
Είναι μία συχνή και σοβαρή ασθένεια, η οποία δεν πρέπει να υποτιμάται, επειδή συνδέεται με μεγάλες πιέσεις στις επιδόσεις των ανθρώπων, καθώς επίσης με ένα αυξημένο ποσοστό αυτοκτονιών
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Η κρίση χρέους, η οποία δυστυχώς δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθεί ειρηνικά (εκτός εάν επιτευχθεί μια ανάλογη διεθνής συμφωνία, όπως αυτή του Bretton Woods, η οποία να συμπεριλαμβάνει πάγωμα ή διαγραφή χρεών σε παγκόσμια κλίμακα), έχει φέρει πολλές ασθένειες στην επιφάνεια – όχι μόνο βιολογικές αλλά και ψυχικές.
Μία από αυτές που δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν τόσο σοβαρά, όσο θα έπρεπε, είναι η «κοινωνική φοβία» – η οποία είναι πολύ πιο επώδυνη για τους νέους σήμερα, λόγω της κλιμάκωσης της ανεργίας, σε τρομακτικά επίπεδα. Στα πλαίσια αυτά θεωρήσαμε σκόπιμο να αναφερθούμε στο θέμα, φιλοδοξώντας να συνεχίσουμε την προσπάθεια και στο μέλλον – με άλλου είδους ψυχικές ασθένειες, οι οποίες δυστυχώς θα επηρεάζουν όλο και πιο πολύ την καθημερινότητα μας“.
.
Άποψη
Η Ευθυμία είναι μία 26χρονη υπάλληλος γραφείου, η οποία εργάζεται σε μία μικρομεσαία επιχείρηση λευκών ηλεκτρικών ειδών στην Αθήνα. Περιγράφει τη ζωή της ως άχρωμη, ήσυχη, χωρίς κάποιο ενδιαφέρον. Η καθημερινή της εργασία συμπεριλαμβάνει την απασχόληση με παραγγελίες πελατών, εν μέρει δε την έκδοση τιμολογίων. Οι «κοινωνικές αλληλεπιδράσεις» είναι πολύ σπάνιες στο χώρο εργασίας της.
Η Ευθυμία χαρακτηρίζει τις σχέσεις της με τους άλλους υπαλλήλους της επιχείρησης ως «επιφανειακές», ενώ «καλλιεργεί» τη μεγάλη επιθυμία να έχει στενότερες επαφές και φιλίες με άλλους ανθρώπους. Με πολύ σιγουριά δε εκφράζει το ότι, η απασχόληση της δεν ανταποκρίνεται σε αυτά που επιθυμεί από τη ζωή της, ούτε στα όνειρά της.
Από την άλλη πλευρά, δεν βλέπει τον εαυτό της αρκετά ικανό, για την άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας. Μία διαφορετική απασχόληση, την οποία θα ασκούσε με ευχαρίστηση, θα ήταν στο τμήμα των πωλήσεων ή στην εξυπηρέτηση πελατών – επομένως μία δραστηριότητα, η οποία εμπερικλείει ισχυρές κοινωνικές «συνιστώσες».
«Αυτό ακριβώς όμως είναι εκείνο που της προκαλεί το μεγαλύτερο φόβο», είναι η απάντηση της στην ερώτηση, γιατί δεν ανταποκρίνεται στην επιθυμία της για μία απασχόληση, η οποία εμπεριέχει κοινωνικά στοιχεία. “Έχω φορέσει μία μάσκα, έτσι ώστε να έχω το θάρρος να μιλήσω με κάποιον άλλο άνθρωπο. Ακόμη και τότε όμως, νοιώθω να με αγκαλιάζει ο θάνατος“. Η Ευθυμία είναι ενοχλημένη και νοιώθει άβολα, όταν καλείται να περιγράψει πιο αναλυτικά μία κοινωνική επαφή της, με κάποιον άλλον υπάλληλο – λέγοντας στη συνέχεια τα εξής:
“Τον γνωρίζω ήδη δύο χρόνια και ακόμη κοιτάζω αλλού, όταν μου μιλάει. Δεν ξέρω καν, εάν θα πρέπει να τον χαιρετάω το πρωί. Θα μπορούσε να σκεφτεί πως όλα αυτά που λέω είναι γελοία. Είμαι μία ανόητη. Δεν μου αρέσει καθόλου που με πλησιάζει, όταν συζητάμε. Θα μπορούσε άλλωστε να δει πώς τρέμουν τα χείλη μου. Ποτέ δεν μπορώ να πω αυτά που πράγματι θέλω να πω.
