Site icon The Analyst

Αποπληθωρισμός, η θανατηφόρα νόσος

Αποπληθωρισμός,-η-θανατηφόρα-νόσος-Εξ.

Αποπληθωρισμός,-η-θανατηφόρα-νόσος

Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι, το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, με επιτόκια δεκαετούς δανεισμού της τάξης του 5%, καθώς επίσης με την οικονομία σε αποπληθωρισμό, ειδικά όταν διοικεί τη χώρα, είναι κυριολεκτικά επικίνδυνος.      

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ο αποπληθωρισμός, ο αρνητικός πληθωρισμός με άλλα λόγια, θεωρείται από τους κεντρικούς τραπεζίτες, τους βασικούς υπεύθυνους της εκάστοτε νομισματικής πολιτικής, ως μία εξαιρετικά επικίνδυνη και συχνά θανατηφόρα ασθένεια μίας οικονομίας: η οποία πρέπει με κάθε θυσία να αποφεύγεται, όσο πιο έγκαιρα είναι δυνατόν επειδή, όπως και στις ασθένειες της ανθρώπινης υγείας, η πρόληψη, καθώς επίσης η έγκαιρη διάγνωση, καθιστούν αρκετά ευκολότερη τη θεραπεία.

Αναλυτικότερα, ο πληθωρισμός είναι η αύξηση των τιμών των προϊόντων, κατά ένα ορισμένο ποσοστό ετήσια, ενώ ο αποπληθωρισμός το ακριβώς αντίθετο του: η πτώση των τιμών. Σημείο αναφοράς είναι οι τιμές όλων των αγαθών σε μία οικονομία, για τη μέτρηση των οποίων χρησιμοποιούνται διάφοροι μέθοδοι (καλάθι νοικοκυράς κοκ.).

Από την πλευρά των χρημάτων, ο πληθωρισμός σημαίνει πως η αξία των χρημάτων μειώνεται, σε όρους αγοραστικής δύναμης, επειδή με το ίδιο ποσόν αγοράζει κανείς συνεχώς λιγότερα προϊόντα. Αντίθετα, ο αποπληθωρισμός χαρακτηρίζεται από την αύξηση της αξίας των χρημάτων, επειδή με τα ίδια χρήματα αγοράζει κανείς περισσότερα προϊόντα, αφού οι τιμές τους μειώνονται.

Στα πλαίσια αυτά, δεν είναι κατανοητό στους ανθρώπους γιατί ο αποπληθωρισμός είναι επικίνδυνος, αφού αυξάνει την αγοραστική αξία των χρημάτων τους, ωφελώντας τους. Αντίθετα, γνωρίζουν πολύ καλά πως ο πληθωρισμός είναι ζημιογόνος για τους ίδιους, επειδή με τα ίδια χρήματα αγοράζουν όλο και λιγότερα αγαθά, εις βάρος του βιοτικού τους επιπέδου.

Επομένως, δεν ανησυχούν καθόλου όταν βλέπουν πτώση στις τιμές, όπως συνεχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ή στην Ευρωζώνη σήμερα (γράφημα).

 .

 .

Ακούγοντας δε πως οι κεντρικοί τραπεζίτες, η ΕΚΤ εν προκειμένω, αγωνίζονται για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του αποπληθωρισμού, μειώνοντας συνεχώς τα βασικά επιτόκια, παράλληλα με την αύξηση της ποσότητας χρήματος σε επίπεδα κατά πολύ υψηλότερα από τα αιτιολογημένα (πάνω από 100%, όταν το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά περίπου 15% μετά τη δημιουργία της), αδυνατούν να καταλάβουν την αγωνία τους.

Για την ευκολότερη κατανόηση του προβλήματος λοιπόν, ακολουθεί η παρακάτω ανάλυση, βασιζόμενη σε μία αντίστοιχη (F&W), η οποία διευκολύνει αυτούς που δεν έχουν (και δεν είναι υποχρεωμένοι να έχουν) επαρκείς οικονομικές γνώσεις.

.

