφού η ζήτηση περιορίζεται, οπότε αντίστοιχα τα έσοδα και τα κέρδη τους – η εσωτερική υποτίμηση δε, συνδεόμενη εγκληματικά με τους υπερβολικούς φόρους, συνιστά ένα εκρηκτικό μείγμα που μπορεί να καταστρέψει ολοσχερώς ακόμη και την ισχυρότερη οικονομικά χώρα του πλανήτη. Ειδικότερα τα παρακάτω:
.
Η εσωτερική υποτίμηση
Σύμφωνα με τη θεωρία, οφείλουν (α) να μειώνονται δραστικά οι ονομαστικοί μισθοί και οι τιμές, έτσι ώστε να καλυτερεύει η ανταγωνιστικότητα της χώρας στις εξαγωγές, ενώ παράλληλα (β) να αυξάνεται η φορολογία, ιδίως η έμμεση όπως το ΦΠΑ, για να μειώνεται η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, οπότε να περιορίζονται οι εισαγωγές. Κυρίως δε, για να προσανατολίζεται η οικονομία στις εξαγωγές, παράγοντας πλεόνασμα.
Αυτή είναι η θεωρία, με τη βοήθεια της οποίας υποτίθεται πως μπορούν να υποκατασταθούν τα αποτελέσματα που θα είχε η υποτίμηση ενός νομίσματος – όταν ένα κράτος δεν έχει το δικό του εθνικό νόμισμα. Στην πράξη όμως, συμπιέσθηκαν τα ονομαστικά εισοδήματα στο σύνολο της οικονομίας της Ελλάδας – στην οποία δεν λειτούργησε το σύστημα όπως, για παράδειγμα, στην Πορτογαλία, επειδή
(α) η κύρια εξαγωγική βιομηχανία της (ναυτιλία, τουρισμός) είναι εντάσεως κεφαλαίου ή/και ενέργειας, ενώ πολύ λιγότερο εντάσεως εργασίας, καθώς επίσης
(β) λόγω του ότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία στην εξυπηρέτηση των χρεών (επιτόκια, τοκοχρεολύσια) – τα οποία, αφού είναι ονομαστικά, δεν πληθωρίζονται δηλαδή όπως συμβαίνει με την υποτίμηση του νομίσματος, αυξάνονται τόσο τα ίδια, όσο και η εξυπηρέτηση τους, λόγω της δραστικής μείωσης των ονομαστικών εισοδημάτων (ουσιαστικά του αποπληθωρισμού που προκαλεί τη γνωστή «ύφεση ισολογισμών»).
Με τον τρόπο αυτά τα χρέη γίνονται δυσβάσταχτα, δεν μπορούν να πληρωθούν οι υποθήκες, τα δάνεια και οι φόροι, ενώ οι επιχειρήσεις είτε χρεοκοπούν, είτε μειώνουν δραστικά τις επενδύσεις και απολύουν μαζικά τους εργαζομένους τους – με αποτέλεσμα να ολοκληρώνεται η καταστροφή της οικονομίας της χώρας.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Το έγκλημα της διαγραφής
Περαιτέρω, η «διόρθωση» που επιχειρήθηκε με τη διαγραφή του 2012 (PSI), όχι μόνο δεν έλυσε τα προβλήματα αλλά, αντίθετα, τα επιδείνωσε – αφού βύθισε τις τράπεζες σε μία συστημική κρίση, επειδή ήταν υποχρεωμένες να αναπροσαρμόσουν προς τα κάτω την αξία των ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκια τους, με τις ανάλογες αποσβέσεις.
Έτσι έχασαν τα ίδια κεφάλαια τους, η ανακεφαλαιοποίηση τους άργησε υπερβολικά και εφαρμόσθηκε δυστυχώς σταδιακά, ενώ ήταν υποχρεωμένες από τη συνθήκη της Βασιλείας να περιορίσουν δραστικά την παροχή δανείων – οπότε στραγγαλίσθηκε κυριολεκτικά η χώρα, επειδή η πιστωτική παγίδα των τραπεζών βύθισε σε μία απίστευτα καταστροφική παγίδα ρευστότητας ολόκληρη την οικονομία.
