
Η πτώση της τιμής του πετρελαίου θα προκαλέσει μεγάλες γεωπολιτικές αναταραχές και εξελίξεις – ενώ ο «κομμουνισμός της ελεύθερης αγοράς», τον οποίο προσπαθούν να εφαρμόσουν ορισμένες χώρες, όπως η Βενεζουέλα, είναι ουτοπικός
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Η σημερινή τιμή του πετρελαίου είναι συνδεδεμένη με τα μελλοντικά επιτόκια. Με απλά λόγια, οι χώρες παραγωγής πετρελαίου ευρίσκονται πριν από μία σημαντική επενδυτική απόφαση: είτε να αυξήσουν τις ποσότητες εξόρυξης, πουλώντας το πετρέλαιο στις σημερινές του τιμές και τοποθετώντας τα έσοδα τους σε καταθέσεις, με τα σημερινά μακροπρόθεσμα επιτόκια, είτε να αφήσουν το πετρέλαιο κάτω από τη γη, σαν κεφαλαιακή επένδυση.
Τα σημερινά χαμηλά επιτόκια ενθαρρύνουν τις χώρες παραγωγής να μειώσουν τις ποσότητες εξόρυξης – ενώ μόνο εάν αυξηθούν, όπως προανήγγειλε σκόπιμα η Fed, θα τις αυξήσουν. Από εδώ συμπεραίνεται η γεωπολιτική ισχύς της νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας των Η.Π.Α. – με βάση την οποία, εάν τα διεθνή δεδομένα της ζήτησης και της προσφοράς δεν αλλάξουν, η άνοδος των επιτοκίων θα μειώσει ακόμη περισσότερο την τιμή του πετρελαίου, οδηγώντας τους εχθρούς της υπερδύναμης σε απόγνωση (άρθρο).
Για την αμερικανική οικονομία, η υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου αποτελεί μία καλή είδηση, επειδή σημαίνει πως θα αυξηθεί το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών – επίσης για την ιαπωνική και την ευρωπαϊκή οικονομία, για τους συμμάχους της υπερδύναμης (άρθρο).
Ειδικότερα, εντός των Η.Π.Α., η χαμηλή τιμή μεταφέρει το πραγματικό εισόδημα από τους παραγωγούς πετρελαίου στους καταναλωτές – με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί η βραχυπρόθεσμη ζήτηση προϊόντων (άρα να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης και το ΑΕΠ), επειδή τα νοικοκυριά καταναλώνουν ένα μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους, από ότι οι πετρελαϊκές επιχειρήσεις.
Κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει και σε όλες τις χώρες εισαγωγής πετρελαίου, κυρίως στην Ευρώπη και στην Ασία – όπου τα εισοδήματα των κρατών παραγωγής πετρελαίου, μεταφέρονται στις χώρες κατανάλωσης!
Οι μεγάλοι χαμένοι είναι εκείνα τα κράτη, τα οποία δεν είναι φίλοι ή σύμμαχοι των Η.Π.Α. – όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν και η Ρωσία. Στις χώρες αυτές, η χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο – ειδικά τα προγράμματα επιδότησης των αδύναμων εισοδηματικών τάξεων.
Ακόμη και σε τιμές πετρελαίου μεταξύ 75 $ και 80 $ το βαρέλι, οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα επιδότησης, μέσω των οποίων εξασφαλίζουν την ενίσχυση των Πολιτών τους – οπότε οι κίνδυνοι να ανατραπούν δεν είναι καθόλου αμελητέοι. Μία περαιτέρω μείωση σε επίπεδα κάτω των 60 $ (66 $ σήμερα), θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά σημαντικές γεωπολιτικές επιπτώσεις – ειδικά όσον αφορά τη Ρωσία, ο πρόεδρος της οποίας δεν θα μπορέσει να διατηρήσει τα προγράμματα επιδότησης, ενώ θα δυσκολευθεί να ενισχύσει περισσότερο την Κριμαία.
Αντίθετα, οι χώρες του κόλπου και ειδικά η Σαουδική Αραβία, ο βασικός σύμμαχος των Η.Π.Α., δεν θα αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα, επειδή υπάρχουν οι εξής δύο σημαντικές διαφορές μεταξύ αυτών και των υπολοίπων:
(α) Εν πρώτοις, το κόστος εξόρυξης τους είναι πολύ πιο χαμηλό – γεγονός που σημαίνει ότι, είναι σε θέση να λειτουργήσουν κερδοφόρα με τις παρούσες τιμές ή ακόμη και με χαμηλότερες.