Ο αποπληθωρισμός προσφοράς, ως το αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικότητας

Όταν οι τιμές των εμπορευμάτων μειώνονται συνεχώς, θα μπορούσε να είναι θετικό για μία οικονομία στο σύνολο της, εάν είναι το αποτέλεσμα νεωτεριστικών μεθόδων παραγωγής σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης (ελάχιστης ανεργίας). Οι μέθοδοι αυτοί βοηθούν την τεχνολογική πρόοδο, οπότε πυροδοτούν την αύξηση της παραγωγικότητας: η οποία με τη σειρά της μειώνει το κόστος παραγωγής των προϊόντων και επομένως τις τιμές πώλησης τους.

Το γεγονός αυτό φαίνεται πολύ συχνά σε ορισμένα προϊόντα, όπως στα ηλεκτρονικά, για τα οποία πληρώνει κανείς όλο και λιγότερα χρήματα, αγοράζοντας συνεχώς καλύτερα προϊόντα. Εδώ δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς πως οι χαμηλότερες τιμές αποτελούν πρόβλημα για την οικονομία της χώρας, όπου οι φθηνότερες τιμές σε αυτήν την περίπτωση ονομάζονται «αποπληθωρισμός, λόγω προσφοράς».

Κάτι τέτοιο όμως δεν συναντάται στο σύνολο των προϊόντων μίας οικονομίας ή, τουλάχιστον, είναι εξαιρετικά σπάνιο και αδύνατον να συμβεί, εντός ενός περιορισμένου χρονικού διαστήματος.

.

Ο αποπληθωρισμός ζήτησης, ως το αποτέλεσμα μίας περιορισμένης (recession) ή μεγάλης (depression) ύφεσης 

Εδώ πρόκειται για το αποτέλεσμα της μείωσης ή της κατάρρευσης της ζήτησης προϊόντων σε μία οικονομία, η οποία οδηγεί τόσο την κατανάλωση, όσο και τις επενδύσεις στο ναδίρ. Επειδή δε σε μία τέτοια περίπτωση τα έσοδα του κράτους μειώνονται, λόγω περιορισμού του ΑΕΠ (για παράδειγμα, τα έσοδα της Ελλάδας, με ποσοστό υποθετικά 25% επί του ΑΕΠ, από 60 δις € όταν το ΑΕΠ ήταν 240 δις €, θα περιορίζονταν στα 45 δις € με το ίδιο ποσοστό), το δημόσιο υποχρεώνεται να μειώσει τις δαπάνες του, αυξάνοντας ταυτόχρονα τους φόρους.

Υποχρεώνεται βέβαια τότε μόνο να το κάνει, όταν δεν μπορεί να καλύψει τη διαφορά στα έσοδα του, από την αύξηση των καθαρών εξαγωγών (εξαγωγές μείον τις εισαγωγές),

.

(α)  είτε επειδή δεν μπορεί να μειώσει την ισοτιμία του νομίσματος του για να γίνουν φθηνότερα τα εξαγόμενα προϊόντα του και ακριβότερα τα εισαγόμενα (όπως στην περίπτωση των χωρών της Ευρωζώνης), οπότε να αυξηθούν οι εξαγωγές και να μειωθούν οι εισαγωγές,

(β)  είτε επειδή είναι αδύνατη η αύξηση των εξαγωγών, παρά τη μείωση της ισοτιμίας, λόγω του ότι πολλές άλλες χώρες υποφέρουν ανάλογα και κάνουν το ίδιο (όπως συμβαίνει επίσης σήμερα στον πλανήτη, με αποτέλεσμα να μην ωφελεί ούτε η εσωτερική υποτίμηση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, όπως δεν θα ωφελούσε και μία πραγματική υποτίμηση).

.

Οι ενέργειες αυτές (μείωση των δημοσίων δαπανών, αύξηση των φόρων), πόσο μάλλον όταν δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα, θέτουν σε λειτουργία τον «καθοδικό σπειροειδή κύκλο του διαβόλου», οδηγώντας μία οικονομία σε βαθιά (recession) ή σε μεγάλη ύφεση (depression).

Οι συνέπειες είναι η συνεχώς χαμηλότερη χρήση του παραγωγικού μηχανισμού (ανθρώπινου και υλικού) μίας χώρας, ο μηδενισμός των επενδύσεων, οι μαζικές απολύσεις εργαζομένων, καθώς επίσης η πτώση των τιμών των προϊόντων, επειδή οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να τα πουλήσουν.

