Site icon The Analyst

Εξελίξεις και οικονομικές προβλέψεις

Οικονομικές και επενδυτικές προβλέψεις Εξ.

Οικονομικές και επενδυτικές προβλέψεις2

Τη σημερινή εποχή, απόλυτη προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και όχι η αύξηση της – το ευρώ, το δολάριο, τα ομόλογα, οι μετοχές, οι λοιπές επενδύσεις, οι αναδυόμενες αγορές και η Ελλάδα

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

.

Η συνεχής μείωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, τελευταία στο 0,3% δημιουργεί την εντύπωση ότι, είμαστε «προ των πυλών» του αποπληθωρισμού (depression) – αν και η ζώνη του ευρώ δεν έχει εισέλθει ακόμη στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο διευρυμένων φάσεων πτωτικών τιμών, μειωμένων μισθών και περιορισμένων καταναλωτικών δαπανών.

Προφανώς δε ο στασιμοπληθωρισμός (Stagflation), έτσι όπως αυτός καταγράφηκε στις Η.Π.Α. μετά το πετρελαϊκό σοκ της δεκαετίας του 1970, όταν ανέβαιναν ταυτόχρονα οι τιμές καταναλωτή, μαζί με την ανεργία (γράφημα), δεν προβλέπεται ακόμη να συμβεί – αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τίποτα.

 .

ΗΠΑ – η εξέλιξη του δείκτη καταναλωτή (μπλε) και ο δείκτης ανεργίας (κόκκινο) τη δεκαετία 1970.

 .

Περαιτέρω, ακόμη και αν η Ευρωζώνη οδηγηθεί για ένα μήνα σε αρνητικό πληθωρισμό, αυτό δεν θα σημαίνει πως έχει βυθιστεί στον αποπληθωρισμό – αφού αυτό θα συνέβαινε μόνο εάν ο πληθωρισμός παραμείνει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αρνητικός, με τις προσμονές των καταναλωτών, όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, να προσαρμόζονται με σαφήνεια προς τα κάτω. Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση θα ετίθετο σε λειτουργία το «αποπληθωριστικό σπιράλ», από το οποίο η Ευρωζώνη απέχει ακόμη.

Από την άλλη πλευρά, η ανάπτυξη δεν ήταν η επιθυμητή, παρά το ότι μέχρι τον Απρίλιο είχε παρατηρηθεί μία σημαντική «ανάκτηση», μετά από τις μεγάλες προσπάθειες της ΕΚΤ. Η κρίση της Ουκρανίας διαδραμάτισε ασφαλώς ένα σημαντικό ρόλο στην αρνητική εξέλιξη μετά τον Απρίλιο, ειδικά όσον αφορά τη Γερμανία, καθώς επίσης το εξωτερικό εμπόριο των χωρών της ανατολικής Ευρώπης. Εκτός αυτού, αυξήθηκε η ανασφάλεια όλων των Πολιτών και επιχειρήσεων, η οποία είναι δηλητήριο για την ανάπτυξη μίας οικονομίας.

Εν τούτοις, τα προβλήματα στο εσωτερικό ορισμένων χωρών της Ευρωζώνης είναι κυρίως αυτά, τα οποία επιδείνωσαν τις συνθήκες – όπως της Ιταλίας, η οποία θα τεθεί σύντομα απέναντι στο τρίλημμα «Τρόικα, διαγραφή ή λιρέτα», της Γαλλίας που αναρωτιέται εάν θα πρέπει να επιλέξει μία εθνικοσοσιαλιστική λύση, «εμπλουτισμένη» με το φράγκο (άρθρο), ενώ προσπαθεί να αποφύγει το θανάσιμο εναγκαλισμό της Γερμανίας, της Ισπανίας, το ιδιωτικό χρέος της οποίας είναι τεράστιο, ενώ το δημόσιο αυξάνεται διαχρονικά κοκ.

Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η συνεχής αύξηση του δημοσίου χρέους της Ιταλίας, στην οποία έχει ξεπεράσει ήδη τα επίπεδα της βιώσιμης εξυπηρέτησης του (2,169 τρις € τον Ιούλιο, πλησιάζοντας το 140% του ΑΕΠ της), καθώς επίσης της Ισπανίας (1,01 τρις € στο δεύτερο τρίμηνο ή 98,9% του ΑΕΠ).

