
Η μείωση των δημοσίων δαπανών στις Η.Π.Α. τεκμηριώνει την υιοθέτηση μίας πολιτικής λιτότητας, ανάλογης με αυτήν της Γερμανίας – ενώ παρουσιάζεται μία μοναδική ίσως ευκαιρία στην Ελλάδα, η οποία δεν θα έπρεπε να μείνει ανεκμετάλλευτη
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
Εισαγωγή
Η ανάλυση που ακολουθεί, βασισμένη σε στοιχεία συναδέλφου (WS) που ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα, τεκμηριώνει πως οι Η.Π.Α. έχουν επίσης υιοθετήσει μία καταστροφική, νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας, αντίστοιχη με αυτήν που επιβάλλεται στην Ευρωζώνη από τη Γερμανία.
Η αδύναμη ανάπτυξη δε που παρουσιάζουν, επιτυγχάνεται με τις εισροές κεφαλαίων από την ΕΕ και αλλού, με την κερδοφορία των επιχειρήσεων εις βάρος των εργαζομένων, καθώς επίσης με τη λεηλασία του περιβάλλοντος – η οποία πραγματοποιείται με τη χρήση των νέων, επικίνδυνων μεθόδων εξόρυξης ενέργειας.
Πολύ σύντομα λοιπόν θα οδηγηθεί στο τέλος της, ειδικά εάν δεν εμπλακεί στη σχεδιαζόμενη σύγκρουση η Ευρώπη με τη Ρωσία. Αυτό σημαίνει πως η σημερινή νηνεμία στις αγορές οφείλεται ενδεχομένως στο ότι, βρισκόμαστε στο «μάτι του κυκλώνα» – σε εκείνο το απάνεμο σημείο δηλαδή, γύρω από το οποίο μαίνεται η καταιγίδα, χωρίς να το επηρεάζει.
Εάν αποδεχθούμε λοιπόν πως πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως η Ελλάδα έχει μία μοναδική, αναπάντεχη ευκαιρία να ξεφύγει από την κρίση, εκμεταλλευόμενη την παρούσα νηνεμία – πως έχει ανοίξει ένα παράθυρο σωτηρίας στο σκοτεινό τούνελ, το οποίο όμως δεν θα παραμείνει ανοιχτό για πολύ χρόνο ακόμη.
Για να μπορέσει όμως η πατρίδα μας να εκμεταλλευθεί τη μεγάλη ευκαιρία που τις προσφέρεται, θα πρέπει να επιταχύνει τις επιδιώξεις της, ειδικά όσον αφορά το πρόβλημα του δημοσίου χρέους – επιμηκύνοντας όσο περισσότερο μπορεί το χρόνο αποπληρωμής του, με ακόμη χαμηλότερα επιτόκια ή με οποιονδήποτε άλλο ρεαλιστικό τρόπο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την πιθανότητα να εκτοξευθούν μελλοντικά τα επιτόκια δανεισμού στα ύψη (spreads).
Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα, αφού το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι θετικό για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ενώ ο προϋπολογισμός του 2015, έστω στα χαρτιά, φαίνεται ισοσκελισμένος – οπότε οι διαπραγματευτικές προϋποθέσεις υφίστανται, χωρίς να είναι σίγουρο πως θα επαναληφθεί κάτι ανάλογο στο μέλλον.
Για να τα καταφέρει η Ελλάδα, θα πρέπει να υπάρξει ένα είδος συναίνεσης ή έστω «εκεχειρίας» μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας: της κυβέρνησης, καθώς επίσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς δε να μην διενεργηθούν πρόωρες εκλογές με την αφορμή των προεδρικών – οι οποίες αφενός μεν θα καθυστερούσαν τις διαπραγματεύσεις της χώρας, αφετέρου θα δυσκόλευαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την πρόσβαση της στις αγορές, η οποία θα είναι ίσως μελλοντικά ανέφικτη.
Απαιτείται λοιπόν εθνική συνείδηση αντί της κομματικής και από τις δύο παρατάξεις, καθώς επίσης κατανόηση των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν πραγματικά στον πλανήτη, χωρίς να φαίνονται – γνωρίζοντας πως οι σημερινές, θετικές συγκυρίες, ίσως δεν εμφανιστούν ποτέ ξανά, αν και ελπίζουμε να έχουμε άδικο.
.
Ανάλυση
Οι αμερικανοί επικρίνουν την ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας, προσπαθώντας να πείσουν πως ο δικός τους τρόπος διαχείρισης της κρίσης είναι περισσότερο αποτελεσματικός. Έχουν δηλαδή την άποψη πως εάν η ΕΚΤ αυξήσει περαιτέρω την παροχή ρευστότητας, κατά τα πρότυπα της Fed, τότε θα καταπολεμηθεί η ύφεση και θα αποφευχθεί ο αποπληθωρισμός, από τον οποίο απειλείται η ζώνη του ευρώ.
