Site icon The Analyst

Λύσεις ανάγκης

Ελλάδα,-μάχη-και-έξοδος-Εξ.

Ελλάδα,-μάχη-και-έξοδος

Εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, καταφέρνοντας να επιβιώσει, η Γερμανία θα αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα – γεγονός που την τρομάζει, ενώ αποτελεί ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια μίας ικανής κυβέρνησης

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ο J. M. Keynes, κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνόδου των Βερσαλλιών το 1919, με αντικείμενο τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφερθούν οι νικήτριες δυνάμεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απέναντι στην ηττηθείσα Γερμανία, είπε τα εξής:

“Απαιτήθηκαν 160 δις γερμανικά μάρκα για αποζημιώσεις πολέμου. Η δυνατότητα της Γερμανίας να πληρώσει 160 δις ή, έστω, 100 δις, είναι ανύπαρκτη – δεν βρίσκεται δηλαδή εντός των πλαισίων του εφικτού, με βάση έναν λογικό υπολογισμό.

Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δις Μάρκα για να εξοφλήσει, θα έπρεπε να μας εξηγήσουν, μέσω ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές κατά τη γνώμη τους και σε ποιες ακριβώς αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα.

Μέχρι να μπορέσουν να εκφραστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και να τεκμηριώσουν αντικειμενικά τις αποφάσεις τους, απαιτώντας πράγματα που είναι δυνατόν να επιτευχθούν, δεν μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας”.

.

Άρθρο

Τόσο η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, έτσι ώστε να υιοθετήσει τη δραχμή και να την υποτιμήσει πληθωριστικά, αναβιώνοντας τον παραγωγικό της ιστό και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, όσο και η διαγραφή μεγάλου μέρους του δημοσίου χρέους της, με ή χωρίς την παραμονή της στην Ευρωζώνη, είναι θέματα που απασχολούν αφενός μεν τους οικονομολόγους διεθνώς, αφετέρου αυτούς της Γερμανίας – με έναν από τους σημαντικότερους να έχει την άποψη ότι, η μονομερής αποχώρηση της χώρας μας από τη νομισματική ένωση θα ήταν καταστροφική (πηγή).

Σε κάθε περίπτωση, οι τοποθετήσεις περί εξόδου μίας χώρας από την Ευρωζώνη ακούγονται πολύ ευκολότερες, από ότι είναι στην πραγματικότητα – ενώ η σελίδα έχει αναφερθεί ήδη στα «διαδικαστικά θέματα» που τη συνοδεύουν (Νομισματική μεταρρύθμιση). Εμείς πάντως συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στο ευρώ, στο χρέος και στα μνημόνια (ανάλυση), ενώ μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για να μπορέσει να ξεφύγει από την κρίση είναι η ανάπτυξη – η οποία θα εξασφαλισθεί μόνο εάν υπάρξει ένα εθνικό, επαρκώς χρηματοδοτούμενο σχέδιο, απόλυτα εγκεκριμένο από τους ίδιους τους Έλληνες (άρθρο).

Θεωρώντας δε πως είναι εξαιρετικά δύσκολη η ονομαστική διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους μας, είχαμε ανέκαθεν την άποψη πως η πλέον ρεαλιστική λύση θα ήταν η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, με πολύ χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης με μία περίοδο χάριτος – σε συνδυασμό όμως με σημαντικές επενδύσεις εκ μέρους της Ευρωζώνης, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η επιστροφή της Ελλάδας σε μία βιώσιμη πορεία ανάπτυξης.

Απλά και μόνο λοιπόν η επίλυση του προβλήματος του χρέους, δεν θα είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα – ενώ τα παραπάνω θα έπρεπε να συνδεθούν με μέτρα εκ μέρους της χώρας μας, τα οποία θα καταπολεμούσαν τα διαχρονικά, τεράστια προβλήματα της (γραφειοκρατία, μη ορθολογικό επιχειρηματικό πλαίσιο, μη λειτουργικό φορολογικό σύστημα κοκ.), αυξάνοντας υγιώς την ανταγωνιστικότητα της.