(β) Διαθέτουν πολύ μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα, μέσω των οποίων θα μπορούσαν πολύ εύκολα να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητες τους τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό – ενώ προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτηση των οικονομιών τους από το πετρέλαιο.
Σε δύσκολη θέση λοιπόν θα βρεθεί κυρίως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα – στις οποίες πιθανότατα θα προκληθούν πολιτικές αλλαγές, αφού θα ενοχοποιηθούν οι κυβερνήσεις τους για τα δεινά που συνοδεύουν τη μείωση των τιμών του πετρελαίου” (M. Feldstein με παρεμβάσεις).
.
Άρθρο
Η πτώση των τιμών του πετρελαίου δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα την Ελλάδα, επειδή της είχε επιβληθεί από την ξένη κυβέρνηση της (Τρόικα) ένα ακόμη λανθασμένο μέτρο: η αύξηση του φόρου στην κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης, στα 341 € ανά 1.000 λίτρα, όταν ο αντίστοιχος φόρος στη Γερμανία ήταν μόλις 61,35 € (σχεδόν έξι φορές χαμηλότερος), ενώ στη Γαλλία 56,60 €. Υπερβολικά υψηλός είναι σήμερα ο φόρος γενικότερα στα καύσιμα, εντείνοντας τις συνθήκες ύφεσης στην πατρίδα μας – με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η μελλοντική χρεοκοπία της.
Για την υπόλοιπη υπερχρεωμένη Ευρώπη όμως, η μείωση της τιμής του πετρελαίου είναι θετική – οπότε ίσως εμποδιστεί η άνοδος των «μη παραδοσιακών» κομμάτων, όπως της αριστεράς στην Ισπανία (Podemos), καθώς επίσης της ακροδεξιάς στη Γαλλία (Le Pen), τα οποία οφείλουν την εκλογική τους ισχύ αφενός μεν στην πολιτική διαφθορά, αφετέρου στην κλιμάκωση των χρεών (κάτι ανάλογο δηλαδή, με αυτά που διαπιστώνονται και στην Ελλάδα).
Σε μία κατάσταση λοιπόν που έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις να επιβάλλουν δημοσιονομικά μέτρα (λιτότητα), κατ’ επιταγή της Γερμανίας – η οποία αυξάνει την ισχύ της από την κρίση, τρέφεται ασύστολα από τις σάρκες των εταίρων της, ενώ δεν έχει το παραμικρό συναίσθημα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Θα είναι δε πολύ τυχερή η ήπειρος μας, εάν τελικά δεν οδηγηθεί σε μετωπική σύγκρουση με τη Ρωσία, την οποία επιδιώκει ο ύπατος αρμοστής της υπερδύναμης, με τη βοήθεια της – η πρωσική Γερμανία δηλαδή, η οποία δεν έχει διδαχθεί απολύτως τίποτα από τα εγκλήματα του παρελθόντος, ενώ συνεχίζει να διέπεται από τη γνωστή αυτοκαταστροφική της μανία.
Για πολλές άλλες χώρες βέβαια, η μείωση της τιμής του πετρελαίου είναι καταστροφική – ειδικά για τη Βενεζουέλα η οποία, παρά το «σύγχρονο σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» που ανήγγειλε ο πρώην πρόεδρος της (Chavez), ευρίσκεται ήδη από τις αρχές του έτους στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (άρθρο). Ειδικότερα τα εξής:
.
Η Βενεζουέλα
Η πτωτικές τιμές του πετρελαίου, καθώς επίσης η παγίδα ρευστότητας, στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα, την ωθούν με γρήγορο ρυθμό προς τη χρεοκοπία. Ο μοναδικός λόγος δε, για τον οποίο δεν έχει ακόμη πτωχεύσει, είναι η Κίνα – η οποία της έχει δανείσει 50 δις $ από το 2007, διευκολύνοντας τους όρους αποπληρωμής της.
Φυσικά ο κίτρινος γίγαντας εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τα δικά του συμφέροντα, όπως κάνει σε ολόκληρο τον πλανήτη – με την εγγύηση των δανείων του στη Βενεζουέλα να είναι το πετρέλαιο που διαθέτει.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Η χώρα όμως ευρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με τη δημοτικότητα του προέδρου της να έχει καταρρεύσει κατά 30%. Η αιτία είναι η δραστική υποτίμηση του νομίσματος της, ο τεράστιος πληθωρισμός (γράφημα), καθώς επίσης οι τρομακτικές ελλείψεις βασικών τροφίμων – γεγονότα που έχουν δημιουργήσει μεγάλα ερωτηματικά, όσον αφορά το πόσο ρεαλιστικό ήταν το όραμα του πρώην προέδρου της, σχετικά με το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
.
