Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου – The Analyst

Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου

Email this page.

 

1_Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου

(ΕΙΡΗΝΗ ΓΑΛΑΝΟΥ – ΚΟΥΜΑΚΗ 1922 – 1/2/2015)

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν λέξεις που μπορούν να εκφράσουν την μεγάλη αγάπη για την μονάκριβη μάνα. Την μάνα που αγαπούμε τόσο πιο πολύ, όσο πιο πολύ μεγαλώνουμε, όσο συνειδητοποιούμε πως μια μέρα θα φύγει πρώτη από κοντά μας. Κι όταν ο έρθει η ώρα που ο απαράβατος αυτός κανόνας της φύσης επιβεβαιώνεται, νοιώθουμε ένα μεγάλο κενό που είναι αδύνατο να εκφράσουμε. Φυσικά, δεν αποτελώ εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Έτσι, δίνω το λόγο στην συνονόματη εγγονή της μονάκριβης μάνας μου που έφυγε από κοντά μας και εκφράζει ιδανικά μερικά από αυτά που θάθελα να πω αλλά δεν μπορώ γιατί με πνίγει η συγκίνηση. Λεωνίδας Κουμάκης

 

  

 

Πόσο θα ήθελα όλοι να γνωρίζατε την γιαγιά μου.

Μαϊμουδάκι, την λέγαμε (μεταξύ πολλών άλλων), γιατί το μυαλό της ήταν πιο ξυράφι κι απ’ το δικό μου – μέχρι το τέλος. Η άλλη, και επικρατέστερη, προσφώνηση ήταν το περίφημο «μπαουλάκι». Τα πνευματικά δικαιώματα αυτού πάνε στον θείο μου: όταν άρχισε να μεγαλώνει η γιαγιά και αστειευόμασταν για την ηλικία της, ο πάντα εύστοχος θείος μου άρχισε να την λέει «κοριτσάκι» αλλά τόσο μεγάλο που πρέπει να μπει σε μουσείο (από εκεί ξεκίνησε το «μουσειάκι»), ότι είναι σαν έπιπλο του Luis XV («επιπλάκι»), ότι είναι σαν παλιό μπαούλο… «μπαουλάκι». Και από τότε κόλλησε…

Το μπαουλάκι μας λοιπόν. Προσωπικότητα από τις λίγες. Σούπερ – γιαγιά. Γεννημένη στη Χίο, άγνωστο το πότε ακριβώς. Μάλλον το ’22, αλλά τώρα Χριστούγεννα ήτανε, Ιανουάριος ήτανε, κανείς δεν ξέρει…

Ο γραμματικός του χωριού, μας έλεγε το μπαουλάκι, ήτανε μεθύστακας κι όταν κατέγραφε τις γεννήσεις έκανε ό,τι του κατέβαινε. «Μπορεί να έγραφε κορίτσι ένα μωρό που ήταν αγόρι ή και το ανάποδο!». Η «επίσημη» ταυτότητα πάντως που είχε το μπαουλάκι μας έγραφε σαν ημερομηνία γέννησης την 17η Ιουνίου 1922.

Η γιαγιά μου έφυγε μικρή, σε ηλικία μόλις 10 ετών από τον Άγιο Γεώργιο Συκούση της Χίου για την Κωνσταντινούπολη όπου δούλευε τότε ο πατέρας της. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον παππού μου Γεράσιμο τον Οκτώβριο του 1943.

Χιώτισσα, Κωνσταντινουπολίτισσα – Αθηναία δε ξέρω αν έγινε ποτέ. Πατριώτισσα πάντως ήταν φοβερή – η Ελλαδίτσα μας και η Ελλαδίτσα μας, έλεγε. Την Εθνική με την Κόστα Ρίκα στο Μουντιάλ του ΄14, είχε ξενυχτήσει για να την παρακολουθήσει. Εγώ ήμουνα σπίτι με τους δικούς μου, και όταν τελείωσε ισοπαλία λέω, «Αχ να το πούμε αύριο στο μπαουλάκι, θα χαρεί!» Και μου λένε, «Πιο αύριο, ξύπνια είναι και το βλέπει!» Κόκκαλο εγώ. Ενενήντα δύο η γιαγιά πέρυσι. Αμέσως τηλέφωνο: «Βρε μαϊμουδάκι!! Τι κάνεις τέτοια ώρα ξύπνια;» (1, 2 το πρωί είχε τελειώσει ο αγώνας; Ούτε που θυμάμαι) «Ε τι να μην τα δω τα παλικάρια μας – με κοψοχωλιάσανε!». Αυτά μου έκανε και με τρέλαινε.