Πιστεύω ακόμη και ότι τραυλίζω. Όταν με ακούει να τραυλίζω, θα σκέφτεται σίγουρα πως είμαι καθυστερημένη. Παγώνω κυριολεκτικά και η κάτω γνάθος, το σαγόνι μου, παγώνει επίσης. Είχα μία τόσο άβολη αίσθηση, σαν να υπήρχε κόλα ανάμεσα στα δόντια μου. Πολλές φορές μου προξενεί πόνο. Κρύος ιδρώτας τρέχει στην πλάτη μου, αλλά την ίδια στιγμή καίγονται τα μάγουλα μου και το στήθος μου. Προσπαθώ από τις εκφράσεις του προσώπου του να καταλάβω, εάν με κοιτάζει παραξενεμένος.
Δεν καταφέρνω να πω ποτέ όλα αυτά που στην πραγματικότητα θέλω να πω, επειδή το μυαλό μου αδειάζει απότομα. Όταν μεσολαβήσει σιωπή ανάμεσα μας, προσπαθώ να την αποφύγω και να σκεφτώ θέματα, στα οποία θα μπορούσα να αναφερθώ. Εν τούτοις τα δοκιμάζω, τα προβάρω δηλαδή τόσο πολύ στις σκέψεις μου, ώστε δεν προλαβαίνω ποτέ να πω κάτι.
Δεν ανοίγω άλλωστε καθόλου συζητήσεις, επειδή δεν είμαι αρκετά ενδιαφέρουσα. Μετά από λίγα μόλις λεπτά πρέπει να πάω στην τουαλέτα. Με τον τρόπο αυτό ξεφεύγω από τις συνομιλίες. Όταν βρεθώ στην τουαλέτα, ακουμπάω στην πόρτα από τη μέσα πλευρά και προσπαθώ με μεγάλη προσοχή να διαπιστώσω, μήπως ακούγονται βήματα.
Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα, εάν δεν βεβαιωθώ ότι τα βήματα έχουν απομακρυνθεί αρκετά από την τουαλέτα, καθώς επίσης ότι κανένας δεν με ακούει. Συνήθως περιμένω μέχρι να τελειώσω τη δουλειά και να γυρίσω σπίτι μου, έτσι ώστε να πάω με την ησυχία μου στην τουαλέτα“.
Η Ευθυμία εκφράζει τη μεγάλη επιθυμία της, το κίνητρο της να αλλάξει τη ζωή της. Θέλει να νοιώθει πιο άνετα σε καταστάσεις, οι οποίες εμπεριέχουν κοινωνικές «αλληλεπιδράσεις». “Δεν θέλω να μοιάζει κάθε συζήτηση, με ένα προσωπικό πεδίο μάχης. Επιθυμώ να δημιουργήσω νέες επαφές και να βιώσω φιλίες“.
.
Η κοινωνική Φοβία: Θεωρητικό Υπόβαθρο
Η κοινωνική φοβία (αγχώδης κοινωνική διαταραχή) είναι μία συχνή και σοβαρή ασθένεια, η οποία δεν πρέπει να υποτιμάται, επειδή συνδέεται με μεγάλες πιέσεις στις επιδόσεις των ανθρώπων, καθώς επίσης με ένα αυξημένο ποσοστό αυτοκτονιών. Χαρακτηριστικό της κοινωνικής φοβίας είναι ο υπερβολικός και μη ρεαλιστικός φόβος, να αξιολογηθεί κανείς αρνητικά από άλλους ανθρώπους.
Ξεκινάει συχνά στην εφηβική ηλικία (Bandelow & Wedekind). Οι πάσχοντες φοβούνται ότι αντιμετωπίζονται επικριτικά, με σκεπτικισμό δηλαδή, λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης ή της συμπεριφοράς τους. Ο φόβος εξωτερικεύεται με σωματικά συμπτώματα όπως, για παράδειγμα, με ταχυκαρδία και με εφίδρωση. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να εξελιχθούν σε μία κρίση πανικού.
