
Εάν δεν αυξηθούν οι αποδοχές των εργαζομένων, η Ελλάδα δεν θα ξεφύγει από τον αποπληθωρισμό, δεν θα έχει ανάπτυξη και θα παραμείνει βυθισμένη στα χρέη – με κίνδυνο πτώχευσης των τραπεζών, καθώς επίσης των ασφαλιστικών της ταμείων
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
Μελετώντας το παράδειγμα της Σουηδίας από μία ανάλυση ξένου συναδέλφου, καθώς επίσης την αποτυχία της Ιαπωνίας, παρά τη συνεχή αύξηση της ρευστότητας από την τράπεζα της (μόνο ως «νομισματικό χαρακίρι» ή ως μία «μονεταριστική αποστολή καμικάζι» θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί), καταλήγει κανείς εύκολα στο συμπέρασμα, το οποίο αναφέρεται στον τίτλο του κειμένου μας.
Το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Πολιτική αλλά, κυρίως, με την Οικονομία – με βάση την οποία δεν υπάρχει έξοδος από την κρίση, εάν δεν προηγηθεί η αύξηση των μισθών των εργαζομένων. Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται επίσης από την Ιαπωνία (γράφημα), η οποία βαδίζει με γρήγορα βήματα προς τη χρεοκοπία, επειδή συνεχίζουν να μειώνονται οι πραγματικές αμοιβές των εργαζομένων της – οπότε η ζήτηση, οι τιμές, η κατανάλωση, το ΑΕΠ, τα έσοδα του δημοσίου της, οι επενδύσεις κοκ.
.
.
Όπως φαίνεται από το γράφημα, παρά το ότι οι ονομαστικοί μισθοί στην Ιαπωνία άρχισαν να αυξάνονται, οι πραγματικοί (αγοραστική δύναμη) έχουν μειωθεί σημαντικά – οπότε είναι εντελώς αδύνατη η καταπολέμηση του αποπληθωρισμού.
.
Η Σουηδία
Το θέμα βέβαια είναι πολύ πιο κατανοητό από τη Σουηδία – μία χώρα με ελάχιστα ελλείμματα στον προϋπολογισμό της (-1,1%, πλεονασματικός πριν το 2008), με ένα τεράστιο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (+6,2%), ανάλογο με αυτό της Γερμανίας, με ένα από τα μικρότερα δημόσια χρέη στη Δύση (40,2% του ΑΕΠ), καθώς επίσης με μία συνεχή αναπτυξιακή πορεία (γράφημα), μέλος της ΕΕ αλλά όχι της Ευρωζώνης.
.
.
Η υγιέστατη αυτή χώρα, από οικονομικής πλευράς, μείωσε τα βασικά της επιτόκια την προηγούμενη εβδομάδα στο μηδέν (πηγή), επειδή φοβάται τον αποπληθωρισμό – παρά το ότι ήταν σχεδόν η μοναδική που τα αύξησε μεταξύ των ετών 2010 και 2011, όχι για να ενισχύσει την εισροή ξένων κεφαλαίων, όπως άλλες χώρες, αλλά φοβούμενη μία φούσκα στην αγορά ακινήτων.
Με βάση τους ισχυρισμούς διαφόρων οικονομολόγων, μία τέτοια χώρα θα έπρεπε να αυξήσει τα βασικά της επιτόκια – όπως λέγεται και για τη Γερμανία, οι καταθέτες της οποίας δυσανασχετούν με την απόφαση της ΕΚΤ, «κατηγορώντας» τις χώρες του Νότου ως υπεύθυνες. Οι Γερμανοί λοιπόν θεωρούν πως τα μηδενικά επιτόκια δεν προσφέρουν κίνητρα για την αύξηση της αποταμίευσης – με αποτέλεσμα, επειδή οι αποταμιεύσεις είναι μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις των επενδύσεων, να μην διενεργούνται στη χώρα, στην οποία είναι περισσότερο απαραίτητες από ποτέ.
Ισχυρίζονται επίσης πως η πολιτική των χαμηλών βασικών επιτοκίων, με την οποία μειώνεται η επιβάρυνση των υπερχρεωμένων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, δεν δημιουργεί τις απαραίτητες «συνθήκες πίεσης» για την εφαρμογή των διαρθρωτικών αλλαγών – οι οποίες είναι προϋπόθεση, για την επιστροφή τους σε πορεία ανάπτυξης.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Εάν όμως όλα αυτά ήταν σωστά, τότε η κεντρική τράπεζα της Σουηδίας δεν θα έπρεπε να μηδενίσει τα βασικά της επιτόκια – πόσο μάλλον όταν η οικονομία της είναι υγιέστατη, ενώ δεν ανήκει σε κάποια νομισματική ζώνη, η οποία θα την υποχρέωνε να συμβιβαστεί, για να λυθούν τα προβλήματα των άλλων.
