
Ο κίνδυνος να υπάρξουν ξανά αμφιβολίες εκ μέρους των επενδυτών, με αποτέλεσμα να αποδράσουν μαζικά από τις αγορές ομολόγων, οδηγώντας τα επιτόκια δανεισμού κρατών και τραπεζών στα ύψη, δεν έχει καθόλου αποφευχθεί
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Μέχρι στιγμής κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά, εάν τα «τεστ αντοχής» της ΕΚΤ θα ωφελήσουν, έστω σε κάποιο βαθμό, τις ευρωπαϊκές τράπεζες – πόσο μάλλον αφού δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, όπως έχουμε τεκμηριώσει στο άρθρο μας «Η αλήθεια για τις τράπεζες».
Το γεγονός δε πως η μεγαλύτερη βόμβα στα θεμέλια της Ευρώπης και της Γερμανίας, η Deutsche Bank, εμφάνισε καταστροφικά αποτελέσματα, άλλαξε ολόκληρο σχεδόν το ΔΣ της, ενώ προσέλαβε ως οικονομικό διευθυντή της ένα πρώην στέλεχος της Goldman Sachs, επιβεβαιώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον πίνακα του κέντρου της Λωζάννης – στον οποίο φαίνεται πώς είναι η πιο μοχλευμένη και επικίνδυνη τράπεζα του πλανήτη (πηγή).
Άλλωστε αυτό συμπεραίνεται και από το γράφημα που ακολουθεί – από το οποίο διαπιστώνεται πως η μόχλευση της ήταν εξωπραγματική το 2008/2009, επεξηγώντας τους φόβους της Γερμανίας να επιτρέψει τη χρεοκοπία της Ελλάδας.
.
.
Όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες κάθε άλλο παρά θετικά αξιολογήθηκαν, με εξαίρεση ίσως την Alpha Bank (πηγή), τα προβλήματα τους συνεχίζουν να είναι μεγάλα – ξεκινώντας από το επιτόκιο του ελληνικού δημοσίου, με το οποίο ουσιαστικά δανείζονται (εκτοξεύθηκε ξανά πάνω από το 8%, ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων συζητήσεων περί διαγραφής, της πολιτικής αστάθειας κοκ.) και καταλήγοντας στην ενδεχόμενη «απόσβεση» των ιδιωτικών χρεών.
Άλλωστε, με επισφάλειες που πλησιάζουν τα 80 δις €, με την έκθεση τους στην Ανατολική Ευρώπη, καθώς επίσης με ένα χρηματιστήριο σε διαρκή πτώση, δεν μπορεί να περιμένει κανείς τίποτα θετικό. Πόσο μάλλον όταν γίνονται ήδη αναφορές στην ανάγκη αύξησης των κεφαλαίων τους – κάτι που θα οδηγούσε εν πρώτοις τις τιμές των μετοχών τους στο ναδίρ.
Η ΕΚΤ τώρα ισχυρίζεται ότι, δεν διενεργήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα μία τέτοια έρευνα, σε μία τόσο μεγάλη έκταση στην Ευρώπη – ενώ υπάρχει πλέον διαφάνεια, όσον αφορά τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Οι επενδυτές όμως έχουν άλλες απόψεις, μεταξύ άλλων επειδή τα σενάρια αξιολόγησης δεν ήταν καθόλου ακραία (άρθρο), οι επισφάλειες ήταν πολύ υψηλές, ενώ διατηρήθηκαν σκόπιμα στο απυρόβλητο οι γαλλικές, οι ολλανδικές, οι βελγικές, οι αυστριακές, καθώς επίσης οι ισπανικές τράπεζες.
Σε κάθε περίπτωση, η αδυναμία των τραπεζών, καθώς επίσης η ανασφάλεια που προκαλούν, αποτελεί το σημαντικότερο λόγο, για τον οποίο μειώνουν συνεχώς το δανεισμό τους προς τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας – ειδικά στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, στην οποία βέβαια μειώνονται συνεχώς οι φερέγγυοι οφειλέτες (ανάδραση).
Όταν δε εγκρίνουν κάποια δάνεια, τότε το κάνουν με επιτόκια που σπάνια είναι βιώσιμα για τις επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά. Επομένως η κρίση θα συνεχιστεί, τουλάχιστον για τις παρακάτω αιτίες, οι οποίες θεωρούνται ταυτόχρονα επώδυνες, εάν όχι ανίατες «πληγές» τόσο για τις τράπεζες, όσο και για τα κράτη:
.
Η πραγματική οικονομία
Η συνεχής μείωση του ρυθμού ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία οδηγείται με γρήγορα βήματα στον αποπληθωρισμό, δεν οφείλεται μόνο στις τράπεζες – αλλά στην κατά κάποιον τρόπο «ανάδραση», με την έννοια πως οι τράπεζες είναι αδύναμες, επειδή η οικονομία δεν εξελίσσεται θετικά, ικανοποιητικά, αισιόδοξα.