 .

Ιταλία, Ισπανία – η εξέλιξη του δημοσίου χρέους της Ιταλίας και της Ισπανίας από το 1990 έως και σήμερα (σε τρις Ευρώ).

 .

Προφανώς δε, η κατάσταση αυτή «καθρεπτίζεται» στις διαθέσεις των καταναλωτών, καθώς επίσης των επιχειρήσεων, οι οποίες συνεχώς επιδεινώνονται – με αρνητικά επακόλουθα για την πορεία του πληθωρισμού.

Το μοναδικό θετικό μέγεθος σήμερα είναι η μείωση της ισοτιμίας του ευρώ, η οποία βοηθάει την αύξηση των εξαγωγών – κάτι που είναι όμως αδύνατον να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, τουλάχιστον από οικονομικής πλευράς.

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Ευρώ, δολάριο και ομόλογα

Ειδικότερα, παρά το ότι οι συναλλαγματικές προβλέψεις σε βραχυπρόθεσμο διάστημα είναι αδύνατες, αυτό που καθορίζει μακροπρόθεσμα τις νομισματικές ισοτιμίες, είναι οι διαφορές στον πληθωρισμό (βλέπε τουρκική λίρα στο τέλος). Στα πλαίσια αυτά, ο πληθωρισμός στις Η.Π.Α. είναι της τάξης του 2%, ενώ στην Ευρωζώνη πλησιάζει το μηδέν.

Επομένως, σε μακροπρόθεσμη βάση, το ευρώ θα έπρεπε να ανατιμηθεί απέναντι στο δολάριο – κάτι που όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει σύντομα, αφού η τάση είναι εναντίον του ευρώ, για πολλούς διαφορετικούς λόγους (ενδεχόμενο διάλυσης της ευρωζώνης, σύγκρουση με τη Ρωσία κοκ.). Κάποια στιγμή όμως, το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά – με την έννοια πως η βαρύτητα αποτελεί έναν φυσικό, μη αναπόφευκτο νόμο.

Εάν δε καταρρεύσει το «πετροδολάριο», το οποίο επέβαλλαν οι Η.Π.Α. στις χώρες του κόλπου «μονοπωλιακά», για τις πωλήσεις πετρελαίου, σαν αντάλλαγμα για τη στρατιωτική προστασία τους (αργότερα υιοθετήθηκε από όλα τα κράτη του OPEC), τότε η ραγδαία υποτίμηση του είναι μάλλον δεδομένη – οπότε ενδεχομένως διαπιστώνεται εδώ μία μεγάλη, μεσοπρόθεσμη ευκαιρία (ανάλυση).

Όσον αφορά τώρα τα επιτόκια δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης τα οποία, παρά το ότι ευρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά, δεν μειώνουν τα χρέη των κρατών της, καθρεφτίζουν ουσιαστικά τις «αποπληθωριστικές προσμονές» – ενώ επιβοηθούνται παράλληλα από τις διαβεβαιώσεις της ΕΚΤ, με βάση τις οποίες θα κάνει ότι μπορεί για τη διάσωση του ευρώ.

Με δεδομένο λοιπόν το ότι, οι αγορές πιστεύουν πως δεν υπάρχει πιστωτικός κίνδυνος για καμία χώρα της Ευρωζώνης (!), ενώ τα πραγματικά επιτόκια των ομολόγων (αφαιρουμένου του πληθωρισμού) είναι ικανοποιητικά (μόλις 0,4% στις Η.Π.Α.), ήταν εύλογη η μείωση των αποδόσεων των ομολόγων (γράφημα) – κάτι από το οποίο όμως δεν συμπεραίνεται πως θα διαρκέσει αιώνια.

Ενδεχομένως τότε η ανοιχτή, μεσοπρόθεσμη «πώληση» τους, με στόχο την αποκόμιση κέρδους από την αύξηση των επιτοκίων, δεν ενέχει σημαντικούς κινδύνους – ίσως όμως ευκαιρίες σε ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία ή η Ισπανία (εάν βέβαια αποφευχθεί το αποπληθωριστικό σενάριο).

 .

Η πτώση στα μακροπρόθεσμα επιτόκια, των 10-ετή ομολόγων (Γερμανία με κόκκινο, ΗΠΑ με γαλάζιο).