Περαιτέρω, η έξοδος από την Ευρωζώνη, η αλλαγή δηλαδή του κοινού νομίσματος, θεωρείται ουσιαστικά εφικτή – με κριτήριο, το διαχωρισμό της Τσεχίας από τη Σλοβακία την 1η Ιανουαρίου του 1993, όπου καταργήθηκε το κοινό νόμισμα, αντικαθιστάμενο από δύο διαφορετικά, με απόλυτη επιτυχία. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας, η οποία θα έπαυε να είναι μέλος μίας νομισματικής ένωσης που θα συνέχιζε να υπάρχει, τα προβλήματα θα ήταν αρκετά μεγάλα – μεταξύ άλλων νομικά, όπου θα μπορούσαν να υπάρξουν μαζικές δικαστικές αντιδικίες, όσον αφορά τα υφιστάμενα συμβόλαια, τις οφειλές στο εξωτερικό κοκ.

Σύμφωνα με τους Γερμανούς βέβαια υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα, το οποίο υποτιμάται σε μεγάλο βαθμό. Ειδικότερα, το τι ακριβώς θα συνέβαινε, εάν η Ελλάδα κατάφερνε τελικά να επιλύσει τα προβλήματα που θα της προκαλούσε η έξοδος της από την Ευρωζώνη – με την έννοια πως, σε μία τέτοια περίπτωση, θα δημιουργούνταν ένα «δεδικασμένο», ένα προηγούμενο δηλαδή, σύμφωνα με το οποίο η έξοδος μίας χώρας θα ήταν πράγματι εφικτή και ρεαλιστική. Εάν πραγματοποιούταν κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν απίθανο να επεκταθεί η πυρκαγιά και σε άλλα κράτη, όπως στην Ιταλία και στη Γαλλία – με τελικό αποτέλεσμα τη διάλυση της νομισματικής ένωσης.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο τρομάζει φυσικά τη Γερμανία, αφενός μεν επειδή έχει ηγεμονικές βλέψεις, αφετέρου λόγω του ότι η οικονομική επιτυχία της, ειδικά τα μεγάλα πλεονάσματα του εμπορικού της ισοζυγίου, οφείλονται στη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη – επίσης, στη διατήρηση του ευρώ σε χαμηλά επίπεδα, κάτι που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε εάν υιοθετούσε ξανά το μάρκο, με καταστροφικά αποτελέσματα για την εξαγωγική της βιομηχανία.

Το γεγονός αυτό είναι ασφαλώς ένα πολύ σοβαρό «διαπραγματευτικό χαρτί» στα χέρια της Ελλάδας – λόγω ακριβώς του οποίου δεν θα έπρεπε η όποια μελλοντική κυβέρνηση να αποκλείει εντελώς την υιοθέτηση της δραχμής, έχοντας προετοιμάσει ένα ανάλογο σχέδιο (σενάριο). Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως θα το έθετε σε εφαρμογή αλλά ότι, εισερχόμενη σε επικίνδυνες διαπραγματεύσεις, θα έπρεπε να είναι έτοιμη για όλα – ακόμη και για την υιοθέτηση ενός εθνικού νομίσματος, με όλα όσα προβλήματα συνεπάγεται.

.

Η υποτίμηση και το γερμανικό πρόβλημα της Ευρωζώνης

Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω η εσωτερική υποτίμηση, όπως επίσης η υποτίμηση της ενδεχόμενης υιοθέτησης της δραχμής, δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας. Οι αιτίες είναι οι εξής:

(α)  Η οικονομική δομή της χώρας μας, ιδίως ο εξαγωγικός της κλάδος, έχει καταστραφεί σε τέτοιο βαθμό, κυρίως μετά την είσοδο της Τρόικας και τα εγκληματικά μέτρα που επέβαλλε, ώστε δεν θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε καθόλου τα πλεονεκτήματα μίας όποιας υποτίμησης – δυστυχώς ούτε αυτήν του ευρώ, την οποία έχει δρομολογήσει η ΕΚΤ με τα πακέτα ποσοτικής διευκόλυνσης.

