
Όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει λύση στα πραγματικά προβλήματα, χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη – όπως έναν γόνο μία ισχυρής οικογένειας που κατηγορείται για φοροδιαφυγή
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Εάν μία μάρκα οδοντόκρεμας χρησιμοποιείται από την πλειονότητα του λαού, λόγω των φανταστικών προτερημάτων που διαφημίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι, ο λαός έχει αποφασίσει υπέρ της οδοντόκρεμας – δεν πρόκειται δηλαδή για τη «θέληση του λαού».
Αυτό που μπορεί να ισχυρισθεί κανείς είναι ότι, η διαφήμιση ήταν τόσο καλή, τόσο εμπνευσμένη και τόσο αποτελεσματική, ώστε έπεισε εκατομμύρια ανθρώπων για τις ιδιότητες που διαφήμιζε – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τις είχε”.
.
Άποψη
Εισαγωγικά, μου φαίνεται ακατανόητο το πόσο δύσκολα συνειδητοποιείται το αυτονόητο από τους Πολίτες – το ότι δηλαδή πέφτουν συνεχώς μέσα στην παγίδα της προπαγάνδας και της χειραγώγησης.
Στο παράδειγμα της Ελλάδας διαπιστώνεται κάθε φορά πως, όταν μία κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει λύση στα πραγματικά προβλήματα της χώρας, χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη – έναν διεφθαρμένο πολιτικό, ο οποίος επωμίζεται όλα τα βάρη της διαφθοράς, σαν να μην υπήρχε κανένας άλλος, έναν γόνο μία ισχυρής και διάσημης οικογένειας που κατηγορείται για φοροδιαφυγή, επικεντρώνοντας επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας κοκ.
Παραμένοντας στην Ελλάδα, η επίλυση των προβλημάτων της είναι ουσιαστικά απλή. Όταν η κυβέρνηση όμως κάνει ακριβώς τα αντίθετα, από αυτά που «προστάζει» η κοινή λογική και χρησιμοποιεί πυροτεχνήματα, όπως τα παραπάνω, για να καλύψει την αδυναμία της, τότε τα προβλήματα γίνονται ακόμη μεγαλύτερα.
Ειδικότερα, είναι αυτονόητο πως όταν μία επιχείρηση είναι υπερχρεωμένη, δεν μπορεί να αυξάνει τους μισθούς των εργαζομένων της ή να προσλαμβάνει καινούργιους – αφού έτσι επιδεινώνει την κατάσταση της.
Οφείλει λοιπόν να λύσει πρώτα το πρόβλημα της υπερχρέωσης της, διαγράφοντας ένα μέρος των χρεών της και εξασφαλίζοντας την περαιτέρω χρηματοδότηση της. Αμέσως μετά, πρέπει να εξορθολογίσει τη λειτουργία της και να αρχίσει να αναπτύσσεται αυξάνοντας το τζίρο, καθώς επίσης την κερδοφορία της. Έτσι, αποκτά τη δυνατότητα να πληρώσει μεγαλύτερους μισθούς, προσλαμβάνοντας νέους υπαλλήλους.
Κάτι ανάλογο ισχύει και για ένα κράτος, όπως η Ελλάδα – οπότε προηγείται σαφώς η διαγραφή μέρους των χρεών της, έτσι ώστε να μπορεί στη συνέχεια να χρηματοδοτείται από τις αγορές και να αρχίσει να αναπτύσσεται. Αφού το πετύχει, τότε μόνο μπορεί να αυξήσει τις βασικές αμοιβές, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να αναπτύξει το κοινωνικό κράτος κοκ.
Όταν όμως η κυβέρνηση κάνει ακριβώς το αντίθετο, πόσο μάλλον όταν αναιρεί την απαίτηση της για διαγραφή χρέους, την οποία συμμερίζεται ακόμη και το ΔΝΤ, τότε το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της – αμέσως μετά την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη και το απόλυτο χάος.