Εάν όμως οι μέθοδοι των Η.Π.Α. είναι πράγματι σωστοί, τότε γιατί ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας τους είναι τόσο αδύναμος, παρά την τεράστια αύξηση της ποσότητας χρήματος; Εκτός αυτού, εάν η ανεργία έχει μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, όπως ισχυρίζεται η υπερδύναμη, τότε γιατί οι μισθοί παραμένουν τόσο χαμηλοί; Όταν αυξάνεται η ζήτηση θέσεων εργασίας, δεν ακολουθεί αμέσως μετά η άνοδος των «τιμών» της, των αμοιβών δηλαδή;
Οι απαντήσεις που συνήθως δίνονται εδώ είναι η έλλειψη νεωτεριστικών προϊόντων, καθώς επίσης καινούργιων μεθόδων παραγωγής, οι μειωμένες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, καθώς επίσης ο σημαντικός περιορισμός του δανεισμού των νοικοκυριών – με αποτέλεσμα να «υποφέρει» η κατανάλωση.
Εν τούτοις, οι πραγματικές αιτίες δεν είναι οι παραπάνω αλλά, κυρίως, η συνεχής μείωση των αμοιβών των εργαζομένων, με τη βοήθεια της κυβέρνησης – η βασική λογική της οποίας είναι ο περιορισμός των κρατικών δαπανών, έτσι ώστε η μειωμένη ζήτηση εκ μέρους του δημοσίου, να μην επιτρέπει την αύξηση των μισθών.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η πτωτική πορεία των πραγματικών μέσων εισοδημάτων (κόκκινη καμπύλη), παρά την αύξηση του ΑΕΠ (μπλε καμπύλη) – με τα συμπεράσματα που αφορούν τη ζήτηση να είναι εύλογα.
.
ΗΠΑ – η πτωτική πορεία των πραγματικών μέσων εισοδημάτων (κόκκινη καμπύλη), σε σύγκριση με την αύξηση του ΑΕΠ (μπλε καμπύλη)
.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Περαιτέρω, τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι Η.Π.Α. δεν έχουν μειώσει ποτέ σε τόσο μεγάλο βαθμό, καθώς επίσης σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, τις δαπάνες του δημοσίου – κατά 3,4%, εάν εξαιρέσει κανείς τις «κοινωνικές μεταβιβάσεις» (κουπόνια διαβίωσης, επιδόματα ανεργίας κλπ.), οι οποίες αυξήθηκαν λόγω της κρίσης.
Επομένως, η αιτία που επιβραδύνεται ο ρυθμός ανάπτυξης είναι η μειωμένη ζήτηση – με την αποτελεσματικότητα της αυξημένης προσφοράς χρήματος εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας, να «εξουδετερώνεται» από τη μείωση των δημοσίων δαπανών, καθώς επίσης από τη διατήρηση των αμοιβών των εργαζομένων σε χαμηλά επίπεδα.
Κατ’ επακόλουθο, από την πολιτική λιτότητας που έχει υιοθετήσει η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία είναι ουσιαστικά αυστηρότερη, πολύ πιο νεοφιλελεύθερη δηλαδή από την αντίστοιχη στην Ευρώπη – αν και λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο (πληθωριστικός περιορισμός των πραγματικών αμοιβών αντί μείωση των ονομαστικών, μέσω της εσωτερικής υποτίμησης κοκ.).
Η συνεχής εκτύπωση δε νέων χρημάτων εκ μέρους της Fed δεν λύνει κανένα πρόβλημα – αντίθετα, δημιουργεί πολλά καινούργια, αφού οδηγείται στα χρηματιστήρια, προκαλώντας φούσκες, εντείνοντας τη μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων κοκ.
Απλούστερα, η βιώσιμη ανάπτυξη χρειάζεται επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, οι οποίες με τη σειρά τους προϋποθέτουν την αύξηση της ζήτησης είτε στο εσωτερικό της εκάστοτε χώρας (κατανάλωση), είτε στο εξωτερικό (εξαγωγές). Η αύξηση της ζήτησης στο εσωτερικό προέρχεται είτε από τις υψηλότερες αμοιβές των εργαζομένων, είτε από το δανεισμό τους (όπως συνέβαινε στις προηγούμενες δεκαετίες), είτε από την άνοδο των δημοσίων δαπανών.
Εάν όμως περιορίζονται οι δαπάνες του δημοσίου, οι πραγματικοί μισθοί των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων μειώνονται (γράφημα που ακολουθεί), ενώ οι εργαζόμενοι δεν είναι πλέον πρόθυμοι ή αδυνατούν να αυξήσουν το δανεισμό τους, τότε οι επενδύσεις εκλείπουν – οπότε η ανάπτυξη είναι «όνειρο θερινής νύχτας».