Στα πλαίσια αυτά, οι τράπεζες θα συνεχίσουν να είναι επιφυλακτικές, όσον αφορά τα δάνεια, τις εγγυήσεις ή τα επιτόκια, επειδή αμφιβάλλουν για τις επιχειρήσεις – οι οποίες θα ζητούν λιγότερα δανειακά κεφάλαια, τουλάχιστον οι υγιείς, λόγω του ότι δεν θα πιστεύουν στην αύξηση του τζίρου τους.
Επομένως, εάν δεν υπάρξει κάποια καλυτέρευση στις οικονομικές προοπτικές των χωρών, ενδεχομένως με τη διενέργεια δημοσίων επενδύσεων, οι τράπεζες δεν θα αυξήσουν τα δάνεια τους, οι επισφάλειες τους θα κλιμακώνονται, οπότε η ποσότητα χρήματος δεν θα μεγεθύνεται σημαντικά, παρά τις προσπάθειες αύξησης της από την ΕΚΤ (Μ2).
Η σημερινή «κίνηση απελπισίας» της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, η οποία αύξησε ξαφνικά, για μία ακόμη φορά, τη ρευστότητα στην αγορά, οδηγώντας το γεν στο ναδίρ και το χρηματιστήριο στα ύψη, επιβεβαιώνει τα αδιέξοδα μίας χώρας, βυθισμένης στον αποπληθωρισμό.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Η νομισματική πολιτική
Η ΕΚΤ έχει μηδενίσει πλέον το βασικό της επιτόκιο (0,05%), ενώ απαιτεί ακόμη και αρνητικά επιτόκια για τις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών στην ίδια (-0,2%). Οι δυνατότητες της περιορίζονται λοιπόν στην αγορά ομολόγων – σε μη συμβατικά μέτρα.
Το πρόβλημα όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι το ότι, ο όγκος των ομολόγων που είναι κατάλληλα για να αγοραστούν είναι πολύ μικρός, σχετικά με τα ποσά που ανακοίνωσε πως θα διαθέσει (υπολογίζεται πως δεν μπορεί να «αγοράσει» πάνω από 10 δις € μηνιαία, όταν χρειάζεται συνολικά 1 τρις €). Επίσης το γεγονός ότι, η Γερμανία είναι αντίθετη – πόσο μάλλον εάν η ΕΚΤ θελήσει να αγοράσει πιο «ριψοκίνδυνα» ομόλογα, για να αυξήσει τον όγκο στο ποσόν που χρειάζεται.
.
Η δημοσιονομική πολιτική
Όταν η νομισματική πολιτική αδυνατεί να ενισχύσει το ρυθμό ανάπτυξης, τότε απαιτείται μία δραστήρια δημοσιονομική πολιτική: όπως η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων ή η μείωση των φόρων. Εν τούτοις λόγω των υψηλών δημοσίων και ιδιωτικών χρεών, ειδικά στα κράτη της περιφέρειας, λείπουν τα χρήματα – αν και φαίνεται κάποιο «φως στο τούνελ», εάν πραγματικά σταματήσει η πολιτική λιτότητας (άρθρο).
Μόνο η Γερμανία θα μπορούσε να συμβάλλει, είτε εντείνοντας τις επενδύσεις της στο εξωτερικό, είτε «επιδοτώντας» τη ζήτηση στο εσωτερικό της – αυξάνοντας τους μισθούς των εργαζομένων της, την κατανάλωση και τις εισαγωγές εκ μέρους των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης. Δεν είναι όμως καθόλου πρόθυμη να το κάνει, οπότε παραμένει μία εντελώς θεωρητική δυνατότητα.
.
Ο αποπληθωρισμός
Η μείωση των τιμών αυξάνει την πραγματική (σε όρους αγοραστικής αξίας) επιβάρυνση των ήδη υψηλών δημοσίων και ιδιωτικών χρεών – γεγονός που μειώνει σημαντικά την ικανότητα εξυπηρέτησης τους.
Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη, επειδή μειώνεται η προθυμία για επενδύσεις και κατανάλωση, απειλώντας παράλληλα τα δάνεια στους τραπεζικούς ισολογισμούς – ενώ το σενάριο του αποπληθωρισμού δεν λήφθηκε καθόλου υπ’ όψιν στα τεστ αντοχής, παρά το ότι είναι ήδη πραγματικότητα στις χώρες του Νότου.
.
Οι καθαρές εξαγωγές
Επειδή οι δυνατότητες ανάπτυξης μέσω της κλιμάκωσης της ζήτησης στο εσωτερικό είναι μηδενικές, οι ελπίδες επικεντρώνονται στην αύξηση των καθαρών εξαγωγών (Εξαγωγές πλην τις Εισαγωγές) – εκτός Ευρωζώνης, αφού εντός όλες οι χώρες έχουν ανάλογα προβλήματα (με εξαίρεση την απρόθυμη να βοηθήσει Γερμανία).