Στα παραπάνω πλαίσια, παρά το ότι τα ονομαστικά επιτόκια δανεισμού της Γερμανίας είναι μόλις 0,9%, ενώ των Η.Π.Α. περί το 2,5%, τα πραγματικά είναι σχεδόν τα ίδια – δηλαδή,  0,6% για τη Γερμανία (αφαιρουμένου του πληθωρισμού 0,3% της Ευρωζώνης) και 0,5% για τις Η.Π.Α. (αφαιρουμένου του πληθωρισμού 2%).

.

Οι μετοχές

Εδώ θα έπρεπε να είναι κανείς πολύ συγκρατημένος, όσον αφορά τις προβλέψεις του – αφού είτε βρισκόμαστε στην αρχή μίας φούσκας, είτε στο ξεκίνημα μίας μεγάλης πτώσης, η οποία δεν θα ήταν μικρότερη του 30%.

Ειδικότερα, οι «κυκλικές» τιμές των μετοχών ως προς τα κέρδη τους στις Η.Π.Α. (Shiller P/E), ευρισκόμενες κατά μέσον όρο στο 25, είναι αρκετά υπερτιμημένες – αφού οι αναμενόμενες πραγματικές αποδόσεις τους, για τα επόμενα πέντε έτη (κέρδη αφαιρουμένου του πληθωρισμού), δεν υπερβαίνουν το 1% – 2% ετήσια.

Είναι προφανώς καλύτερες, σε σχέση με τα ομόλογα, αλλά συνδεδεμένες με ένα σημαντικά υψηλότερο ρίσκο – ενώ, με βάση την ιστορική εμπειρία, σε τέτοια επίπεδα το τυπικά ανώτατο όριο των «χρηματιστηριακών ζημιών» (υποχώρησης των τιμών των μετοχών) είναι της τάξης του -30%.

Η παραπάνω «διόρθωση» θα μπορούσε να προκληθεί από την αύξηση των βασικών επιτοκίων, για την οποία ήδη μας προϊδέασε η Fed – με τις αγορές να την περιμένουν το καλοκαίρι του 2015. Εν τούτοις, εάν ο ρυθμός ανάπτυξης στις Η.Π.Α. επιταχυνθεί ή εάν η ανεργία υποχωρήσει γρηγορότερα από το αναμενόμενο, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να ακολουθήσει συντομότερα – οπότε και η πτώση των τιμών των μετοχών.

Πόσο μάλλον όταν η νομισματική πολιτική της Fed, σύμφωνα με τον κανόνα του Taylor, είναι ήδη πολύ χαλαρή – με την έννοια πως αν τοποθετήσει κανείς τις προγνώσεις της Fed για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην εξίσωση του οικονομολόγου, η αύξηση των επιτοκίων θα έπρεπε να συμβεί στα τέλη του 2014.

Η εικόνα των τιμών των μετοχών στην Ευρώπη είναι καλύτερη, συγκριτικά με τις Η.Π.Α. – αν και τυχόν πτώση των αμερικανικών δεν θα τις αφήσει ανεπηρέαστες. Εκτός αυτού, ο αδύναμος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη θα επιβαρύνει τα κέρδη των επιχειρήσεων – ενώ ο δείκτης του χρηματιστηρίου της Ελβετίας (SMI) είναι ανάλογα υπερτιμημένος με τον αμερικανικό S&P, οπότε επίσης υποψήφιος διόρθωσης.

Ένας τρίτος κίνδυνος, ειδικά για τη Μ. Βρετανία και την Ισπανία, είναι το «αποσχιστικό ρίσκο» – της Σκωτίας για την πρώτη και της Καταλονίας για τη δεύτερη. Αυτό αφορά τόσο τα νομίσματα τους, μόνο για τη Βρετανία, όσο και τα χρηματιστήρια – αφού μειώνεται ο όγκος των αγορών τους (καταναλωτές, πόροι), καθώς επίσης πολλά άλλα.

Τέλος, σημειώνουμε πως η χρεοκοπία της Ουκρανίας είναι στα χέρια της Ρωσίας – η οποία μπορεί να τη δρομολογήσει οποτεδήποτε θελήσει.

.

