
Εάν η ΕΚΤ είχε στηρίξει την Ελλάδα το 2010, επεμβαίνοντας στις αγορές ομολόγων, δεν θα χρειαζόταν κανένα μνημόνιο – παρά τον ύποπτο ρόλο του τότε πρωθυπουργού, την αθλιότητα της Γερμανίας και τη μόλυνση μας από τον αμερικανικό ιό.
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Λόγω των λανθασμένων κερδοσκοπικών τοποθετήσεων στην αγορά ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης των Η.Π.Α. (sub primes), ένα σημαντικό μέρος του τραπεζικού συστήματος της Γερμανίας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Δύο μεγάλα ιδρύματα κρατικοποιήθηκαν για να μην χρεοκοπήσουν (Commerzbank, Hypo Real Estate), ορισμένες τοπικές τράπεζες έκλεισαν, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο «ταμείο διάσωσης» (Soffin), ενώ η κυβέρνηση της χώρας εγγυήθηκε πλουσιοπάροχα τα τραπεζικά χρέη.
Συνολικά, για τη διάσωση των τραπεζών δαπανήθηκαν 305 δις € ή το 11% του ΑΕΠ της Γερμανίας – όσο δηλαδή ολόκληρο το ελληνικό χρέος, επιβαρύνοντας ανάλογα τον προϋπολογισμό και το δημόσιο χρέος, οπότε τους γερμανούς φορολογουμένους.
Εν τούτοις, δεν συζητήθηκε σχεδόν καθόλου το θέμα δημόσια – τόσο όσον αφορά την κερδοσκοπία των γερμανικών τραπεζών στις Η.Π.Α., όσο και τα δάνεια που είχαν δώσει στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και στην Ιταλία, με μεγάλο ρίσκο και με υψηλά επιτόκια.
Περαιτέρω, όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση με ευθύνη των Η.Π.Α. και οι τράπεζες χρειάζονταν γρήγορα πολλά χρήματα, άρχισαν να καταγγέλλουν μαζικά τα δάνεια που είχαν δώσει στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τα προηγούμενα χρόνια – με αποτέλεσμα να τις οδηγήσουν στην απόγνωση.
Εύλογα λοιπόν οι τράπεζες των χωρών του Νότου δεν μπορούσαν να αναχρηματοδοτηθούν, οπότε ήταν με τη σειρά τους υποχρεωμένες να καταγγείλουν τα δάνεια που είχαν δώσει στο εσωτερικό των κρατών τους – στο δημόσιο, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.
Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθούν τα επιτόκια, να βυθιστούν οι χώρες στην ύφεση, να μειωθούν απότομα τα δημόσια έσοδα, να διογκωθούν τα χρέη, να δημιουργηθούν επισφάλειες, να εκτοξευθεί η ανεργία στα ύψη κοκ. – λόγω του ότι, κυρίως οι γερμανικές τράπεζες μετέφεραν το θανατηφόρο ιό των sub primes από τις Η.Π.Α. στην Ευρώπη, «μολύνοντας» επικίνδυνα την περιφέρεια.
Ολοκληρώνοντας, η αμερικανική νόσος μεταφέρθηκε από τις γερμανικές τράπεζες πρώτα στην Ελλάδα και στη συνέχεια στις υπόλοιπες χώρες – προκαλώντας την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Δυστυχώς έτσι δολοφονήθηκε η Ελλάδα, για να μην χρεοκοπήσουν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες (άρθρο) – ενώ αυτός ήταν ο λόγος που ληστεύθηκαν οι υπόλοιπες χώρες του Νότου από την Τρόικα (το ευρωπαϊκό monopoly) και εκβιάστηκε επαίσχυντα η Ιρλανδία” (πηγή).
.
Ανάλυση
Σύμφωνα με τη Γερμανία, η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, η ελληνική επίσης, προήλθε από τα υψηλά δημόσια χρέη, ενώ υπήρχε μία και μοναδική δυνατότητα για να αποφευχθούν οι χρεοκοπίες: η μείωση των δημοσίων δαπανών, χωρίς κανέναν ενδοιασμό για τις ζημίες που θα προκαλούταν, όσον αφορά την ύφεση, την ανεργία κοκ.
Η θέση αυτή αποσιωπά φυσικά το γεγονός ότι, χαρακτηρίζοντας κανείς ως «κρατική» μία κρίση χρέους, υπονοεί πως η γενεσιουργός αιτία ήταν οι δημόσιες σπατάλες πολλών δεκαετιών. Εν τούτοις, η αντίληψη αυτή δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα, όπως διαπιστώνεται από το γράφημα που ακολουθεί – ενώ η κοινή γνώμη, ιδίως στην Ελλάδα, έχει χειραγωγηθεί ώστε να ενοχοποιεί μόνο την πολιτική διαφθορά και το δημόσιο.
.
.