Όλα τα υπόλοιπα, όπως οι συνεχείς θεωρίες συνωμοσίας που υιοθετεί, σύμφωνα με τις οποίες η Ευρώπη δεν θέλει μία αριστερή κυβέρνηση, δυναμιτίζει τις προσπάθειες της σκόπιμα, την εκβιάζει με παράνομους τρόπους, προσπαθεί να την ανατρέψει πραξικοπηματικά κοκ., είναι εκτός τόπου και χρόνου – όπως επίσης το ότι δήθεν αρνείται να υιοθετήσει υφεσιακά μέτρα, όταν το μακράν μεγαλύτερο υφεσιακό μέτρο, η ολοκληρωτική απουσία ρευστότητας από την οικονομία, έχει προκληθεί από την ίδια.
Ανεξάρτητα τώρα από όλα αυτά, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο θέμα της Δημοκρατίας, έτσι όπως αυτή λειτουργεί σήμερα, χρησιμοποιώντας μέρος ενός κειμένου συνεργάτη μου – για να μπορέσει κανείς να διακρίνει τα ελαττώματα της και να τα καταπολεμήσει.
.
Περί δημοκρατίας
Σύμφωνα με μία κοινώς αποδεκτή ερμηνεία, η αρχή της Δημοκρατίας έγκειται στην ιδέα ότι, ο λαός σαν σύνολο είναι αυτός που καθορίζει τη μοίρα του και λαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με θέματα κοινού ενδιαφέροντος – όχι βέβαια η κυβέρνηση ή μία μικρή ομάδα ανθρώπων.
Σε μία «αλλοτριωμένη» κοινωνία όμως, όπως οι περισσότερες σήμερα, σε μία κοινωνία δηλαδή που, μεταξύ άλλων, χειραγωγείται, έχοντας χάσει την επαφή της με την πραγματικότητα, ο τρόπος που εκφράζει ο λαός τη θέληση του δεν διαφέρει πολύ, από την επιλογή που κάνει αγοράζοντας εμπορεύματα (E.Fromm). Οι άνθρωποι ακούν τις «κραυγές» της προπαγάνδας, οπότε τα γεγονότα έχουν πολύ μικρή σημασία, σε σχέση με τον υποβλητικό θόρυβο, ο οποίος τους «αλλοτριώνει».
Στα πλαίσια αυτά, η ελευθερία του λόγου, με κριτήριο την οποία θεωρείται ως δημοκρατικό ή μη ένα πολίτευμα, είναι μία πάρα πολύ σχετική έννοια – αφού δεν έχει μόνο σημασία εάν μπορεί κανείς να μιλάει ελεύθερα ή όχι, αλλά και ποιος επιτρέπεται ή μπορεί να τον ακούσει.
Ειδικότερα, όταν τα ΜΜΕ παρέχουν «βήμα» μόνο σε ορισμένους ανθρώπους, επιλεγμένους από τα ίδια, ή όταν εξασφαλίζεται με διάφορους τρόπους το κύρος κάποιων συγκεκριμένων ατόμων, με βάση το οποίο δίνεται ή όχι σημασία στα λόγια τους από το ευρύ κοινό, τότε η ελευθερία της έκφρασης είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, ουτοπική. Ανύπαρκτες είναι τότε και η επιλογές του λαού – ο οποίος υποβάλλεται σε μία έμμεση «πλύση εγκεφάλου», χωρίς καν να το καταλαβαίνει.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Συνεχίζοντας, η λειτουργία της «πολιτικής μηχανής» σε μία δημοκρατική χώρα δεν διαφέρει τόσο πολύ, από τη διαδικασία στην ελεύθερη αγορά, στο εμπόριο. Αναλυτικότερα, τα πολιτικά κόμματα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, σε σχέση με τις μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις – ενώ οι επαγγελματίες πολιτικοί προσπαθούν να πουλήσουν τα «εμπορεύματα» τους στο κοινό, στους δυνητικούς ψηφοφόρους τους, με τη βοήθεια των ΜΜΕ, των δημοσίων συγκεντρώσεων, των επιλεγμένων «χειραγωγών» της κοινής γνώμης κλπ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με πολλούς, η μειωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, αντιστοιχεί σε μία περιορισμένη αίσθηση ευθύνης – επίσης, στην έλλειψη αποτελεσματικής θέλησης, η οποία είναι το «ψυχικό αντίστοιχο» της σκόπιμης, συνειδητής και υπεύθυνης δράσης.