Οι ασθενείς φοβούνται, όπως η Ευθυμία, ότι θα μπορούσε να δει κανείς τα συμπτώματα του φόβου τους. Η απ’ ευθείας οπτική επαφή βιώνεται ως επιβάρυνση, οπότε οι «πάσχοντες» προτιμούν να αποφεύγουν τις κοινωνικές συναναστροφές. Ελάχιστοι μόνο ασθενείς αναζητούν θεραπεία. Τα άτομα με κοινωνική φοβία γνωρίζουν σπανιότερα έναν σύντροφο, λόγω των φόβων τους να έλθουν σε επαφή με το αντίθετο φύλο.
Συχνότερα προσβάλλονται οι ηλικίες μεταξύ 30 και 44 ετών, οι οποίες ακολουθούνται με ελάχιστη απόσταση από την ηλικιακή ομάδα μεταξύ 18 και 29 ετών. Η κοινωνική φοβία εμφανίζεται συνήθως σε οικογένειες, έχει δηλαδή «γενετική προέλευση» και πολύ συχνά οι ασθενείς υποφέρουν όχι μόνο από κοινωνική φοβία αλλά, επίσης, από άλλες υφιστάμενες ψυχικές ασθένειες.
Συζητούνται πολλές πιθανές αιτίες για την κοινωνική φοβία. Για παράδειγμα, μία θεωρία υποθέτει ότι, οι άνθρωποι με κοινωνική φοβία χαρακτηρίζονται από γνωστικές ιδιαιτερότητες. Οι «ιδιαιτερότητες» αυτές οδηγούν σε μη ρεαλιστικές εκτιμήσεις κοινωνικών καταστάσεων από τους ασθενείς, όπως επίσης σε πολύ υψηλά «πρότυπα» (standards), όσον αφορά την αυτοκριτική τους.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Τα διαγνωστικά κριτήρια μίας κοινωνικής φοβίας (σύμφωνα με το DSM-4)
Για να μπορέσει κανείς να διαγνώσει μία κοινωνική φοβία, θα πρέπει να ικανοποιούνται τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) Επίμονος φόβος ενώπιον κοινωνικών καταστάσεων ή επιδόσεων, στις οποίες ο «ασθενής» έρχεται σε αντιπαράθεση με άλλους ανθρώπους και αξιολογείται ή κρίνεται από αυτούς. Η ανησυχία του έγκειται στο ότι ίσως δείξει ενοχλημένη ή ταπεινωτική συμπεριφορά.
(β) Η αντιπαράθεση οδηγεί σχεδόν πάντοτε σε φοβικές αντιδράσεις, οι οποίες μπορούν να εξελιχθούν σε κρίσεις πανικού.
(γ) Ο «ασθενής» αναγνωρίζει ότι, ο φόβος του είναι υπερβολικός ή ατεκμηρίωτος.
(δ) Οι επίφοβες καταστάσεις είτε αποφεύγονται, είτε αντιμετωπίζονται με ισχυρό φόβο, είτε άβολα – κατά κάποιον τρόπο με «αδιαθεσία».
(ε) Επιβαρύνεται σημαντικά ο τρόπος ζωής του ατόμου ή αντιμετωπίζει σημαντικές ταλαιπωρίες.
(στ) Η διάρκεια υπολογίζεται σε άτομα κάτω των 18 ετών τουλάχιστον σε έξι μήνες.
(ζ) Τα συμπτώματα δεν οφείλονται στις σωματικές επιδράσεις/επιπτώσεις μίας ουσίας ή μιας γενικής (παθολογικής) ιατρικής κατάστασης, ενώ δεν επεξηγούνται καλύτερα μέσω ενός άλλου ψυχικού σφάλματος.
(η) Εάν τυχόν υπάρχει μία γενική ιατρική κατάσταση (σωματική ασθένεια) ή ένα άλλο ψυχικό σφάλμα, τότε δεν τοποθετείται μαζί με το Κριτήριο Α.
