
Η χώρα έχει επιτύχει να μετατραπεί σε μία οικονομία που δεν ευημερούν οι αριθμοί εις βάρος των ανθρώπων, όπως συμβαίνει σήμερα στη γερμανική Ευρώπη, αλλά που προηγούνται οι άνθρωποι των αριθμών – κάτι που δύσκολα θα συνεχιστεί
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Εντός της ευρωπαϊκής ένωσης, την οποία δεν πιστεύουμε πως θα εγκαταλείψει η Μ. Βρετανία διακινδυνεύοντας τη συνοχή της (κυρίως την παραμονή της Σκωτίας), η κυβέρνηση της χώρας τοποθετείται υπέρ της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, με την ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης – σε πλήρη αντίθεση με την κυρίαρχη δύναμη, με τη Γερμανία, η οποία επιλέγει και προωθεί την ανάπτυξη μέσω της αύξησης των εξαγωγών (μερκαντιλισμός).
Η διεθνής αυτή τοποθέτηση της Μ. Βρετανίας υπέρ των ανοιχτών αγορών συμβαδίζει με το υψηλό μερίδιο των ξένων επενδύσεων στην οικονομία της – ενώ τα στοιχεία του κοινωνικού κράτους είναι ιδιαίτερα εμφανή στο σύστημα υγείας, το οποίο είναι υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης (National Health Service).
Η διακυβέρνηση της χώρας για 13 χρόνια από το κόμμα των εργατικών, χαρακτηρίσθηκε από τη διεύρυνση των υπηρεσιών του δημοσίου στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, καθώς επίσης στις υποδομές (μεταφορές). Η συγκυβέρνηση που τη διαδέχθηκε το 2010, αποτελούμενη από τους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους δημοκράτες, έθεσε ως πρώτες προτεραιότητες τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς, τον περιορισμό του κράτους, καθώς επίσης τη μείωση του ελλείμματος στον προϋπολογισμό – χωρίς όμως να περιορίσει τις δαπάνες στην Παιδεία και στην Υγεία.
Ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της Μ. Βρετανίας παράγεται στον τομέα των υπηρεσιών (79%), σημαντικό μερίδιο του οποίου αποτελεί ο χρηματοπιστωτικός κλάδος. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2007 δε, η κυβέρνηση της χώρας προσπαθεί να πετύχει μία κλαδικά και περιφερειακά ισορροπημένη οικονομική δομή (economic rebalancing), προωθώντας μία πιο ενεργητική βιομηχανική και εξαγωγική πολιτική.
Η διεθνής ανταγωνιστική θέση της Μ. Βρετανίας στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας, όπως στις τηλεπικοινωνίες, στην πληροφορική, στη βιοτεχνολογία, στη βιομηχανία φαρμάκων, στη χημική βιομηχανία, στην κατασκευή αυτοκινήτων και στην τεχνολογία πολεμικού εξοπλισμού είναι πολύ καλή – αν και το μερίδιο του μεταποιητικού της τομέα δεν ξεπερνάει το 20% του ΑΕΠ της. Η εξέλιξη της βιομηχανικής της παραγωγής μετά την κρίση ήταν αντίστοιχη με αυτή της Γερμανίας (γράφημα), στην οποία όμως αποτελεί το 24,6% του ΑΕΠ (73,8% οι υπηρεσίες).
.
.
Περαιτέρω, η οικονομία της Μ. Βρετανίας δεν έχει συνέλθει ακόμη από τη χρηματοπιστωτική κρίση, όπου το ΑΕΠ της μειώθηκε σημαντικά, έχοντας έκτοτε μεγάλες δυσκολίες να επανέλθει – σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία ισχυροποιήθηκε με τη βοήθεια της κρίσης, σε πολλούς τομείς, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη (ανάλυση).
Αν και τελικά επανήλθε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τη βοήθεια μίας νομισματικής πολιτικής αντίστοιχης με αυτήν της Fed, η οποία όμως έχει προκαλέσει μία τεράστια φούσκα ακινήτων (άρθρο), το δημόσιο χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται – έχοντας φτάσει στο 90,6% του ΑΕΠ, ενώ το γερμανικό υποχωρεί πλέον (γράφημα, διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).
.
.
Περαιτέρω, παρά το ότι η οικονομία της χώρας έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ξανά, η δημοσιονομική πολιτική εξυγίανσης έχει αναβληθεί για τα έτη 2015 έως 2020, με αποτέλεσμα να συνεχίζει να εγγράφει ελλείμματα στον προϋπολογισμό της – της τάξης του -5,8% το 2014, από -11,4% το 2010.
Το γεγονός αυτό αποτελεί μία πολύ μεγάλη διαφοροποίηση της από τη Γερμανία, με τον ισοσκελισμένο πλέον προϋπολογισμό, η οποία αναδεικνύει τις διαφορές μεταξύ των δύο «οικονομικών σχολών» – της αγγλοσαξονικής, καθώς επίσης της κεντροευρωπαϊκής.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Ολοκληρώνοντας, το μερίδιο της Μ. Βρετανίας στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν της τάξης του 3,5% το 2011, με το 40% να αφορά τις υπηρεσίες – ενώ το 50% εξ αυτών κατευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν τούτοις, παρουσιάζει μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (γράφημα, αριστερή κάθετος), ξανά σε πλήρη αντίθεση με τη Γερμανία (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος), τα πλεονάσματα της οποίας είναι τεράστια – γεγονός που σημαίνει ότι και ο ιδιωτικός τομέας της Μ. Βρετανίας συνεχίζει να χρεώνεται.
.