To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)

Αυτό ακριβώς συνέβη τη δεκαετία του 1930 (Μεγάλη Ύφεση), ενώ πολλές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, βιώνουν κάτι ανάλογο σήμερα. Ειδικά στην Ελλάδα, οδηγηθήκαμε σε εποχές στασιμοπληθωρισμού (αύξηση των τιμών εν μέσω ύφεσης), παράλληλα με μία πρωτοφανή στα χρονικά μείωση των ονομαστικών αμοιβών, οι οποίες έφεραν στα όρια τον πληθυσμό της χώρας, εξαθλιώνοντας τον.

 .

 .

Στο προηγούμενο διάγραμμα φαίνεται η εξέλιξη των τιμών καταναλωτή στις Η.Π.Α., κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η μικρή «αναλαμπή» μετά το 1927 δημιούργησε εκείνη την πλασματική αισιοδοξία, η οποία οδήγησε στη φούσκα των χρηματιστηρίων που έσπασε το 1929, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα.

Κάτι ανάλογο παρατηρείται σήμερα σε αρκετές χώρες, πολύ πιθανόν με τις ίδιες συνέπειες αργότερα. Η μείωση δε των ονομαστικών επιτοκίων των ομολόγων που παρατηρείται, δεν οφείλεται μόνο στις πυροσβεστικές παρεμβάσεις της ΕΚΤ, αλλά, επίσης, στον προβλεπόμενο αποπληθωρισμό: ο οποίος κάνει εξαιρετικά συμφέρουσες τις τοποθετήσεις σε ασφαλή κρατικά ή εταιρικά ομόλογα.

.

Η σημασία των πραγματικών επιτοκίων και το τέλος της συμβατικής νομισματικής πολιτικής

Το σημαντικότερο «οικονομικο-πολιτικό» εργαλείο στα χέρια των κεντρικών τραπεζών είναι συνήθως το βασικό επιτόκιο. Εάν λοιπόν υπάρχουν δείγματα μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης από την πλευρά της ζήτησης, όπως το αναλύσαμε παραπάνω, τότε η κεντρική τράπεζα μπορεί να μειώσει το βασικό επιτόκιο, οπότε γενικά το κόστος του χρήματος.

Η ενέργεια αυτή έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους των επενδύσεων, καθώς επίσης των δανείων, οπότε την αύξηση των τιμών των παγίων περιουσιακών στοιχείων. Η αιτία είναι το ότι, τα χαμηλότερα επιτόκια οδηγούν στην αύξηση των μελλοντικών κερδών (λόγω μείωσης του δανειακού κόστους), οπότε στη μεγαλύτερη απόδοση και στην αξία τους. Ακριβώς εδώ οφείλεται η αύξηση των τιμών των μετοχών, όταν μειώνονται τα επιτόκια (επίσης η μείωση τους, όταν αυξάνονται).

Εκτός αυτού, πυροδοτείται η κατανάλωση ενώ, επειδή το νόμισμα υποτιμάται (ανατιμάται όταν αυξάνονται τα βασικά επιτόκια), γίνονται ελκυστικότερες οι επενδύσεις σε άλλες χώρες, με την παράλληλη αύξηση των καθαρών εξαγωγών (εξαγωγές μείον τις εισαγωγές). Με απλά λόγια, ο ρυθμός ανάπτυξης μίας οικονομίας αυξάνεται, όταν μειώνονται τα βασικά επιτόκια, με εξαίρεση όμως εκείνη την περίπτωση, κατά την οποία πολλές χώρες μαζί κάνουν το ίδιο (όπως συμβαίνει σήμερα).

Αυτό που έχει αποφασιστική σημασία όμως δεν είναι τα ονομαστικά επιτόκια, αλλά τα πραγματικά: δηλαδή, αυτά που διαμορφώνονται μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού ή την πρόσθεση του αποπληθωρισμού. Για παράδειγμα, εάν λαμβάνει κανείς επιτόκιο για τις καταθέσεις του ύψους 2%, ενώ ο πληθωρισμός είναι 3%, τότε ουσιαστικά χάνει κάθε χρόνο το 1% της αγοραστικής αξίας των χρημάτων του. Το πραγματικό επιτόκιο στην προκειμένη περίπτωση είναι -1%.