.
ΗΠΑ – η συνεχιζόμενη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων για τη περίοδο 2009-2012 ανά μισθολογική κλίμακα.
.
Ολοκληρώνοντας, το γεγονός ότι οι «κοινωνικές μεταβιβάσεις» στις Η.Π.Α. είναι ακόμη 3% υψηλότερες από το μέσον όρο της προηγούμενης περιόδου ανάπτυξης, τεκμηριώνει τα αδιέξοδα της σημερινής οικονομικής πολιτικής της υπερδύναμης – η οποία πιέζει την Ευρώπη να αυξήσει τις δικές της δαπάνες, εγκαταλείποντας την πολιτική λιτότητας, όχι για το δικό της καλό, αλλά για να καλύψει τη μειωμένη εσωτερική της ζήτηση από την αύξηση της ευρωπαϊκής, οπότε από τις κλιμακούμενες εξαγωγές προς την ήπειρο μας.
Αυτό αιτιολογεί επίσης τις προσπάθειες των Η.Π.Α., όσον αφορά τη σύγκρουση της ΕΕ με τη Ρωσία, στο πεδίο της Ουκρανίας – η οποία θα βοηθούσε τις εξαγωγές ενέργειας εκ μέρους της υπερδύναμης προς την Ευρώπη, τη διενέργεια επενδύσεων για τη διευκόλυνση τους (κατάλληλα λιμάνια για την υποδοχή φυσικού αερίου σε υγροποιημένη μορφή κλπ.), την πώληση της τεχνολογίας εξόρυξης πετρελαίου από σχιστόλιθο, τις εξαγωγές αμερικανικού πολεμικού εξοπλισμού κλπ.
.
Η αμερικανική πολιτική λιτότητας
Στην πραγματικότητα, θα ήταν προτιμότερο να διατηρηθούν στις Η.Π.Α. οι δαπάνες για δημόσιες υπηρεσίες (παιδεία, υγεία), καθώς επίσης για κρατικές επενδύσεις σε έργα υποδομής (δρόμοι κλπ.), στο προηγούμενο επίπεδο. Στο 20% περίπου, όσο ήταν ο μέσος όρος από τις αρχές του 1930 έως το 2011, αντί να μειωθούν στο σημερινό 18,3%, με πτωτική τάση.
Υπολογίζεται δε πως εάν είχε συμβεί αυτό, οι αμερικανοί θα είχαν κερδίσει περί τα 700 δις $ από τα τέλη του 2011 έως σήμερα – οπότε το ΑΕΠ της υπερδύναμης, αφαιρουμένου του πληθωρισμού, θα παρουσίαζε πιθανότατα ρυθμό ανάπτυξης 1% μεγαλύτερο από το σημερινό. Οι δε κοινωνικές μεταβιβάσεις θα ήταν πολύ χαμηλότερες από το 14,2% που διαπιστώθηκε πρόσφατα, μεταξύ άλλων λόγω της μεγαλύτερης απασχόλησης.
Συμπερασματικά λοιπόν, ακόμη και στις Η.Π.Α. διαπιστώνεται ο παραλογισμός της πολιτικής λιτότητας – ειδικά το ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών αδυνατεί να περιορίσει το έλλειμμα στον προϋπολογισμό, μεταξύ άλλων επειδή αυξάνονται οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, οι παροχές καλύτερα προς τις αδύναμες εισοδηματικές ομάδες (ανέργους, απόρους κοκ.).
Όσο δε και αν πανηγυρίζουν οι Η.Π.Α. για τη μείωση της ανεργίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το ποσοστό απασχόλησης των αμερικανών, το οποίο ήταν της τάξης του 70% πριν από την κρίση, έχει μειωθεί στο 65% – πως ο περιορισμός της ανεργίας είναι πλασματικός, αφού μειώνονται δραματικά οι απασχολούμενοι.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Ελλάδα, αφού ο χειρισμός αυτός αποτελεί μία από τις προσφιλέστερες μεθόδους του νεοφιλελευθερισμού – με βάση την οποία εξαφανίζεται ένας ορισμένος αριθμός εργαζομένων, ρίχνεται έξω από το πλοίο δηλαδή, για να ωραιοποιηθούν οι στατιστικές (ανάλυση).
Οι επενδύσεις
Ο καθαρές ιδιωτικές επενδύσεις, στις οποίες ουσιαστικά στηρίζεται ο ρυθμός ανάπτυξης των Η.Π.Α. αυξάνονται μεν, αλλά δεν πρόκειται να διατηρηθούν για πολύ ακόμη, εάν δεν σταματήσει η πολιτική λιτότητας. Η αιτία είναι το ότι, σε κάθε οικονομικό κύκλο φτάνει εκείνη η στιγμή, όπου η κερδοφορία των επιχειρήσεων μειώνεται – οπότε αντιστρέφεται η τάση.