Η απάντηση εδώ, η οποία επεξηγεί το φόβο της Σουηδίας, σχετικά με τον κίνδυνο να βυθιστεί σε αποπληθωρισμό, δίνεται από το γράφημα που ακολουθεί – όπου διαπιστώνεται πως η συνεχής μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, προκαλεί μία ανάλογη μείωση των τιμών, δημιουργώντας συνθήκες αποπληθωρισμού (ακριβώς αντίθετα λειτουργεί η αύξηση του κόστους, όπως φαίνεται στο 1976).
.
.
Περαιτέρω, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος δεν έχει καμία άμεση σχέση με την ποσότητα χρήματος, ούτε με το ύψος των βασικών επιτοκίων – γεγονός που σημαίνει πως τα χρησιμοποιούμενα οικονομικά μοντέλα, τα οποία θεωρούν την ποσότητα χρήματος, καθώς επίσης τα επιτόκια, ως τους σημαντικότερους παράγοντες του ελέγχου της εξέλιξης των τιμών, δεν μπορούν να προβλέψουν τον παραπάνω «συσχετισμό».
Επομένως δεν είναι κατάλληλα, όσον αφορά την έγκαιρη πρόβλεψη κινδύνων πληθωρισμού ή αποπληθωρισμού – οπότε δεν βοηθούν καθόλου στην επίλυση των μακροοικονομικών προβλημάτων μίας χώρας. Άλλωστε τεκμηριώθηκε πρόσφατα ότι, τόσο η ποσότητα χρήματος, όσο και τα βασικά επιτόκια, μπορούν να δημιουργήσουν πληθωρισμό, φούσκες επίσης, στα πάγια περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, εμπορεύματα, ακίνητα) – αφήνοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεπηρέαστες τις τιμές των προϊόντων.
.
Η σημασία των μισθών
Ο βασικότερος λόγος λοιπόν της υποχώρησης των τιμών, οπότε της δημιουργίας συνθηκών αποπληθωρισμού, είναι οι μισθοί – οι οποίοι κατέρρευσαν, λόγω της κρίσης του 2008, καθώς επίσης των μέτρων που έκτοτε υιοθετήθηκαν (ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, με αποτέλεσμα να εκτοξευθεί η ανεργία στα ύψη).
Η πίεση τώρα στους μισθούς, μεταξύ άλλων λόγω της ανεργίας, καθώς επίσης της αδυναμίας των εργατικών συνδικάτων (διαφθορά των ηγετικών στελεχών τους κλπ.), μειώνει σταδιακά το κόστος των επιχειρήσεων – το οποίο, στις σημερινές συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, περιορίζει τις τιμές των προϊόντων και προκαλεί αποπληθωρισμό (πόσο μάλλον σε συνδυασμό με τη μειωμένη ζήτηση που οφείλεται στα χαμηλά εισοδήματα, στους φόρους κοκ.).
Δυστυχώς, είναι αρκετοί αυτοί που δεν έδωσαν σημασία στον παραπάνω συσχετισμό ή δεν ήθελαν να δώσουν, λόγω της ιδεολογίας τους – επιμένοντας πως η λύση θα ήταν η μονεταριστική πολιτική της αύξησης της ποσότητας χρήματος, μέσω της οποία εντάθηκε η μεταφορά του πλούτου από κάτω προς τα επάνω.
.
.
Η σωστή λύση όμως στο πρόβλημα της Ευρώπης και της Ελλάδας σήμερα, όπως επίσης της Ιαπωνίας, δεν είναι άλλη από την αύξηση των μισθών, με την παραμονή των βασικών επιτοκίων στο μηδέν – πόσο μάλλον όταν ο πληθωρισμός είναι ο μοναδικός υφιστάμενος σήμερα τρόπος καταπολέμησης της υπερχρέωσης των κρατών, των επιχειρήσεων, καθώς επίσης των νοικοκυριών.
.
Επίλογος
Η Σουηδία, παρά το ότι η οικονομία της είναι υγιέστατη, έχοντας εμπειρία από την τραπεζική κρίση που βίωσε τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1990, μηδένισε πολύ σωστά τα βασικά της επιτόκια – προβλέποντας έγκαιρα και ορθολογικά τους κινδύνους, υπολογίζοντας παράλληλα πως οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων αντίστοιχα.
Η Ευρωζώνη, αν και πολύ αργά, το έκανε επίσης, χωρίς όμως να λειτουργήσει ανάλογα και στο θέμα των μισθών, κυρίως λόγω της Γερμανίας (άρθρο) – η οποία επιμένει στην εκμετάλλευση των εργαζομένων, καθώς επίσης των εταίρων της.
Η λύση λοιπόν της Ευρωζώνης, δεν είναι άλλη από την αποχώρηση της Γερμανίας από το ευρώ – εναλλακτικά από τον «καταναγκασμό» της να σέβεται τους κανόνες που ωφελούν το σύνολο των χωρών της ένωσης, λειτουργώντας αλληλέγγυα και μη εθνικιστικά.