Οι λοιπές επενδύσεις

Ουσιαστικά, τη σημερινή εποχή, η διατήρηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα – σε καμία περίπτωση η αύξηση της (κέρδος). Οφείλει λοιπόν κανείς να διατηρεί ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων του «απο-επενδυμένο» – καθώς επίσης να διασπείρει το ρίσκο τοποθετούμενος, μεταξύ άλλων, σε φθηνά ακίνητα, κυρίως στην αγροτική γη, σε εμπορεύματα, καθώς επίσης στο χρυσό (1.228 $ σήμερα), λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν του ότι χειραγωγείται (άρθρο).

Επειδή τώρα τα επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία τοποθετούνται στις αναδυόμενες αγορές, σημειώνουν ξανά μεγάλες εισροές κεφαλαίων, δεν θα έπρεπε να είναι κανείς απρόσεκτος. Η κυκλική εξέλιξη των οικονομιών τους είναι βέβαια καλύτερη από το 2013, αλλά οι εξαγωγές τους δεν ενισχύουν την οικονομική τους εικόνα, αφού παραμένουν σχετικά χαμηλές.

Φυσικά δεν πρέπει να τοποθετεί κανείς όλες τις αναδυόμενες αγορές στο ίδιο καλάθι – επειδή ορισμένες από αυτές, όπως η Ρωσία και η Κίνα, έχουν διαρθρωτικά προβλήματα, επί πλέον των κυκλικών. Ειδικά όσον αφορά τη Ρωσία, η Αχίλλειος πτέρνα της είναι οι τιμές του πετρελαίου, οι οποίες το τελευταίο χρονικό διάστημα μειώνονται συνεχώς – ενώ της Κίνας ο τραπεζικός τομέας.

Όσον αφορά τις ισοτιμίες των νομισμάτων τους, οφείλει κανείς να εξετάζει προσεκτικά τη συναλλαγματική τους πολιτική, επειδή οι διαφορές εδώ είναι μεγάλες. Για παράδειγμα, η κεντρική τράπεζα της Ινδίας έχει κάνει πολύ καλή δουλειά – κάτι που δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί για τη Βραζιλία ή για την Τουρκία, ο ρυθμός ανάπτυξης της οποίας μειώθηκε στο μισό, το δεύτερο τρίμηνο του 2014, ενώ προβλέπεται ακόμη χαμηλότερος.

 .

Τουρκία – η εξέλιξη του ΑΕΠ της χώρας (ως ποσοστό του ΑΕΠ).

 .

Με δεδομένο δε το ότι, ο πληθωρισμός στον «Τιτανικό του Βοσπόρου» είναι εξαιρετικά υψηλός (γράφημα), πόσο μάλλον όταν η αύξηση των τιμών είναι διπλάσια από αυτήν που ανακοινώνει επίσημα η κυβέρνηση, ενώ η λίρα ευρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της απέναντι στο δολάριο (2,21) μετά το Μάρτιο, είναι καλύτερα να αποφεύγεται η χώρα (απέναντι στο ευρώ είναι σχετικά υψηλά, στο 2,86, λόγω της αδυναμίας γενικότερα του ευρώ – επομένως υπάρχει εδώ μία ενδεχόμενη ευκαιρία).

 .

Τουρκία – η εξέλιξη του δείκτη τιμής καταναλωτή (πληθωρισμός).

 .

Άλλωστε η εταιρεία αξιολόγησης Fitch υπεισήλθε επίσης, την προηγούμενη Πέμπτη, στην κριτική που ασκείται εναντίον της κεντρικής τράπεζας της χώρας – προειδοποιώντας την να σταματήσει την επεκτατική πολιτική χρήματος (τύπωμα), η οποία πυροδοτεί τον πληθωρισμό. Εν τούτοις, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας αντέδρασε, έχοντας διαφορετική άποψη – χωρίς όμως να πείθει κανέναν.

Ολοκληρώνοντας, υπάρχει μία ιδιαιτερότητα στις αναδυόμενες αγορές, όσον αφορά το χρηματιστήριο του Βιετνάμ – το οποίο, παρά το ότι εκτοξεύθηκε κυριολεκτικά στα ύψη από τις τοποθετήσεις των ξένων, παραμένει ενδιαφέρον συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής.