Στα πλαίσια αυτά, η αδυναμία του ευρώ, σαν αποτέλεσμα του σταματήματος της ποσοτικής διευκόλυνσης εκ μέρους της Fed, καθώς επίσης των χαμηλών επιτοκίων, σε συνδυασμό με την αύξηση της ποσότητας χρήματος εκ μέρους της ΕΚΤ, θα μπορούσε να βοηθήσει βραχυπρόθεσμα σε μεγάλο βαθμό.
Σε μεσοπρόθεσμο διάστημα όμως δεν πρόκειται να βοηθήσει, αφενός μεν επειδή το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ είναι σχετικά ισορροπημένο (γράφημα), ενώ της Ευρωζώνης πλεονασματικό, αφετέρου επειδή οι βασικοί πελάτες της, οι Η.Π.Α., καθώς επίσης η Κίνα, παρουσιάζουν αδύναμους ρυθμούς ανάπτυξης. Εκτός αυτού, δεν είναι δυνατόν να επιτρέψει ο υπόλοιπος πλανήτης την εξυγίανση της Ευρώπης εις βάρος του – να αγοράζει δηλαδή περισσότερα προϊόντα, εξάγοντας λιγότερα.
.
.
Ολοκληρώνοντας, η μείωση που εμφανίζεται στο παραπάνω εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ, οφείλεται κυρίως στη Ρωσία (πηγή) – οι εξαγωγές προς την οποία, ειδικά οι γερμανικές, σχεδόν κατέρρευσαν.
.
Οι κίνδυνοι δημιουργίας υπερβολών (φούσκες)
Η χαλαρή νομισματική πολιτική, με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης, την καταπολέμηση της ανεργίας, καθώς επίσης την πληθωριστική μείωση των χρεών (ανάλυση), μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολές, σε ορισμένες χώρες – ιδίως σε αυτές του ευρωπαϊκού πυρήνα.
Ο κίνδυνος εδώ αφορά τα ακίνητα (ήδη υπάρχουν μεγάλες φούσκες στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στη Φιλανδία, στη Δανία, στη Βρετανία κλπ.), τις μετοχές, καθώς επίσης τα ομόλογα υψηλού ρίσκου (Junk Bonds).
Εάν τώρα οι υψηλές τιμές των παγίων αυξηθούν σε μεγάλο βαθμό, λόγω της πλεονάζουσας ρευστότητας, οι ισολογισμοί των συγκεκριμένων τραπεζών (γερμανικές κοκ.) θα φαίνονται πολύ καλύτεροι, από όσο είναι στην πραγματικότητα – πολύ χειρότεροι δε στις υπόλοιπες χώρες. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η αξία των ομολόγων του δημοσίου που κατέχουν είναι εξαιρετικά χαμηλή, όπως επίσης τα υπόλοιπα περιουσιακά τους στοιχεία (μετοχές εισηγμένων εταιρειών κοκ.).
Εάν τώρα η φούσκα σπάσει, τότε οι τράπεζες επιβαρύνονται σε μεγάλο βαθμό – στην προκειμένη περίπτωση οι ολλανδικές, οι βρετανικές κλπ.
.
Η αναξιόπιστη στρατηγική εξυγίανσης των τραπεζών
Ακόμη και σήμερα, οι Πολίτες της Ευρωζώνης είναι υποχρεωμένοι να διασώζουν τις τράπεζες τους, όταν υπάρξει ανάγκη – αφού φυσικά προηγηθούν οι μέτοχοι, καθώς επίσης οι ομολογιούχοι τους.
Δεν έχει λοιπόν βρεθεί η λύση, η οποία θα εμπόδιζε τη δημιουργία του καταστροφικού φαύλου κύκλου που έχουμε βιώσει επανειλημμένα – όπου τα κράτη διασώζουν τις τράπεζες και στη συνέχεια διασώζονται τα ίδια από αυτές. Εκτός αυτού, οι αδύναμες τράπεζες των ήδη υπερχρεωμένων χωρών απειλούν τη σταθερότητα τους – με αποτέλεσμα τα κράτη αυτά να μην μπορούν μόνα τους να διασώσουν τις τράπεζες.
Το πρόβλημα αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τις χώρες της Ευρωζώνης, επειδή δεν έχουν νομισματική αυτοτέλεια – οπότε δεν μπορούν να τυπώσουν χρήματα, για να εξασφαλίσουν τη ρευστότητα των τραπεζών, σε περιπτώσεις ανάγκης (τραπεζικές επιθέσεις – bank run).
Ο κίνδυνος λοιπόν να υπάρξουν ξανά αμφιβολίες εκ μέρους των επενδυτών, με αποτέλεσμα να αποδράσουν μαζικά από τις αγορές ομολόγων, οδηγώντας τα επιτόκια δανεισμού κρατών και τραπεζών στα ύψη, δεν έχει καθόλου αποφευχθεί.
Εάν δεν αποκατασταθεί δε η εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή οικονομία, η κατάσταση των τραπεζών θα επιδεινωθεί ξανά – σε επίπεδα που δεν θα είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν ούτε από τα κράτη, ούτε από την ΕΚΤ.
.