Είναι άλλωστε προτιμότερο να φύγει μία χώρα, παρά να διαλυθεί εντελώς η Ευρωζώνη – κάτι που δεν θα αργήσει πολύ, εάν δεν υιοθετηθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης χρέους και ανεργίας.
Σημείωση
Υπενθυμίζουμε πως η παραγωγικότητα των εργαζομένων και η «εξ αυτής αύξηση» της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, λόγω της οποίας (δήθεν) παραμένουν χαμηλές οι αμοιβές, δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τους μισθούς – αλλά, μεταξύ άλλων, από τα εξής:
.
(1) Από τη διενέργεια επενδύσεων, οι οποίες πολλαπλασιάζουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Για παράδειγμα, ένας γεωργός με ένα τρακτέρ, αυξάνει σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα της εργασίας του.
(2) Από τη μείωση των φόρων οι οποίοι, αφενός μεν επιβαρύνουν δυσανάλογα τις τιμές των προϊόντων (ΦΠΑ), αφετέρου περιορίζουν τα κέρδη των επιχειρήσεων – με αποτέλεσμα τυχόν επιβάρυνση τους με αύξηση των μισθών, να τις οδηγεί στη χρεοκοπία.
(3) Από τη γραφειοκρατία, η οποία αυξάνει το κόστος των επιχειρήσεων, φυσικά εις βάρος των μισθών των εργαζομένων, καθώς επίσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας. Για παράδειγμα, εάν ένα λογιστήριο μία ελληνικής εταιρείας χρειάζεται πέντε άτομα για να λειτουργήσει όπως απαιτείται από την απίστευτη γραφειοκρατία, ένα λογιστήριο μίας αντιστοίχου μεγέθους βρετανικής εταιρείας, χρειάζεται μόλις ένα άτομο.
(4) Από τη διαφθορά, με την έννοια του χρηματισμού ορισμένων δημοσίων λειτουργών για την έγκριση επιχειρηματικών σχεδίων, για τη μη επιβολή των ως συνήθως παράλογων προστίμων κοκ. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται ξανά το κόστος των επιχειρήσεων, καθώς επίσης των προϊόντων που παράγουν, εις βάρος των εργαζομένων και των καταναλωτών.
(5) Από τους υπερβολικούς τόκους, με τους οποίους επιβαρύνονταν ανέκαθεν οι ελληνικές επιχειρήσεις, συγκριτικά με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές – με το κόστος ξανά να οδηγεί στη μείωση των μισθών, καθώς επίσης στην αύξηση των τιμών, για να εξισορροπηθούν τα κέρδη των εταιριών.
(6) Από τις πιστώσεις, οι οποίες είναι κατά πολύ μεγαλύτερες σε χρονική διάρκεια, από τις υπόλοιπες χώρες – κοστίζοντας φυσικά τόκους, με τα ίδια ως άνω αποτελέσματα για τους εργαζομένους και τις τιμές.
(7) Από το χρόνο που χρειάζεται για την απονομή Δικαίου, ο οποίος αυξάνει τις ζημίες των επιχειρήσεων, λόγω αδυναμίας είσπραξης των οφειλών τους από τους πελάτες τους κοκ.
(8) Από την απαξίωση του χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να αδυνατούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους ή να αναζητήσουν άλλους τρόπους χρηματοδότησης (έκδοση εταιρικών ομολόγων).
(9) Από τα χρήματα που ενώ δίνονται στην Ελλάδα από την Ευρώπη, για να διατεθούν στις επιχειρήσεις, δεν καταλήγουν σχεδόν ποτέ σε αυτές, για διάφορους λόγους.
.
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πάρα πολλές άλλες αδυναμίες του «συστήματος» (ειδικά για το δυσανάλογα αυξημένο «κόστος ζωής» που προκαλείται από τα παραπάνω) οι οποίες, εάν δεν διορθωθούν, δεν πρόκειται ποτέ να δημιουργηθούν εκείνες οι προϋποθέσεις, οι οποίες απαιτούνται για την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων – της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, της μεθοδικής καταπολέμησης της ανεργίας και της ανόδου των μισθών.
Δυστυχώς η χώρα μας, μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια στο ΔΝΤ, φαίνεται να παίρνει το δρόμο της Αργεντινής. Με πολύ πιο δύσκολες όμως συνθήκες, ειδικά μετά την υπογραφή του PSI. Ευχόμαστε και ελπίζουμε φυσικά να κάνουμε λάθος, καθώς επίσης να διαψευσθούμε παταγωδώς – αφού πρόκειται για μία τιμωρία που δεν θα επιθυμούσαμε να επιβληθεί ούτε στο χειρότερο μας εχθρό
.
.