.
Η ψυχολογική εξέταση
Για την ψυχολογική της εξέταση η Ευθυμία απευθύνθηκε στην σπουδάστρια ψυχολογίας από τη Χαιδελβέργη, ασκούμενη στο http://www.analyst.gr, Νίνα Βιλιάρδου. Με την προϋπόθεση της διατήρησης της ανωνυμίας της, καθώς επίσης της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων, η Ευθυμία συμφώνησε με τη δημοσίευση της ιστορίας της, καθώς επίσης με τα αποτελέσματα του τεστ που διενεργήθηκε στο http://www.analyst.gr. Η ψυχολογική εξέταση διήρκεσε τρεις ημέρες.
.
(α) Την πρώτη ημέρα πραγματοποιήθηκε μία προκαταρκτική συνάντηση, κατά τη διάρκεια της οποίας η Ευθυμία περιέγραψε την κατάσταση και την ιστορία της ζωής της. Η σύντομη ματιά στη ζωή της Ευθυμίας, καθώς επίσης στον κόσμο των συναισθημάτων της, την οποία διαβάσατε στην αρχή αυτού του άρθρου, προέρχεται από τη συγκεκριμένη προκαταρκτική συνάντηση.
Την ίδια ημέρα «βγήκε» από τη συνομιλία το ότι, το κυριότερο πρόβλημα/παράπονο της, ήταν η κοινωνική απομόνωση, καθώς επίσης τα συμπτώματα φόβου που την καταλάμβαναν, κατά τη διάρκεια των κοινωνικών της αλληλεπιδράσεων. Συμφωνήθηκε λοιπόν πως η ψυχολογική εξέταση θα επικεντρωνόταν σε αυτά τα κοινωνικά «συστατικά στοιχεία».
.
(β) Τη δεύτερη ημέρα «βάθυνε» η ψυχολογική εξέταση. Πραγματοποιήθηκε μία ολοκληρωμένη κλινική συνέντευξη, το SCID-I. Η συνέντευξη αυτή είναι ένα διαγνωστικό εργαλείο που συμπεριλαμβάνει πολλές ερωτήσεις, η απάντηση των οποίων «προσφέρει λεπτομερείς κατευθύνσεις σε υφιστάμενες ή μη υφιστάμενες ψυχικές επιβαρύνσεις.
Αυτή η συνέντευξη αναζητάει (ερευνάει), μέσω των σύγχρονων διαγνωστικών κριτηρίων, τα εκάστοτε ψυχικά σφάλματα. Ένα δείγμα ερώτησης θα ήταν η εξής: “Έχετε την άποψη πως ο φόβος σας είναι ισχυρότερος, από ότι θα ήταν λογικό;“.
Ακόμη και αν εμφανίσθηκαν περισσότερες «δυσφορίες», το συγκεκριμένο άρθρο θα συνεχίσει να περιορίζεται και να επικεντρώνεται στις «κοινωνικές συνιστώσες».
.
(γ) Την τελευταία ημέρα της εξέτασης ζητήθηκε από την Ευθυμία να συμπληρώσει ένα έντυπο (εργαλείο) αυτοαξιολόγησης, με την ονομασία SIAS (Social Interaction Anxiety Scale – κλίμακα άγχους κοινωνικής αλληλεπίδρασης). Πρόκειται για ένα ερωτηματολόγιο, για την ανίχνευση του άγχους σε καταστάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
.
Τα αποτελέσματα του τεστ και η ερμηνεία τους
Η κλινική συνέντευξη έδειξε, στον τομέα της κοινωνικής φοβίας, μία ολοκληρωμένη συμφωνία των διαγνωστικών κριτηρίων της αγχώδους αυτής διαταραχής (φόβου). Μία ερώτηση από αυτήν τη συνέντευξη θα ήταν η εξής: “Πόσο πολύ νοιώθετε επιβαρυμένη από αυτόν το φόβο;“.