.
Περαιτέρω, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας χρησιμοποίησε ένα δάνειο ύψους 4 δις $ που είχε λάβει από την Κίνα, για την κατασκευή έργων υποδομής (μη εγγράφοντας το στον προϋπολογισμό), για την αύξηση των συναλλαγματικών αποθεματικών της χώρας στα 23,2 δις $ – έτσι ώστε να μειώσει τις πιθανότητες χρεοκοπίας της.
Με δεδομένο βέβαια το ότι, το δημόσιο χρέος της είναι μόλις στο 49,2% του ΑΕΠ της, με το ΑΕΠ να αυξάνεται διαχρονικά (γράφημα), με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της να είναι αρκετά πλεονασματικό (7,1%), με το εξωτερικό χρέος της να έχει μειωθεί από τα 2.189 εκ. $ το 2013 στα 610 εκ. $ σήμερα, ενώ με το εμπορικό της ισοζύγιο να είναι επίσης θετικό (λόγω του πετρελαίου προφανώς), απορεί κανείς γιατί οδηγήθηκε στην παγίδα ρευστότητας – επίσης, γιατί το έλλειμμα του προϋπολογισμού της είναι τόσο υψηλό (-11,5% του ΑΕΠ, με τάση προς το -20%).
.
.
Προφανώς βέβαια η εξήγηση είναι το πολίτευμα της – το οποίο αφενός μεν την απομονώνει από τις χρηματαγορές (τα επιτόκια του δεκαετούς ομολόγου της φτάνουν στο 16%), αφετέρου την υποχρεώνει να αυξάνει διαρκώς τις κοινωνικές παροχές, προς όφελος των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση της Βενεζουέλας θα έπρεπε να αποτελεί μία προειδοποίηση προς τους οπαδούς της επαναφοράς της δραχμής στην Ελλάδα – ένα γεγονός (case study) που θα έπρεπε να μελετηθεί προσεκτικά, για να προκύψουν τα σωστά συμπεράσματα.
.
Η Κίνα
Ο κίτρινος γίγαντας δεν βοηθάει μόνο τη Βενεζουέλα στη Λατινική Αμερική, αλλά και την Αργεντινή – η πρόεδρος της οποίας έλαβε δάνειο ύψους 1,3 δις $ από την Κίνα, αφενός μεν για να αυξήσει τα συναλλαγματικά της αποθέματα, αφετέρου για να περιορίσει την παγίδα ρευστότητας, στην οποία έχει επίσης βυθιστεί.
Η γενναιοδωρία της Κίνας στην περιοχή φαίνεται παράλογη με την πρώτη ματιά, με κριτήριο την οικονομική πολιτική που ασκείται από τις δύο χώρες. Εν τούτοις, επειδή η χώρα έχει επενδύσει μαζικά στην πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας, δεν μπορεί να επιτρέψει μία πολιτική κρίση – η οποία θα επηρέαζε αρνητικά τόσο τις αποδόσεις των ομολόγων που έχει αγοράσει, όσο και την εξόφληση τους.
Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα της Βενεζουέλας από το πετρέλαιο μειώθηκαν κατά 35% τον Οκτώβριο – ενώ τα πετροδολάρια (ανάλυση), αντιστοιχούν στο 96% των συνολικών εισπράξεων της χώρας σε δολάρια. Με κριτήριο την πρόσφατη ραγδαία πτώση της τιμής δε, έχουμε την άποψη πως είναι μάλλον απίθανο να μη χρεοκοπήσει – αφού ακόμη και όταν το πετρέλαιο κόστιζε 100 $ το βαρέλι, υπήρχε έλλειψη δολαρίων.
Η Κίνα πάντως, για την αποπληρωμή των δανείων της οποίας είχε συμφωνηθεί η παράδοση 330.000 βαρελιών πετρελαίου ημερησίως, τη διευκολύνει – έχοντας καταργήσει τη συγκεκριμένη της υποχρέωση (αν και μάλλον οφείλεται στην υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης της, σε συνδυασμό με τις συμφωνίες που υπέγραψε με τη Ρωσία).
.
Η αναδιάρθρωση της οικονομίας της Βενεζουέλας
Για να μπορέσει να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία, θα πρέπει να μειώσει την επιδότηση της τιμής της βενζίνης, την οποία παρέχει στους Πολίτες της – με ετήσιο κόστος που φτάνει στα 12 δις $. Εκτός αυτού οφείλει να αλλάξει πολιτική, όσον αφορά την τροφοδοσία ορισμένων χωρών της καραϊβικής με φθηνό πετρέλαιο – στα πλαίσια της οικονομικής βοήθειας που τους παρέχει.