Η περιορισμένη αίσθηση ευθύνης με τη σειρά της, οπότε και η εξ αυτής απουσία αποτελεσματικής θέλησης, επεξηγούν την άγνοια και την έλλειψη κρίσης του απλού πολίτη – όσον αφορά τα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής της πατρίδας του.
Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην απουσία ενημέρωσης, η οποία είναι άφθονη, ενώ παρέχεται πρόθυμα, συχνά δωρεάν και με ανιδιοτέλεια από πολλούς – αλλά στη χειραγώγηση, την οποία ανέλυσα προηγουμένως, σε συνδυασμό με μία μορφή «μισαλλοδοξίας», η οποία διακρίνει αρκετούς από εμάς.
Επίσης στο ότι, δεν καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια από την πλειοψηφία των ανθρώπων, να επιλέξουν τις σωστές πηγές ενημέρωσης τους – να αφομοιώσουν τις πληροφορίες, καθώς επίσης να τις υποβάλλουν σε εκείνους τους κανόνες της κριτικής, τους οποίους οι περισσότεροι γνωρίζουν από την άσκηση του επαγγέλματος τους.
Για να γίνει κατανοητή η παραπάνω διαδικασία, συγκρίνεται (παράδειγμα του γνωστού οικονομολόγου J.Schumpeter) η στάση ενός δικηγόρου, απέναντι στη δικογραφία του, με τη στάση του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα της χώρας του.
.
Το παράδειγμα του δικηγόρου
Στην πρώτη περίπτωση, ο δικηγόρος έχει εξειδικευθεί να εκτιμάει την ουσία των γεγονότων με τις σπουδές, καθώς επίσης με την πολυετή εμπειρία που απόκτησε – εργαζόμενος με καθορισμένο κίνητρο το συμφέρον τόσο το δικό του, όσο και του πελάτη του, κατά την ενάσκηση του επαγγέλματος του. Παράλληλα, υποκινούμενος από το επίσης ισχυρό κίνητρο πως έχει τις ικανότητες, εγκύπτει με όλες τις γνώσεις, το πνεύμα και τη θέληση του, στο περιεχόμενο της δικογραφίας του.
Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή ο δικηγόρος ασχολείται με τα πολιτικά γεγονότα της χώρας του, δεν κάνει συνήθως τον κόπο να εξειδικευθεί. Ειδικότερα, δεν καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να επιλέξει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες, δεν τις αφομοιώνει και δεν τις υποβάλλει στους κανόνες της κριτικής – παρά το ότι γνωρίζει τόσο τέλεια το χειρισμό τους, από το επάγγελμα του. Εκτός αυτού, δεν μπορεί να ανεχθεί τα μακροσκελή ή πολύπλοκα επιχειρήματα, αναλύσεις και κείμενα – αν και είναι κανόνας στις δικογραφίες, με τις οποίες ασχολείται.
Ο σκοπός του παραδείγματος είναι να αποδειχθεί ότι, χωρίς την πρωτοβουλία, η οποία πηγάζει από την άμεση ευθύνη, επικρατεί συνήθως η άγνοια – παρά την πληθώρα της ενημέρωσης, όσο σωστή και αν είναι.
Επομένως ο Πολίτης, σε μία αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως οι σημερινές, «υποβιβάζεται» σε χαμηλότερο επίπεδο πνευματικής απόδοσης, αμέσως μόλις εισχωρήσει στον πολιτικό τομέα – σχεδόν ανεξάρτητα από τη μόρφωση του.
Τόσο η επιχειρηματολογία του, όσο και οι αναλύσεις του, γίνονται κατά έναν τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «παιδαριώδης», στη σφαίρα των επαγγελματικών του συμφερόντων – γίνεται δηλαδή σχεδόν πρωτόγονος. Στο παράδειγμα μας, ο δικηγόρος δεν θα ασχολούταν ποτέ τόσο ανεύθυνα με τη δικογραφία του, όσο με την πολιτική στη χώρα του.
Κατ’ επέκταση, η ψήφος των Πολιτών στις εκλογές δεν είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της θέλησης των ψηφοφόρων – αλλά αφενός μεν το προϊόν της χειραγώγησης τους, αφετέρου της εκ των πραγμάτων μειωμένης υπευθυνότητας τους, όπως την αναλύσαμε παραπάνω.