Το μπαουλάκι είχε μια εκπληκτική περιέργεια – ήθελε να τα μάθει όλα! Αν καμιά φορά της έλεγα για κανένα καινούργιο φαγητό που έφτιαξα, με ρώταγε «Α ναι; Και πώς το κάνεις δηλαδή; Και τι βάζεις; Α μάλιστα. Εγώ άμα το κάνω θα βάλω αυτό κι αυτό». Και το έκανε. Δοκίμαζε καινούργια πράγματα, καινούργιες συνταγές, ανοιχτή στο να μάθει, να ακούσει – και με πατημένα τα 90. Με μάτια να λάμπουν, αυτιά τεντωμένα και ενδιαφέρον μικρού παιδιού.

Αγαπημένος της χρόνος η προστακτική: «Φάε ψωμί με το φαγητό σου», «Κόψε μπρε κόρη μου τα μαλλιά σου», «Φόρα μπρε κόρη μου καμιά φουστίτσα», «Τα χέρια σου πλύνε!», «Πρόσεχε την μάνα σου πολύ κουράζεται», «Φέρε με ένα σαπουνάκι από το καμαρί μέσα», «Άντε πια μαζέψου που πας στα πέρατα του κόσμου!»… Είχε άποψη επί παντός επιστητού, και η χαρά μου ήτανε να υπακούω στις εντολές (εκτός από τα μαλλιά, τα ρούχα, και τα ταξίδια, εκεί της τα χάλαγα…).

Από τα αγαπημένα μου χαρακτηριστικά της γιαγιάς ήταν και η σχέση της με τα ζώα. Τα φοβότανε, αλλά κάθε φορά που την πλησίαζαν την έπιανε νευρικό γέλιο. Η καλύτερή μου εμένα: αν είχαμε κανένα μικρό σκυλί στο σπίτι το έπαιρνα αγκαλιά και το πήγαινα κοντά της, κι άρχισε να ξεκαρδίζεται! Και να προσπαθεί μέσα στα γέλια να πάρει σοβαρό ύφος και να μου πει «Πάρτο κόρη μου από δω!» Από αυτή τη σχέση είχε βγει και ένας άλλος αγαπημένος χαρακτηρισμός της γιαγιάς μου: μιλούσα μια μέρα στο τηλέφωνο με την κολλητή μου. Εγώ σπίτι μου, και η γιαγιά για επίσκεψη. Μιλάω λοιπόν με την φίλη μου και αρχίζω να γελάω γιατί βλέπω την γιαγιά να τρέχει ξεκαρδισμένη στα γέλια μακριά από τον σκύλο μας. Μου λέει η Κατερίνα «Τι έγινε ρε τι γελάς», της λέω, «Η γιαγιά μου τρέχει να γλυτώσει από τον σκύλο!». Απάντηση της φίλης μου: «Τι εννοείς;;; Έχεις γιαγιά που τρέχει;!» Από τότε και για κάποιο καιρό όποτε έλεγα στην Κατερίνα ότι πάω στην γιαγιά μου, με ρώταγε, «Στην γιαγιά-που-τρέχει;»

Τα τελευταία χρόνια που είχε μεγαλώσει, στα καθιερωμένα μας τηλεφωνήματα, όταν την ρώταγα «Τι κάνεις μπαουλάκι μου;» οι απαντήσεις ήταν συνήθως μια επιλογή από το ακόλουθο μενού: «Άστα κόρη μου είμαι πάλι στις δόξες μου», «Είμαι τσαλακωμένη σήμερα» (ε να σε σιδερώσουμε γιαγιούλα μου, έλεγα εγώ), «Πάλιωσε πια η μηχανή παιδί μου». Και όταν της έλεγα γιατί γιαγιούλα μου δεν είσαι καλά, τι έχεις, η απάντηση ερχόταν με ένα κρυφό χαμόγελο (γιατί το συγκεκριμένο αστείο πολύ της άρεσε) «Ε κόρη μου, είναι τα νιάτα, τα νιάτα

Από τότε που ήμουνα μικρή δύο πράγματα είναι χαραγμένα μέσα μου: μία ιστορία, και μια μυρωδιά.