Απόδειξη αποτελεί η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ύψους περίπου -13% μεταξύ των ετών 2011 και 2014, η οποία δεν είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια οι ήδη πολύ χαμηλές εξαγωγές της χώρας μας μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, κατά 3%, μετά από μία μικρή, βραχυπρόθεσμη και μάλλον συγκυριακή αύξηση τους.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

(β)  Η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα, παρά το ότι ήταν σημαντική, συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά από την αντίστοιχη, για παράδειγμα,  της Γερμανίας – αν και στην τελευταία το κόστος αυξήθηκε κατά 8% (γράφημα).

 .

 .

Ουσιαστικά λοιπόν, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στη Γερμανία συνεχίζει να είναι πολύ πιο χαμηλό από αυτό της Ελλάδας – σχεδόν κατά 13%, παρά την τεράστια μείωση των μισθών στη χώρα μας, παράλληλα με την αύξηση τους στη Γερμανία.

Επομένως, η ανταγωνιστικότητα των δύο κρατών παραμένει μη ισορροπημένη – κάτι που φυσικά δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, τεκμηριώνοντας πως «ελλοχεύει» ένα γερμανικό πρόβλημα που, εάν δεν λυθεί, δεν υπάρχει μέλλον.

Συνεχίζοντας, όσον αφορά τα επίπεδα τιμών, μετρούμενα με τον «αποπληθωριστή» του ΑΕΠ (γράφημα), πάντοτε κατά τη γερμανική μελέτη, η κατάσταση παραμένει το ίδιο προβληματική – αφού η απόσταση μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας είναι της τάξης του 13%.

 .

 .

Εύλογα λοιπόν οι εμπορικές ροές μεταξύ των δύο χωρών δεν έχουν αντιστραφεί – επειδή όταν αγοράζει κανείς κάποιο προϊόν επιλέγοντας μεταξύ διαφορετικών χωρών, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η τιμή πώλησης του, όταν πρόκειται φυσικά για την ίδια ποιότητα. Προφανώς δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το εάν τα ελληνικά προϊόντα φθήνυναν συγκριτικά με το παρελθόν, αφού συνεχίζουν να είναι ακριβότερα από τα αντίστοιχα γερμανικά και όχι μόνο – με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εξαγωγές της Γερμανίας, καθώς επίσης να μειώνονται οι ελληνικές (άλλων χωρών της Ευρωζώνης επίσης).

Πόσο μάλλον όταν η διαφορά των τιμών, όπως φαίνεται από το παραπάνω γράφημα, είναι σχεδόν 13% – ενώ κανένας δεν ενδιαφέρεται εάν μειώθηκε, από 26% στο παρελθόν στα 13% σήμερα, αφού συνεχίζει να είναι μεγάλη.

Στα πλαίσια αυτά δεν θα πρέπει κανείς να απορεί γιατί η Ελλάδα, παρά την τρομακτική εσωτερική υποτίμηση που της επιβλήθηκε, δεν κατάφερε να αυξήσει τις εξαγωγές της – ενώ η Γερμανία, η οποία αύξησε τους μισθούς των εργαζομένων της, οπότε το κόστος των προϊόντων, συνεχίζει να έχει ανοδικές εξαγωγές και εμπορικά πλεονάσματα.

Περαιτέρω, ακόμη και αν κάποια στιγμή στο μέλλον συμβεί το απίθανο γεγονός της σύγκλισης των τιμών πωλήσεως των χωρών μελών της Ευρωζώνης, αφού εξισωθεί το κόστος ανά μονάδα προϊόντος μεταξύ τους, αυτό δεν θα σημάνει πως η Γερμανία θα χάσει εξαγωγικά μερίδια – αλλά ότι θα πάψουν να αυξάνονται οι εξαγωγές της, παραμένοντας σε σταθερά επίπεδα, τα οποία όμως είναι ήδη πάρα πολύ υψηλά.