Ειδικότερα, το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ των χωρών της Ευρωζώνης μειωνόταν από το 2000 έως το 2008 – της Ισπανίας περισσότερο, της Γερμανίας παρέμενε γύρω στο 65%, ενώ της Ελλάδας διατηρούταν περί το 105%, όπου είχε ήδη φτάσει λίγο μετά το 1995.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Η αύξηση των δημοσίων χρεών ξεκίνησε ουσιαστικά απότομα, με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/2009 – αφενός μεν λόγω της διάσωσης των τραπεζών, καθώς επίσης των πακέτων για την ανάπτυξη, ύψους 1,6 τρις € ή 13% του ΑΕΠ της νομισματικής ζώνης (πηγή), αφετέρου επειδή άρχισε να μειώνεται το ΑΕΠ πολλών χωρών, ως αποτέλεσμα της ύφεσης (στην Ελλάδα εξ αιτίας των μνημονίων που επιβλήθηκαν – ανάλυση).
Εν τούτοις, είναι λάθος οι ισχυρισμοί, σύμφωνα με τους οποίους η αύξηση των δημοσίων χρεών αποτελεί τη βασική αιτία της χρεοκοπίας μίας χώρας – γεγονός που συνήθως τεκμηριώνεται από τη σταθερότητα της χρηματοδότησης της Ιαπωνίας, παρά το ότι το δημόσιο χρέος της πλησιάζει στο 250% του ΑΕΠ. Όσον αφορά δε την Ελλάδα, είναι ανόητο να θεωρεί κανείς πως θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη την Ευρωζώνη, όταν το χρέος της το 2007 ήταν περίπου το 4% της Ευρωζώνης.
.
Η βασική αιτία της ελληνικής χρεοκοπίας
Συνεχίζοντας, η χρηματοδότηση μίας χώρας κινδυνεύει τότε μόνο, όταν απαιτούνται υψηλά επιτόκια για το δανεισμό της – επειδή γίνεται προβληματική η εξυπηρέτηση των παλαιών χρεών της, τα οποία συνήθως ανακυκλώνονται με την έκδοση νέων ομολόγων, για την εξόφληση των προηγουμένων (τα δημόσια χρέη μειώνονται μόνο όταν ένα κράτος έχει πλεονάσματα στον προϋπολογισμό του, μετά από τους τόκους και όχι απλά πρωτογενή – κάτι που δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ).
Το ύψος όμως των επιτοκίων δανεισμού του δημοσίου στην Ευρωζώνη, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες που έχουν τη δική τους κεντρική τράπεζα, διαμορφώνεται από τις αγορές – επειδή η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτεί απ’ ευθείας τα κράτη, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στις εμπορικές τράπεζες να κερδοσκοπούν ασύστολα με τα ομόλογα (δανείζονταν με 1% από την ΕΚΤ και δάνειζαν το δημόσιο με 5%).
Οι αγορές τώρα καθορίζουν το επιτόκιο που προσφέρουν ανάλογα με τις υποθέσεις, με τις προβλέψεις τους για την εκάστοτε χώρα ή με τα συμφέροντα τους – ενώ όλοι γνωρίζουν την «αγελαία» συμπεριφορά τους, τα δυσλειτουργικά χρηματοπιστωτικά τους προϊόντα, τις προσπάθειες χειραγώγησης των τιμών εκ μέρους τους κοκ.
Όταν δε μία κυβέρνηση, όπως η ελληνική τότε, «παίζει το παιχνίδι τους», δυσφημώντας με κάθε τρόπο την ίδια της τη χώρα, τότε τα επιτόκια εκτοξεύονται στα ύψη – ενώ παράλληλα τεκμηριώνεται πόσο ασταθής είναι μία νομισματική ένωση σε περιόδους κρίσης, όταν δεν διαθέτει μία παρεμβατική κεντρική τράπεζα. Στα πλαίσια αυτά, τα επιτόκια της Ισπανίας, κυρίως όμως της Ελλάδας, ακολούθησαν μία έντονα ανοδική πορεία – όπως φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί.
.
.
Τέλος, ήδη από τις αρχές του 2009 τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας αυξήθηκαν κατά 1%, όταν ήταν σχεδόν ίδια με όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, από την εποχή της ίδρυσης της – ενώ το ίδιο έτος τα γερμανικά επιτόκια μειώθηκαν κατά 1%, θεωρούμενα ως ασφαλές λιμάνι από τους επενδυτές. Επομένως, τα δύο κράτη της Ευρωζώνης, η Ελλάδα και η Γερμανία, ακολούθησαν την ακριβώς αντίθετη πορεία – η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εμπλουτισμένη με «φυλετικές» συγκρούσεις μεταξύ τους.
.
Η παγίδα των επιτοκίων
Συνεχίζοντας, παρά την παραπάνω αρνητική εξέλιξη, φάνηκε πως η ελληνική οικονομία ανέκαμπτε γρηγορότερα από τις υπόλοιπες – κυρίως επειδή οι ελληνικές τράπεζες δεν ήταν εκτεθειμένες στον αμερικανικό ιό, ενώ δεν υπήρξε κρίση στην αγορά ακινήτων, όπως στην περίπτωση της Ιρλανδίας ή της Ισπανίας. Ως εκ τούτου, τα επιτόκια άρχισαν ξανά να πέφτουν (γράφημα).