Οι αυξήσεις των δεικτών όμως που διαπιστώθηκαν σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στη Βραζιλία (+9,77% τον Αύγουστο) και στην Αργεντινή (υπερδιπλασιασμός σε ένα έτος), οφείλονται κυρίως στο μεγάλο πληθωρισμό – ένα ενδεχόμενο που επεξηγεί τις αυξήσεις του ιαπωνικού χρηματιστηρίου, παρά το ότι η χώρα είναι αθεράπευτα υπερχρεωμένη.

.

Η Ελλάδα

Οι προβλέψεις για την Ελλάδα είναι πολύ επισφαλείς, παρά το ότι αναβαθμίσθηκε στο Β+ από την S&P, ενώ ακούγονται θετικά σχόλια για τις μελλοντικές προοπτικές της (μέσα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% τα επόμενα χρόνια, περιορισμός του χρέους στο 164% το 2017, από 177% το 2014, βιωσιμότητα του χρέους κοκ.).

Τα «τρίδυμα», μεγάλα προβλήματα της συνεχίζουν να είναι η ανεργία, ο ρυθμός ανάπτυξης, καθώς επίσης το εμπορικό έλλειμμα – ενώ δύσκολα πιστεύει κανείς πως θα ακολουθήσει ανάπτυξη, χωρίς επενδύσεις, με εξαιρετικά προβληματική τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, με αδύναμες τράπεζες (επισφάλειες), με ανύπαρκτα δημοσιονομικά μέτρα, με μηδενικές σχεδόν δημόσιες επενδύσεις, καθώς επίσης με μία συνεχώς χαμηλότερη ζήτηση.

Όσον αφορά τον περιορισμό του χρέους, παρά το ότι ο δανεισμός της χώρας από την Τρόικα χαρακτηρίζεται από ελάχιστα ονομαστικά επιτόκια (της τάξης του 2,3%), τα πραγματικά (πάνω από 2,6%) συνεχίζουν να είναι υψηλότερα από το ρυθμό ανάπτυξης (-0,3%) – οπότε δεν μπορεί να μειωθεί το δημόσιο χρέος, εάν δεν εξοικονομηθεί αυτό το 2,6% από τις δαπάνες του προϋπολογισμού (κάτι που δεν θεωρούμε εύκολα εφικτό).

Εάν δε σημειώσει κανείς πως τα επιτόκια, με τα οποία δανείζεται από τις αγορές (ελληνικές τράπεζες) είναι της τάξης του 5%, οπότε ο ρυθμός ανάπτυξης θα έπρεπε να τα υπερβαίνει για να μειωθεί το χρέος, τότε οι προοπτικές επιδεινώνονται περαιτέρω – ειδικά επειδή σήμερα έχει χάσει το σημαντικότερο πλεονέκτημα της: το χαμηλό ιδιωτικό χρέος.

Το χρηματιστήριο βέβαια είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα (1.161 μονάδες), τα οποία όμως αιτιολογούνται απόλυτα από τα μειωμένα, λόγω ύφεσης (αποπληθωρισμού), έσοδα των επιχειρήσεων. Οι τράπεζες δε, ειδικά αυτές με λογιστικές αξίες που υπερβαίνουν το 100% (1,0), δεν μπορούν να θεωρηθούν υποτιμημένες – επίσης όχι εκείνες οι εταιρείες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλο δανεισμό, όπως για παράδειγμα η ΔΕΗ (10,8 δις € έναντι ετησίου κύκλου εργασιών περί τα 6 δις € – διπλάσια χρέη από την καθαρή της θέση).

Φυσικά υπάρχουν εταιρείες με αξιόλογα οικονομικά στοιχεία και με μικρές υποχρεώσεις (345 εκ. €), καθώς επίσης με σημαντική κερδοφορία, όπως ο ΟΠΑΠ – η λογιστική του όμως αξία δεν είναι χαμηλή (3,32). Σε γενικές γραμμές δε, η «ανάκτηση» της οικονομίας (recovery), η οποία θα εκτόξευε τις τιμές των μετοχών, δεν φαίνεται ακόμη – ενώ αμφιβάλλουμε εάν ποτέ επιτευχθεί, χωρίς μία μεγάλη διαγραφή χρέους, παράλληλα με «γενναία» αναπτυξιακά μέτρα, μέσω εξωτερικής βοήθειας της χώρας.

.

Exit mobile version