Η Ευθυμία απάντησε πως αισθανόταν πολύ επιβαρυμένη. Ο φόβος καθόριζε την επαγγελματική της ζωή, σε σχέση με την επιλογή του επαγγέλματος της – καθώς επίσης την ιδιωτική της ζωή, με την έννοια πως αντιμετώπιζε μεγάλους περιορισμούς, όσον αφορά τη γνωριμία άλλων ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης διαπιστώθηκε επίσης ότι, αυτός ο Προβληματισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εφηβικής της ηλικίας.
Το ερωτηματολόγιο SIAS (Social Interaction Anxiety Scale) είχε μία συνολική αξιολόγηση 62 βαθμών. Πρόκειται για μία πολύ υψηλή αξιολόγηση, η οποία επισημαίνει σαφώς την ύπαρξη κοινωνικής φοβίας. Ένα δείγμα ερώτησης είναι το εάν αντιμετώπιζε δυσκολίες, όταν την κοίταζαν απ’ ευθείας στα μάτια. Η απάντηση της σε αυτήν την ερώτηση συγκέντρωσε το μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Οι βαθμοί στις εκάστοτε απαντήσεις που έδινε στις ερωτήσεις, αθροίστηκαν στη συνολική της βαθμολογία.
.
Θεραπεία
Είναι διαθέσιμες πολλές θεραπευτικές διαδικασίες, για την καταπολέμηση της κοινωνικής φοβίας. Η αποτελεσματικότητα της «γνωστικής συμπεριφοριστικής θεραπείας» (CBT – cognitive behavioral therapy) έχει τεκμηριωθεί σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες. Αυτός ο «τύπος» της θεραπείας απασχολείται, για παράδειγμα, με το μαθησιακό κοινωνικό τρόπο συμπεριφοράς, με τη μορφή των ασκήσεων, καθώς επίσης των παιχνιδιών ανάληψης ρόλων.
Ένα άλλο παράδειγμα της θεραπείας της συμπεριφοράς είναι η αντιπαράθεση. Απαιτείται, για παράδειγμα, από τον ασθενή, να εκτεθεί συνειδητά και δημόσια, σε μία για τον ίδιο εξαιρετικά ενοχλητική κατάσταση, καθώς επίσης να παρατηρήσει την αντίδραση του περιβάλλοντος.
Με τον τρόπο αυτό οφείλει να επιτευχθεί η εξοικείωση του με καταστάσεις που του προκαλούν φόβο ή να καλλιεργήσει την αυτό-αποτελεσματικότητα του (Bandelow & Wedekind, 2014).
Η «ίαση» μπορεί επίσης να επιδιωχθεί μέσω της ομαδικής θεραπείας. Σε αυτήν την περίπτωση, η αντιπαράθεση που προαναφέραμε λαμβάνει χώρα μέσα στην ομάδα, όπου κανείς, για παράδειγμα, παρουσιάζεται, συμμετέχει σε συζητήσεις και μιλάει δημόσια (Hiller, 2011). Η θεραπεία χωρίς φάρμακα, ανάλογα με το μέγεθος των «πιέσεων του ασθενούς, είναι εφικτή.
Τα τελευταία χρόνια διεξάγονται επίσης μελέτες, σχετικά με την «συμπεριφοριστική θεραπεία» που βασίζεται στο διαδίκτυο και στους υπολογιστές. Οι διαθέσιμες μέθοδοι θεραπείας είναι επομένως πολυάριθμες. Η αποτελεσματικότητα τους όμως εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη «βιώσιμη» σχέση θεραπευτή-ασθενή
.
Νίνα Βιλιάρδου, για το Analyst.gr
.
Βιβλιογραφία:
American Psychiatric Association (2000). Diagnostic and Statistical manual of mental disorders (4th ed., text rev.). Washington, DC. doi: 10.1176 / appi.books.9780890423349.7060.
Bandelow & Wedekind (2014). [GER] Social Phobia. CME Zertifizierte Fortbildung. E-Akademie, Springer.
Hiller, W. (2011). Lecture on clinical psychology: Social Phobia.
Mattick R.P. & Clark J.C. (1989). Social Interaction Anxiety Schale.
Michael B. First, M.D., Robert L. Spitzer, M.D., Miriam Gibbom, M.S.W., Janet B.W. Williams,D.S.W. (1997). Structured Clinical Interview for DSM-IV Axis I Disorders (SCID-I), Clinician Version.