Εάν δεν το κάνει, δεν πρόκειται να επιβιώσει – γεγονός που τεκμηριώνεται από τη συνεχή μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της, κατά 21% το 2013 σε σχέση με το 2012, με αποτέλεσμα να εκτοξευθούν τα επιτόκια δανεισμού της (ράλι ομολόγων στο 18,2%).
.
Επίλογος
Ο «κομμουνισμός της ελεύθερης αγοράς», τον οποίο φαίνεται πως πρεσβεύει η συμπαθέστατη αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα (με εξαίρεση την αριστερή της πλατφόρμα), ενώ προσπαθούν να εφαρμόσουν ορισμένες άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βενεζουέλα, η Βραζιλία και η Αργεντινή, είναι μάλλον ουτοπικός.
Καλώς ή κακώς, τα ερμαφρόδιτα πολιτεύματα δεν είναι βιώσιμα, κάτω από τις σημερινές συνθήκες – ενώ τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ακόμη και οι μεγάλες, πλούσιες σε ενεργειακά αποθέματα χώρες, όπως η Ρωσία, τεκμηριώνουν πως η απομόνωση από τις αγορές των μικρότερων κρατών, ισοδυναμεί με την αυτοκτονία τους.
Στα πλαίσια αυτά, η Ελλάδα έχει δύο μόνο επιλογές στη διάθεση της, θεωρώντας πως η «επιθετική διαπραγμάτευση» της διαγραφής μεγάλου μέρους του δημοσίου χρέους της, είναι εντελώς ουτοπική:
.
(α) Να εφαρμόσει απαρέγκλιτα αυτά που της επιβάλλει η Τρόικα (ΔΝΤ, Γερμανία), κάνοντας περισσότερα από όσα έχει δυστυχώς υπογράψει η κυβέρνηση και η Βουλή της, χωρίς τις γνωστές «κουτοπονηριές» – με την αμυδρή ελπίδα πως η Ευρωζώνη θα υιοθετήσει μία διαφορετική πολιτική (ανάλυση) και θα διώξει το ΔΝΤ από την επικράτεια της.
(β) Να κηρύξει επίσημα τη χρεοκοπία της (άρθρο), παίρνοντας το μεγάλο ρίσκο, το οποίο είτε θα την οδηγήσει σε εξαιρετικά επώδυνες καταστάσεις, είτε θα λειτουργήσει εξυγιαντικά. Οι πιθανότητες επιτυχίας της δεν είναι μηδενικές, εάν βέβαια η Δύση δεν θέλει να ρισκάρει ανάλογα ή εάν αποδεχθεί η Τρόικα τις δικές της ευθύνες – αφού αυτή κυβερνάει τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οπότε μόνο σε αυτήν οφείλεται η βιβλική σχεδόν καταστροφή της πατρίδας μας.
.
Εμείς φυσικά έχουμε τοποθετηθεί ήδη υπέρ της δεύτερης λύσης, αφού όλα τα υπόλοιπα είναι απλά χάσιμο πολύτιμου χρόνου – ενώ επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση μίας χώρας, η οποία οδηγήθηκε χωρίς κανέναν απολύτως λόγο από την Τρόικα στη χρεοκοπία.
Χωρίς κανένα λόγο επειδή το συνολικό χρέος της ήταν ένα από τα χαμηλότερα διεθνώς, ενώ οι βασικοί τομείς της οικονομίας της (ναυτιλία, τουρισμός, γεωργία) ήταν απολύτως ανταγωνιστικοί – έχοντας τη δυνατότητα να την οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση ρευστότητας και όχι φερεγγυότητας (αφού η δημόσια περιουσία της υπερέβαινε κατά πολύ τα χρέη της), στην οποία οδηγήθηκε σκόπιμα (ανάλυση).
Δυστυχώς η Ελλάδα δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεση της, για να αποφασίσει με την ησυχία της – όπως φάνηκε μεταξύ άλλων από την εκποίηση των 14 αεροδρομίων της στη γερμανική εταιρεία, πιθανολογούμε σε μία εξευτελιστική τιμή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δε το γεγονός ότι, ενώ ο σκοπός των Η.Π.Α., όταν εισβάλουν στις αδύναμες χώρες, είναι τα χρήματα, το κέρδος δηλαδή, ο στόχος της Γερμανίας είναι η ιδιοκτησία της γης – πολύ πριν από την εποχή του ναζισμού, η οποία δεν είμαστε σίγουροι πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
.
