Εντός της Ευρωζώνης
Είναι δεδομένο πως τα δύο αντίθετα άκρα της Ευρωζώνης, τα δύο μεγάλα «παράσιτα της οικογένειας του ευρώ», όπως τα έχουμε αποκαλέσει στο παρελθόν (ανάλυση), είναι η Ελλάδα και η Γερμανία – οπότε δεν είναι καθόλου περίεργη η σύγκρουση τους, ούτε οι κατηγορίες που εκτοξεύονται «ένθεν κακείθεν», όσον αφορά τις ευθύνες ενός εκάστου.
Οι αντίθετες πορείες τους διαπιστώνονται και στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας, όπου καμία από τις δύο χώρες δεν αποδέχεται τα δικά της σφάλματα – τα οποία πηγάζουν από το ότι, η μεν Γερμανία ζει κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της, εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της εμπορικά, ενώ η Ελλάδα πάνω από τα όρια της, εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της χρηματοπιστωτικά.
Αναλυτικότερα, εντός μίας νομισματικής ένωσης, ακόμη και όταν μία χώρα ζει λίγο επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της, αρκεί για να οδηγηθεί μετά από μερικά χρόνια σε μία δύσκολη οικονομική κατάσταση. Πολύ περισσότερο όταν κάποια άλλη χώρα, εντός της ίδιας ένωσης, αρκετά μεγαλύτερη από την ίδια, ζει ταυτόχρονα ελαφρά κάτω από τα συγκεκριμένα όρια.
Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη χώρα, η Ελλάδα, ζούσε για αρκετά χρόνια σημαντικά επάνω από το επίπεδο που της επέτρεπε η οικονομική της κατάσταση – ενώ, αντίθετα, η Γερμανία πολύ πιο κάτω.
Εάν βέβαια τα δύο αυτά κράτη δεν είχαν το ίδιο νόμισμα, τότε η δραχμή θα υποτιμούταν, το μάρκο θα ανατιμούταν και το πρόβλημα δεν θα υπήρχε – όπως πράγματι συνέβαινε πριν την υιοθέτηση του ευρώ, με αποτέλεσμα αρκετοί Έλληνες να προτείνουν τη «λύση» της δραχμής.
Ανεύθυνα κατά την άποψη μας, αφού αιτιολογούν τη θέση τους με τη σχετική ευημερία της χώρας μας, πριν από την είσοδο της στην Ευρωζώνη – χωρίς παράλληλα να αναφέρουν τα υψηλά επιτόκια δανεισμού εκείνης της εποχής, τις συνεχείς υποτιμήσεις, καθώς επίσης πολλά άλλα.
Περαιτέρω, επειδή οι δύο χώρες, η Ελλάδα και η Γερμανία, είναι μέλη του ευρώ, η αδυναμία υπερτίμησης του νομίσματος της μίας, καθώς επίσης υποτίμησης του αντίστοιχου της άλλης, οδηγούν σε μεγάλες ανισορροπίες, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα τους.
Αναλυτικότερα, εάν κανείς συγκρίνει την εξέλιξη του ΑΕΠ σε σχέση με την αντίστοιχη της παραγωγικότητας* (το κατά κεφαλήν εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος δηλαδή), συγκρίνοντας το με τον προγραμματισμένο στόχο του πληθωρισμού (γράφημα), τότε μόνο μπορεί να συμπεράνει εάν μία χώρα ζει επάνω ή κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της.
.

.
Από το παραπάνω γράφημα φαίνεται πως μετά το 2002 η Ελλάδα ζούσε όλο και περισσότερο επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της – ενώ δεν συνέχισε να το κάνει από το 2009 έως το 2011 (γεγονός που σημαίνει ταυτόχρονα πως η «τάση» απλά πάγωσε μετά την είσοδο της Τρόικας, χωρίς όμως να μειωθεί – τεκμηριώνοντας πως η τότε κυβέρνηση συμφώνησε σε μέτρα, αλλά δεν τα εφάρμοσε).
Η κατάσταση άλλαξε το 2011, ενώ από το 2013 και μετά η Ελλάδα ζει ουσιαστικά κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της. Εν τούτοις, έως το 2008 περίπου, η απόσταση της από την Ιταλία ήταν μηδενική – ενώ σήμερα, μετά τη μείωση των μισθών, ευρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση ανταγωνιστικά τόσο σε σχέση με την Ιταλία, όσο και με τη Γαλλία.
Η Γερμανία όμως, από το 2000 και μετά, ζούσε πολύ κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της, συνεχίζοντας να το κάνει ακόμη – έχοντας απομακρυνθεί το 2007 αρκετά (χαμηλότερα) από το στόχο του πληθωρισμού της Ευρωζώνης. Εάν δε κοιτάξει κανείς την απόσταση της από την Ελλάδα, θα διαπιστώσει πως η διαφορά της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των δύο χωρών είναι τεράστια – εις βάρος φυσικά της Ελλάδας (κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ, εάν οι χώρες δεν ήταν στην ίδια νομισματική ένωση – λόγω ανατίμησης του νομίσματος της μίας και υποτίμησης της άλλης).
Υπάρχει όμως επίσης μεγάλη διαφορά της Γερμανίας με τη Γαλλία, η οποία τήρησε επακριβώς τους κανόνες της Ευρωζώνης στα παραπάνω μεγέθη, αφού η ανταγωνιστικότητα της «συμπλέει» απολύτως με τον πληθωρισμό – γεγονός που σημαίνει πως η Γαλλία ζούσε ανέκαθεν σωστά, στα επίπεδα ακριβώς που της επέτρεπε η οικονομία της.
Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο λοιπόν, συμπεριφερόμενη απολύτως έντιμα – χωρίς να εκμεταλλεύεται τους εταίρους της ούτε εμπορικά, όπως η Γερμανία (υπερβολικά πλεονάσματα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της), ούτε χρηματοπιστωτικά, όπως η Ελλάδα (μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, αύξηση του χρέους της).
Δεν ζει (ζούσε) βέβαια μόνο η Ελλάδα στην Ευρωζώνη επάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της, αλλά και πολλές άλλες χώρες – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κράτη της Βαλτικής, τα οποία όχι μόνο ζούσαν πολύ πιο πάνω, αλλά συνεχίζουν να το κάνουν (γράφημα).
.

.
Η διαφορά τους είναι τα χαμηλά δημόσια χρέη τους, ουσιαστικά λόγω του προηγουμένου καθεστώτος, τα σχετικά μικρά ελλείμματα τους, καθώς επίσης η εύκολη μετανάστευση του πληθυσμού τους, όταν παρουσιάζονται οικονομικά προβλήματα.
Φυσικά, οι χώρες αυτές θα βυθιστούν ξανά σε μία νέα κρίση όταν η οικονομία τους αρχίσει να αυξάνεται, επειδή θα δημιουργηθούν μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους – λόγω της αδύναμης παραγωγικής τους βάσης. Επειδή όμως συνορεύουν με τη Ρωσία, αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιείκεια από την Κομισιόν – προφανώς για γεωπολιτικούς σκοπούς.