Οι επενδύσεις στις κατασκευές κατέρρευσαν σχεδόν ολοκληρωτικά, οι εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς επίσης οι βιομηχανίες δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους, ενώ ένα κύμα μαζικών χρεοκοπιών σάρωσε τη χώρα από τη μία άκρη της στην άλλη. Έτσι τα κόκκινα δάνεια κορυφώθηκαν εντυπωσιακά, ξεπερνώντας ήδη το 40% των συνολικών – με αποτέλεσμα οι τράπεζες να είναι υποχρεωμένες να τα καλύψουν με υψηλότερες προβλέψεις, χωρίς όμως να διαθέτουν πλέον τα απαιτούμενα κεφάλαια.
Το σκηνικό του τρόμου ολοκληρώθηκε από τις συνεχείς εκροές των καταθέσεων, οι οποίες έχουν ξεπεράσει πια τα 120 δις €, λόγω του καθεστώτος πανικού που έχει προκληθεί στη χώρα από τα ξένα κυρίως ΜΜΕ – καθώς επίσης από τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, οι οποίες επιβαρύνουν τόσο τις τράπεζες, όσο και την οικονομία.
.
Επίλογος
Έχουμε την άποψη πως κανένας οικονομολόγος στον πλανήτη δεν αμφιβάλλει πλέον για την καταστροφή που προκάλεσε στη χώρα η λανθασμένη διάγνωση – ιδίως δε η συνταγή που επέβαλλε στην Ελλάδα ένας εντελώς ανίκανος οργανισμός, το ΔΝΤ, ξεπερνώντας ακόμη και τον εαυτό του στην ανικανότητα. Πόσο μάλλον όταν δεν ήταν λάθος μόνο η διάγνωση και η συνταγή αλλά, επίσης, οι συντελεστές και όλες του οι προβλέψεις – οι οποίες ποτέ δεν ανταποκρίθηκαν με την πραγματικότητα (γράφημα).
.
.
Θεωρούμε δε απαράδεκτο το σημερινό εκβιασμό που ασκεί στην Ευρώπη, θέλοντας στην πραγματικότητα να αναλάβει αυτή τα χρέη της Ελλάδας απέναντι του – ενώ έχει παράλληλα το θράσος να συστήνει σήμερα τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους της χώρας μας, αλλά από τους άλλους και όχι από το ίδιο.
Επομένως, θα ήταν εγκληματικό από την κυβέρνηση να μη ζητήσει αποζημίωση για την καταστροφή που προκάλεσε στην Ελλάδα – η οποία, με τους πλέον συντηρητικούς υπολογισμούς πλησιάζει το 1 τρις €, χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε τις κοινωνικές και ψυχολογικές ζημίες, τη φτώχεια, την εξαθλίωση, τις αυτοκτονίες, τη μαζική μετανάστευση των νέων κοκ.
Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, η Ελλάδα μπορεί να είναι βυθισμένη σε μία βαριά, οξεία κρίση, αλλά δεν πρόκειται για ένα «βαρέλι δίχως πάτο», όπως ισχυρίζονται οι Γερμανοί. Μπορεί δηλαδή να τα καταφέρει, αφού η διάγνωση των προοπτικών, καθώς επίσης των δυνατοτήτων της σήμερα είναι επίσης λανθασμένη – όπως συνέβη το 2010, αν και μάλλον σκόπιμα τότε.
Αυτό θα είναι το θέμα της επόμενης ανάλυσης μας, με την οποία θα τεκμηριώσουμε πως η Ελλάδα είναι σε θέση να πετύχει πολύ περισσότερα, από όσο φαντάζεται κανείς – αρκεί να εφαρμόσει τη σωστή οικονομική πολιτική, χωρίς παράλληλα να διστάσει να καταθέσει αγωγή εναντίον της Τρόικας στο ευρωπαϊκό δικαστήριο και παύοντας να την αποκαλεί ανόητα «Θεσμούς», απαξιώνοντας τη λέξη.
Βιβλιογραφία: F&W, Bernegger
.