Παρά το ότι λοιπόν η «παραγωγή» του νέου κεφαλαίου στις Η.Π.Α., συγκριτικά με τα εισοδήματα, αυξήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό (γράφημα), λόγω της στασιμότητας των μισθών, της εισροής κεφαλαίων από την Ευρώπη και τον υπόλοιπο πλανήτη, καθώς επίσης λόγω της «έκρηξης» στην εξόρυξη ενέργειας με τη μέθοδο του Fracking, η κερδοφορία των επιχειρήσεων μειώνεται σταδιακά – γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, οι επενδύσεις θα περιοριστούν απότομα και ξαφνικά.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται οι κύκλοι συσσώρευσης κεφαλαίου και ζήτησης – από τον Αύγουστο του 1970 έως το Μάιο του 1973 με γκρίζο κοκ. Οι έγχρωμες στήλες αναφέρονται στα συστατικά της ζήτησης ως ποσοστό επί του ΑΕΠ – στην πρώτη ομάδα οι καθαρές επενδύσεις, στη δεύτερη η ιδιωτική κατανάλωση, στην τρίτη οι εξαγωγές και στην τέταρτη οι δημόσιες δαπάνες (ΑΕΠ = επενδύσεις + κατανάλωση + δημόσιες δαπάνες + {εξαγωγές – εισαγωγές}). Η μαύρη τελευταία στήλη δείχνει πόσο μειώθηκαν οι δημόσιες δαπάνες την περίοδο μετά το 2009, σχετικά με τις προηγούμενες περιόδους.
.
Οι κύκλοι συσσώρευσης κεφαλαίου και ζήτησης – από τον Αύγουστο του 1970 έως το Μάιο του 1973 (για περιγραφή, βλέπε παραπάνω παράγραφο).
.
Από το παραπάνω γράφημα τεκμηριώνεται πως οι Η.Π.Α. μείωσαν τις δημόσιες δαπάνες μετά το 2009, όσο ποτέ μέχρι σήμερα από το ξεκίνημα της υιοθέτησης του νεοφιλελευθερισμού. Εάν λοιπόν η εσωτερική ζήτηση δεν αυξηθεί, όπως είναι εύλογο αφού τα εισοδήματα των εργαζομένων παραμένουν χαμηλά, οι επενδύσεις θα καταρρεύσουν – οπότε η υπερδύναμη θα βυθιστεί σε μία ύφεση άνευ προηγουμένου. Εκτός εάν φυσικά αυξηθούν οι εξαγωγές, με τη διενέργεια συναλλαγματικών ή άλλου είδους πολέμων – κάτι που δεν μπορεί κανείς να προβλέψει.
Εάν ή μάλλον όταν συμβεί κάτι τέτοιο, η κατάσταση στην Ευρώπη, καθώς επίσης στον υπόλοιπο πλανήτη θα επιδεινωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό – ειδικά εάν συνοδευτεί από τη χρεοκοπία της Ιαπωνίας, στην οποία φαίνεται να μην επιτυγχάνονται οι στόχοι του μεγαλύτερου αλλά και πιο επικίνδυνου χρηματοπιστωτικού πειράματος όλων των εποχών.
.
Επίλογος
Από τα παραπάνω, καθώς επίσης από αρκετές άλλες αναλύσεις συμπεραίνεται εύκολα ότι, η νεοφιλελεύθερη πολιτική θα καταρρεύσει, οδηγώντας τις χώρες που την εφαρμόζουν σε μία επόμενη, πολύ μεγαλύτερη κρίση. Επειδή δε τα κράτη που σήμερα παραπαίουν, οι Η.Π.Α. και η Ιαπωνία, είναι τόσο μεγάλα, ώστε τυχόν «εκτροχιασμός» τους να έχει σοβαρότατες συνέπειες για το μέλλον ολόκληρου του πλανήτη, θα πρέπει κανείς να είναι πολύ προσεκτικός με τις προβλέψεις του.
Συμπεραίνεται όμως επίσης ότι, η Ελλάδα ίσως να έχει μία και μοναδική ευκαιρία στη διάθεση της, πριν ακόμη συμβεί το μοιραίο – την οποία είναι υποχρεωμένη να εκμεταλλευτεί, αφού τυχόν απώλεια της θα ήταν εγκληματική. Μπορεί βέβαια να κάνουμε λάθος με τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις μας. Εν τούτοις, ακόμη και αν είναι έτσι, η ευκαιρία σήμερα υπάρχει – οπότε δεν θα ήταν παράλογο να μην την αφήσουμε να χαθεί.
.
.