Επομένως, εάν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης θα ήθελαν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, κερδίζοντας μερίδια αγοράς από τη Γερμανία, τότε θα έπρεπε να μειώσουν τόσο το κόστος παραγωγής κάτω από το γερμανικό, όσο και τις τιμές πώλησης τους – σε σημαντικό βαθμό, καθώς επίσης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για δεκαετίες όπως έκανε η Γερμανία, έως ότου αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών.

Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να αντιστραφούν οι εμπορικές ροές, οπότε να μειωθούν τα εμπορικά ελλείμματα με υγιή τρόπο – με την  αύξηση των εξαγωγών δηλαδή και όχι με τη μείωση των εισαγωγών λόγω κυρίως της στενότητας ρευστότητας, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Προφανώς δε, μόνο τότε θα μπορούσαν να περιοριστούν τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, τα οποία οδηγούν στη διάλυση της Ευρωζώνης.  

Ολοκληρώνοντας, από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως η βασική αιτία της κρίσης της Ευρωζώνης, όπου απλά προηγείται η Ελλάδα στην καταστροφή, ενώ θα ακολουθήσουν πολλές άλλες χώρες, είναι οι μεγάλες αποκλίσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μεταξύ των χωρών-μελών. Εάν λοιπόν δεν βρεθεί μία ριζική λύση, η οποία να αντιμετωπίσει τον πυρήνα του προβλήματος, η Ευρωζώνη θα διαλυθεί – όσο πακέτα ρευστότητας και αν διαθέσει η ΕΚΤ.

.

Επίλογος

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, έχουν δίκιο όλοι όσοι ισχυρίζονται πως ακόμη και αν της χαριστεί το σύνολο του δημοσίου χρέους της ή εάν συνεχίσουν να τη δανείζουν οι Ευρωπαίοι, δεν πρόκειται να ξεφύγει από την κρίση, όσο η ανταγωνιστικότητα της δεν αποκαθίσταται.

Αυτό με τη σειρά του δεν μπορεί να συμβεί, εάν η Γερμανία δεν είναι πρόθυμη να μειώσει τα δικά της ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα εντός της Ευρωζώνης – τουλάχιστον να εξισορροπήσει τις διαφορές στο κόστος εργασίας με τις άλλες χώρες. Εάν λοιπόν η Γερμανία παραμείνει η φθηνότερη χώρα εντός της Ευρωζώνης, θα εξάγει πάντοτε περισσότερα από όσα εισάγει και θα δημιουργεί πλεονάσματα εις βάρος των ελλειμμάτων των άλλων – με αποτέλεσμα τα χρέη των εταίρων της να αυξάνονται συνεχώς.

Στα πλαίσια αυτά, για να παραμείνει ενωμένη η Ευρωζώνη, θα πρέπει να ενωθεί δημοσιονομικά και πολιτικά – έτσι ώστε τα πλεονάσματα της μίας χώρας να αντισταθμίζουν τα ελλείμματα της άλλης, όπως για παράδειγμα αυτά του κερδοφόρου Μονάχου, με τα οποία ενισχύεται το ζημιογόνο Βερολίνο. Διαφορετικά ο ασθενής θα πεθάνει όσα φάρμακα και αν του δοθούν για να καθυστερήσει το μοιραίο – όπως συμβαίνει με τα πακέτα της ΕΚΤ.

Η μοναδική εναλλακτική δυνατότητα είναι η ελεγχόμενη επιστροφή όλων των χωρών μαζί στα εθνικά τους νομίσματα – στην προ ευρώ εποχή δηλαδή (ανάλυση), όπου η κάθε μία χώρα θα προσπαθήσει, με τη βοήθεια της νομισματικής της πολιτικής και όχι μόνο, να αποκαταστήσει το έλλειμμα της ανταγωνιστικότητας της.

Exit mobile version