.
Η χώρα λοιπόν χαρακτηρίζεται, όπως ακριβώς οι Η.Π.Α., από σημαντικά δίδυμα ελλείμματα, τα οποία δυσχεραίνουν συνεχώς την οικονομική της θέση – οπότε θα βυθιστεί ξανά στην κρίση, εάν τυχόν επιβραδυνθεί η παγκόσμια οικονομία ή εάν μεσολαβήσει κάποιο σημαντικό γεγονός, όπως θα ήταν τυχόν χρεοκοπία της Ελλάδας.
.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας
Το Λονδίνο είναι το μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό κέντρο της Ευρώπης, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο το σημαντικότερο μαζί με τη Νέα Υόρκη. Για το City του Λονδίνου, η συμμετοχή στην ΕΕ έχει πολύ μεγάλη σημασία – ενώ ταυτόχρονα επωφελείται από τον παγκόσμιο προσανατολισμό του.
Στις αγορές παραγώγων και συναλλάγματος, η Μ. Βρετανία κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως – ενώ αποτελεί έναν από τους προσφιλέστερους τόπους εγκατάστασης κερδοσκοπικών κεφαλαίων (Hedge funds), επενδυτικών εταιρειών, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Ως εκ τούτου, η χώρα αρνείται την υιοθέτηση της φορολογίας επί των τραπεζικών συναλλαγών που θέλει να επιβάλλει η ΕΕ, φοβούμενη τις συνέπειες για το χρηματοπιστωτικό της τομέα – η «προστιθέμενη αξία» του οποίου είναι 12% στην οικονομία της, ενώ συμβάλλει σημαντικά στα φορολογικά της έσοδα.
Λόγω της ισχυρής δικτύωσης του χρηματοπιστωτικού της τομέα με τον υπόλοιπο πλανήτη, η Μ. Βρετανία υπέφερε σε πολύ μεγάλο βαθμό από την κρίση του 2008 – ενώ αναγκάσθηκε να εθνικοποιήσει πολλές τράπεζες της με κρατικά μέσα, για να μην χρεοκοπήσουν. Επειδή δε η κρίση έφερε στην επιφάνεια πολλά προβλήματα ρυθμιστικής και δομικής μορφής του συστήματος, η κυβέρνηση της χώρας ψήφισε έναν νόμο τον Απρίλιο του 2013, με τον οποίο αναβαθμίσθηκαν σημαντικά οι αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας – όσον αφορά την επιτήρηση ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει οι τράπεζες, έως το 2019, να «οχυρώσουν» τον τομέα των καταθέσεων και χορηγήσεων τους (λιανική τραπεζική), σε σχέση με τον επενδυτικό – έτσι ώστε να μπορούν να διασφαλίζουν καλύτερα τις αποταμιεύσεις των πελατών τους. Όσον αφορά τώρα το δείκτη του χρηματιστηρίου (γράφημα), η άνοδος του ήταν πολύ χαμηλότερη, συγκριτικά με αυτόν της Γερμανίας – γεγονός μάλλον ευνόητο, με κριτήριο την ισχύ των δύο οικονομιών.
.
.
Από το γράφημα φαίνεται πως και οι δύο δείκτες ήταν σε χαμηλά επίπεδα το Φεβρουάριο του 2009 – όπου ο FTSE της Μ. Βρετανίας ήταν στις 3.830 μονάδες και ο DAX της Γερμανίας στις 3.840 μονάδες. Έκτοτε όμως, ο μεν FTSE έφτασε στις 7.000 μονάδες, ενώ ο DAX ξεπέρασε τις 12.000 (12.338), υπέρ-τριπλασιαζόμενος.
Η ισοτιμία τότε της στερλίνας ως προς το ευρώ ήταν 1,12 και σήμερα 1,38 – ακολουθώντας μία συνεχή σχεδόν ανοδική πορεία, παρά το ότι τα προγράμματα ποσοτικής διευκόλυνσης της Μ. Βρετανίας ήταν πολύ μεγαλύτερα (γράφημα).
.
.
Όπως φαίνεται από το γράφημα η ΕΚΤ (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος), μείωσε ουσιαστικά την ποσότητα χρήματος μετά το 2013 (άρθρο), ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας τη διατήρησε στα ίδια επίπεδα – γεγονός που σημαίνει πως η αδυναμία του ευρώ απέναντι στη στερλίνα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κρίση χρέους, ειδικά δε στην Ελλάδα (κάτι που διαπιστώνεται και στο δολάριο).
.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, αυτό που έχει καταφέρει η Μ. Βρετανία, σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας – με το αριθμό των απασχολουμένων να είναι μεγαλύτερος από ποτέ, έχοντας φτάσει στα 30,8 εκ. άτομα στα μέσα του 2014. Η ανεργία είναι της τάξης του 6%, τόσο χαμηλή δηλαδή όσο και πριν από έξι έτη, με την αντίστοιχη των νέων στο 16%.
Έχει επιτύχει επομένως να εξελιχθεί σε μία οικονομία που δεν ευημερούν οι αριθμοί εις βάρος των ανθρώπων, όπως συμβαίνει δυστυχώς σήμερα στη γερμανική Ευρώπη, αλλά που προηγούνται οι άνθρωποι των αριθμών – κάτι που θα μπορούσε να συνεχισθεί, εάν δεν υπήρχε ενδιάμεσα η αντίθετη πολιτική της Γερμανίας, η οποία επιμένει να ζει εις βάρος των άλλων (μερκαντιλισμός), οδηγώντας στον ίδιο δρόμο ολόκληρη την Ευρωζώνη.