.
.
Όταν όμως εκλέχθηκε η καινούργια κυβέρνηση, δηλώνοντας πως το έλλειμμα ήταν πολύ υψηλότερο από τις προβλέψεις της προηγούμενης, με τον πρωθυπουργό να αναφέρει δημοσίως πως η χώρα είναι διεφθαρμένη κοκ., ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια – με τις συνεχείς υποτιμήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας από τις εταιρείες αξιολόγησης να οδηγούν τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας στα ύψη, χωρίς να της παραχθεί η παραμικρή στήριξη από την ΕΚΤ (όπως συνέβη αργότερα με την Ιταλία και την Ισπανία, αποτελώντας τη βασική αιτία της διατήρησης των επιτοκίων δανεισμού τους σε βιώσιμα επίπεδα).
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Η Ελλάδα όμως δεν στηρίχθηκε από κανέναν, ενώ η κυβέρνηση της, ακούσια ή εκούσια, συμμετείχε στη δολοφονία της – με αποτέλεσμα το επιτόκιο δανεισμού της να κορυφωθεί το Φεβρουάριο του 2012 στο 29%, μειούμενο στο 19% μετά τη διαγραφή χρέους, αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όπου έφτασε ξανά στο 28% (Ιούλιος).
Η διαγραφή βέβαια αποτέλεσε την «ταφόπλακα» της χώρας, αφού χρεοκόπησε το κάποτε υγιέστατο χρηματοπιστωτικό της σύστημα – ενώ την καταδίκασε στο περιθώριο των διεθνών αγορών, στον ορό της Ευρωζώνης και στο έλεος της Γερμανίας.
Αργότερα δε, μόλις το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων βυθίστηκε στο 6% (γράφημα), δίνοντας την ευκαιρία στην Ελλάδα να προσφύγει ξανά στις αγορές, άρχισε η ιστορία των πρόωρων εκλογών, η οποία έδωσε τη χαριστική βολή στη χώρα μας – με αποτέλεσμα να εκλιπαρεί ξανά ένας νέος πρωθυπουργός τη Γερμανία, ενώ οι προσβολές εναντίον της αξιοπρέπειας των Ελλήνων έχουν επανέλθει δριμύτερες.
.
.
Εύλογα τώρα υποθέτει κανείς πως η δυσφήμιση της χώρας, μετά την «υποτροπή» της (ύφεση, ελλείμματα προϋπολογισμού, επανάληψη των μαζικών εκροών καταθέσεων κοκ.), θα επιδεινώσει ξανά τα οικονομικά της προβλήματα – πόσο μάλλον εάν συνεχίσει ο εμφύλιος πόλεμος των κομμάτων, όταν το ζητούμενο δεν είναι άλλο από τη συναίνεση μεταξύ τους.
.
Επίλογος
Συμπερασματικά, τα «λάθη» της κυβέρνησης που ανέλαβε την ηγεσία της Ελλάδας το 2009, σε συνδυασμό με τις ενέργειες των γερμανικών τραπεζών που αναφέρθηκαν στην εισαγωγή του κειμένου, με τις προσπάθειες διάσωσης τους από την καγκελάριο, με την άθλια αντιμετώπιση της, καθώς επίσης με την άρνηση της ΕΚΤ να παρέμβει στις αγορές ομολόγων, οδήγησαν την πατρίδα μας στο ικρίωμα – στην Τρόικα, στα μνημόνια, στο εγκληματικό PSI, στη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος που απαίτησε την αναχρηματοδότηση του με πάνω από 40 δις € εις βάρος του δημοσίου χρέους κοκ.
Δυστυχώς δε, φαίνεται πως η σημερινή μας κυβέρνηση, με αφετηρία την πρόκληση των πρόωρων εκλογών, καθώς επίσης με τη μη τήρηση της βασικής της δέσμευσης, όσον αφορά τη διαγραφή χρέους (ανάλυση), μιμείται την παλαιότερη, οδηγώντας μας αυτή τη φορά απ’ ευθείας στο γκρεμό – υποθέτουμε ακούσια, κυρίως λόγω του απίστευτου ερασιτεχνισμού της.
Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης θα ασχοληθούμε με την καταστροφική επίδραση των προγραμμάτων λιτότητας της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας στο ΑΕΠ, καθώς επίσης με το τι ακριβώς απαιτείται για την έξοδο της χώρας μας από τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της – αν και δεν πιστεύουμε πως υπάρχει η απαραίτητη πολιτική ωριμότητα, χωρίς την οποία η Ελλάδα ίσως κινδυνεύσει να οδηγηθεί στην άτακτη χρεοκοπία, στην ανεξέλεγκτη έξοδο από την Ευρωζώνη και στο χάος.
Βιβλιογραφία: DIW, Stremme, HB
.