Πρόκειται λοιπόν για μία «αλλοτριωμένη» έκφραση της θέλησης του Πολίτη ο οποίος, όταν ψηφίζει, έχει την ψευδαίσθηση πως είναι ο δημιουργός αποφάσεων – τις οποίες αποδέχεται σαν να ήταν δικές του ενώ, στην πραγματικότητα, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από δυνάμεις που ευρίσκονται πέρα από τον έλεγχο και τη γνώση του.
Το επακόλουθο της συγκεκριμένης διαδικασίας είναι μία (συνειδητή ή μη) έντονη αίσθηση αδυναμίας, η οποία δημιουργείται στον Πολίτη, όσον αφορά τα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την πολιτική του «διάνοια», τις αποφάσεις και την ψήφο του.
Συμπερασματικά λοιπόν, όταν δεν μπορεί να δρα κανείς αποτελεσματικά, δεν μπορεί και να σκέφτεται παραγωγικά – οπότε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μία «κατ’ επίφαση» δημοκρατία.
Στα πλαίσια αυτά, όταν οι Πολίτες κατηγορούν τον εαυτό τους για τα πολιτικά κόμματα που ψήφισαν (ή κατηγορούνται από άλλους), θεωρώντας ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την πολιτική που άσκησαν τα κόμματα, αφού οι ίδιοι τα ψήφισαν, διαπράττουν ένα ακόμη σφάλμα – το μεγαλύτερο ίσως.
.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, ο τρόπος που ελέγχεται μία σύγχρονη δημοκρατία, δεν είναι σημαντικά διαφορετικός από τον έλεγχο μίας μεγάλης, πολυμετοχικής εταιρείας, στις γενικές συνελεύσεις της οποίας σπάνια συμμετέχουν οι μικρομέτοχοι – παρά το ότι οι Πολίτες ψηφίζουν προσωπικά, παίρνουν την απόφαση «τους» και επιλέγουν συνήθως μία από τις δύο «κομματικές μηχανές», οι οποίες ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν την ψήφο τους.
Άλλωστε, μόλις η μία από τις δύο αυτές μηχανές υπερψηφισθεί, οι σχέσεις της με τους ψηφοφόρους της γίνονται κάτι το μακρινό – ενώ οι προεκλογικές υποσχέσεις ή οι δεσμεύσεις «χάνονται στο σκοτάδι». Σε κάθε περίπτωση, οι πραγματικές αποφάσεις σπάνια λαμβάνονται από τους βουλευτές, οι οποίοι εκπροσωπούν τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των εκλογέων τους – αλλά από το κυβερνών κόμμα, κυρίως δε από αυτούς που κατέχουν τις σημαντικότερες θέσεις στον κομματικό μηχανισμό.
Βέβαια, η διαδικασία αυτή προκαλεί αντιδράσεις, οι οποίες «συσσωρεύονται» με την πάροδο του χρόνου – δημιουργώντας σταδιακά όλο και μεγαλύτερες «εστίες πυρκαγιάς». Κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί ακριβώς όπως τα νερά, η στάθμη των οποίων αυξάνεται μπροστά στο φράγμα, το οποίο τα εμποδίζει να κυλίσουν ελεύθερα – έως εκείνη τη στιγμή που καταρρέει το φράγμα, αδυνατώντας να αντισταθεί στην ορμή τους, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα πάντα στο πέρασμα τους.
Αντίθετα τώρα με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία έχει προ πολλού κλείσει τον κύκλο ζωής της, στην άμεση δημοκρατία, όπου ο λαός ψηφίζει ο ίδιος τους νόμους που τον αφορούν, επιλέγοντας προσεκτικά αυτούς που θα τους εφαρμόσουν (κυβέρνηση), οι Πολίτες υποχρεώνονται να δράσουν αποτελεσματικά – οπότε σκέφτονται εκ των πραγμάτων υπεύθυνα και παραγωγικά.
Με τη λογική αυτή το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η άμεση δημοκρατία απαιτεί ώριμους Πολίτες, ασφαλώς και δεν ισχύει – αφού, χωρίς την άμεση δημοκρατία, οι Πολίτες δεν «ωριμάζουν» ποτέ, όσον αφορά τις πολιτικές τους υπευθυνότητες και την ευρύτερη ενασχόληση τους με τα κοινά.