Στην περίπτωση του αποπληθωρισμού, εάν λαμβάνει κανείς 2% επιτόκιο, ενώ ο αποπληθωρισμός είναι -1%, τότε κερδίζει κάθε χρόνο 3%. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με αυτόν που δανείζεται χρήματα αφού, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, εάν το κράτος δανείζεται με επιτόκιο 5%, ενώ ο αποπληθωρισμός είναι -1%, τότε το πραγματικό επιτόκιο που πληρώνει είναι 6%. Όταν δε ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μικρότερος από το πραγματικό επιτόκιο, αυξάνεται το δημόσιο χρέος, εάν η διαφορά δεν καλύπτεται από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού.

Περαιτέρω, όταν μία κεντρική τράπεζα προσπαθεί να αντιμετωπίσει μία ύφεση (κρίση), τότε μειώνει το βασικό της επιτόκιο. Εάν όμως καθυστερήσει να το κάνει, τότε η ύφεση επιδεινώνεται, ο πληθωρισμός μειώνεται δηλαδή ραγδαία, ενώ μπορεί να καταλήξει σε αποπληθωρισμό. Μόνο και μόνο όμως η ύπαρξη αποπληθωρισμού, αυξάνει τα πραγματικά επιτόκια, ακόμη και όταν τα ονομαστικά είναι μηδενικά.

Επομένως, εάν η κεντρική τράπεζα καταλήξει να έχει μηδενικά επιτόκια, όπως σήμερα η ΕΚΤ, τότε έχει οδηγηθεί στην ονομαζόμενη «παγίδα ρευστότητας». Εκείνη τη στιγμή αυτό που της απομένει είναι η λήψη μη συμβατικών μέτρων (αρνητικά βασικά επιτόκια, αύξηση της ποσότητας χρήματος), τα αποτελέσματα των οποίων όμως δεν είναι καθαρά, με στόχο να αποφύγει την περαιτέρω επιδείνωση της κρίσης.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται προ πολλού σε αυτήν την κατάσταση, αδυνατώντας να ξεφύγει. Όταν δε κάποιος ισχυρίζεται ότι, το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, με επιτόκια δεκαετούς δανεισμού της τάξης του 5%, καθώς επίσης με την οικονομία σε αποπληθωρισμό, πόσο μάλλον όταν διοικεί τη χώρα, είναι κυριολεκτικά επικίνδυνος.

.

Επιμύθιο

Στο αμέσως επόμενο, δεύτερο μέρος του κειμένου, θα αναφερθώ στον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι «προσμονές» (προβλέψεις) στο θέμα του αποπληθωρισμού, στο πόσο σημαντική είναι η διατήρηση μετρητών χρημάτων, στη νομοτελειακή αύξηση των χρεών σε περιόδους αποπληθωρισμού, δημοσίων και ιδιωτικών, στο πρόβλημα των μισθών, καθώς επίσης στις κατάλληλες επενδύσεις ή τοποθετήσεις σε τέτοιες εποχές.

Επειδή δε η Ελλάδα ευρίσκεται σε ένα πραγματικό αδιέξοδο, με την αξία των παγίων περιουσιακών της στοιχείων να καταρρέει, χωρίς τη νομισματική της κυριαρχία, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της ήδη εξαθλιωμένο και με τεράστια εξωτερικά χρέη, εκτεθειμένη παράλληλα σε ένα εξαιρετικά προβληματικό παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, θα ήταν καλύτερα να αποφεύγονται τα μεγάλα λόγια από όλους τους πολιτικούς.

Σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο δεν φαίνεται φως στο τούνελ, αλλά και δεν γνωρίζει κανείς το δρόμο που οδηγεί στην έξοδο του, εάν υποθέσουμε πως υπάρχει κάποιος. Χωρίς εξωτερική βοήθεια δε, υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι εντελώς αδύνατη η καταπολέμηση της κρίσης, ακόμη και αν είχαμε έναν ηγέτη, κυριολεκτικά με θεϊκές ικανότητες.

Exit mobile version