 

2_Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου

 

 

Η Ιστορία:

Πάνω από το κρεβάτι της είχε μια φωτογραφία από το Kız Kulesi στην Πόλη. Συνέχεια την έβαζα να μου διηγείται την ιστορία, και αφού μεγάλωσα συνέχισα να της το ζητάω. Κι εκείνη ξεκινούσε… «Ήταν κάποτε ένας σουλτάνος, και όταν γεννήθηκε η κόρη του, του είπαν ότι στα 18 της χρόνια θα την δαγκώσει ένα φίδι και θα πεθάνει. Κι έτσι ο σουλτάνος έφτιαξε έναν πύργο καταμεσίς της θάλασσας και την έκλεισε εκεί για να μην την βρει φίδι ποτέ...» Και συνέχιζε την ιστορία και εγώ την άκουγα και ταξίδευα στον 7ο ουρανό. Πέρυσι πρώτη φορά πήρα το καραβάκι στην Κωνσταντινούπολη και μπήκα μέσα στο Kız Kulesi (είναι ένας πύργος μέσα στον Βόσπορο), κι ο πρώτος άνθρωπος που ήθελα να το πω ήταν το μπαουλάκι. «Γιαγιούλα πήγα! Μπήκα μέσα! Όλο εσένα σκεφτόμουνα!». «Αλήθεια κόρη μου; Και πώς είναι, πώς το έχουνε οι Τουρκαλάδες

Ιστορίες… Ιστορίες φανταστικές, όπως αυτή του σουλτάνου, ιστορίες πραγματικές, από την Χίο, από τα αδέρφια της, από την Πόλη και τους διωγμούς. Πόσο εύχομαι να τις είχα καταγράψει όλες…

 

 

3_Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου

 

 

Η Μυρωδιά:

Είναι κάποιες μυρωδιές που είναι μόνο γιαγιά. Το σπίτι, τα ρούχα, τα μαλλάκια της. Και η κουζίνα… αχ, αυτή η κουζίνα. Κάθε φορά και μια διαφορετική ευωδία, και το μόνο που ήξερα σίγουρα ήταν ότι θα ήταν λαχταριστό. Μπαχαρικά, παρ’ ότι Πολίτισα, δεν πολυχρησιμοποιούσε. Και η γιαγιά μου ήταν η καλύτερη μαγείρισσα που ξέρω. Για μένα το πιο απλό της φαγητό ήταν πάντα σαφώς ανώτερο από το ακριβότερο εστιατόριο του κόσμου. Γιατί το φαγητό της γιαγιάς δεν ήταν απλά φαγητό. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ανώτερο. Έτρεφε και μάτια και ψυχή και καρδιά και στομάχι. Πάντα την ρώταγα πώς τα έκανε (κληρονομική η περιέργεια), αλλά μην περιμένετε συνταγές. «Έτσι κόρη μου στα κουτουρού, τόσα χρόνια μαγείρισσα, με το μάτι τα κάνω όλα πια..» Κόρη της με έλεγε και μένα… και «κοκόνα μου», «παιδί μου».

Ένα πιάτο φαγητό λοιπόν κι εκείνη δίπλα μου στο σκαμπουδάκι της να με δασκαλεύει πώς θα το φάω. «Ζέστανέ το παιδί μου!», «Όχι γιαγιούλα μου κρύα μ’ αρέσουν τα ρεβίθια…», «Ε τώρα, τι γούστο έχουνε κρύα!!» και τσουπ, έπαιρνε το πιάτο, το έριχνε στο «κατσαρόλι» να το ζεστάνει. «Ψωμί να φας!», «Δεν θέλω γιαγιούλα μου σ’ ευχαριστώ!», «Ε πώς, κάνει καλό τραβάει τα υγρά του στομάχου!». Τσουπ, να δύο φετάρες εμφανίζονται στο πιάτο, κι άντε να μην τις φάω μετά. «Φέτα να φας μαζί ταιριάζει», «Λεμονάκι βάλε».

 

4_Ταξίδια,  μυρωδιές και η γιαγιά μου

 

 

«Πώς γένηκε;»

Πώς να γένηκε γιαγιούλα μου… Βάλσαμο. Γιατρικό. Αγάπη, οικογένεια, οικειότητα, φροντίδα, σ’ ένα πιάτο φαγητό τα χωρούσε όλα. Και μακαρόνια σκέτα να σου έφτιαχνε η γιαγιά μου θα έγλυφες τα δάχτυλά σου (γεγονός, έχει συμβεί). Ευλογημένα χέρια, ευλογημένη κουζίνα, ευλογία το φαγητό της.

Είναι όμως μια μυρωδιά συγκεκριμένη – η μαστίχα στην «πιτίτσα». Ως Χιώτισσα η γιαγιά μου λάτρευε την μαστίχα. Και μια φορά τον χρόνο, Παραμονή Πρωτοχρονιάς, έφτιαχνε την περίφημη πιτίτσα της. Μια Πολίτικη εκδοχή της βασιλόπιτας, που μοσχομύριζε μαστίχα και μαχλέπι. Και τότε ήξερα ότι έχουμε γιορτές. Ότι θα μπει ο καινούργιος χρόνος, ότι θα δούμε σε ποιόν θα πέσει το φλουρί μέσα στην πιτίτσα της γιαγιάς…  Και ότι θα πάρω 2 κιλά. Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, το αγαπημένο μου πρωινό ήταν η πίτα της γιαγιάς τις πρώτες μέρες του χρόνου. Και αυτή η μυρωδιά του ζυμαριού που σηκωνόταν, όταν το άφηνε στην ζέστη «φασκιωμένο» με τα πετσετάκια και τις κουβέρτες της, κι έμπαινε μετά στο φούρνο και δεν μπορούσα να περιμένω την ώρα να ψηθεί. «Μην το τρως κόρη μου ζεστό από τον φούρνο δεν κάνει, σαν πέτρα κάθεται στο στομάχι

Παλιά η γιαγιούλα μου έβγαινε στο μπαλκόνι να με χαιρετήσει όταν έφευγα από το σπίτι της. Τα τελευταία χρόνια που είχε μεγαλώσει και φοβότανε μην κρυώσει, σταμάτησε να βγαίνει. Πάντα όμως κοιτούσα – καμιά φορά, σπάνια, θα στεκότανε στο τζάμι από πίσω, θα την έβλεπα πάλι να με χαιρετάει, και θα αισθανόμουν ξανά για λίγο ανέμελο, χαρούμενο, μικρό παιδί. Από την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015 δεν περιμένω τίποτα από αυτό το μπαλκόνι.

Αγαπώ τα ταξίδια. Φεύγω, βλέπω, ζω, μαθαίνω. Και γυρνάω και πάντα της φέρνω κάτι μικρό και της λέω πράγματα που μου έκαναν εντύπωση. Κι εκείνη ακούει με αμείωτο ενδιαφέρον και μετά μου λέει να «μαζευτώ», και «φτάνει τώρα πια ε;».

Αυτό όμως το ταξίδι ήταν δύσκολο, σχεδόν αβάσταχτο. Σάντος – Σάο Πάολο. Θα την προλάβω;  Σάο Πάολο – Παρίσι. Περίμενέ με γιαγιούλα, μια αγκαλίτσα θέλω να σου δώσω, να σου ξαναπώ χίλιες φορές πόσο σε λατρεύω. Παρίσι – Αθήνα. Δεν πρόλαβα. Ξεκίνησε εκείνη το δικό της. Νομίζω ήθελε να την θυμάμαι όπως εκείνη την τελευταία μέρα πριν φύγω, που είχε στολιστεί και είχε φτιάξει τα μαλλάκια της, και είχαμε φάει, είχαμε γελάσει, είχαμε αγκαλιαστεί.

Μακάρι να γνωρίζατε όλοι την γιαγιά μου.

Αντίο λατρεμένο μου μπαουλάκι… Σ΄αγαπώ, σ΄ ευχαριστώ, και συγγνώμη.

5_ειρηνη_βανικιωτη  Ειρήνη Βανικιώτη

Σύμβουλος Επικοινωνίας, Φωτογράφος & συν-ιδρύτρια του Círculo de Soñadoras

Γίνε Μέλος
Αγοράζοντας μια συνδρομή, στηρίζεται τη προσπάθειά μας και γίνεστε ενεργό μέλος της ομάδας μας (κίνημα). Θα λάβετε και τα δύο παρακάτω πλεονεκτήματα:

1. Θα μπορείτε να μελετάτε τα άρθρα/αναλύσεις χωρίς να βλέπετε διαφημίσεις (χωρίς περισπασμούς δηλαδή).

2. Θα μπορείτε να τα εκτυπώνετε ή/και να τα αποθηκεύετε σε μορφή PDF (για να τα έχετε πάντα δικά σας).

Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×