
Οι περιοχές, από τις οποίες προωθείται η παγκοσμιοποίηση εκ μέρους της ελίτ – η οποία γνωρίζει πως έχει έλθει το τέλος του «δημοκρατικού» νεοφιλελευθερισμού που επέβαλλε τη δεκαετία του ’80, οπότε θεωρεί πως πρέπει να τον διαδεχθεί ο ολοκληρωτισμός.
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
Η Ευρώπη κινδυνεύει όσο ίσως καμία άλλη ήπειρος από εκείνα τα «κέντρα αποφάσεων», τα οποία προωθούν με συνεχώς μεγαλύτερη «μανία» την παγκοσμιοποίηση – προς όφελος φυσικά της ελίτ και εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων. Τα «κέντρα» αυτά τοποθετούνται από τους ειδήμονες (πηγή: DWN), στις εξής πόλεις και χώρες, στις οποίες ευρίσκονται: Ουάσιγκτον και Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Βερολίνο και Φρανκφούρτη (ΕΚΤ), Βρυξέλλες (ΕΕ, Ευρωζώνη), Πεκίνο και Σαγκάη.
Οι πολυεθνικές, καθώς επίσης οι οργανώσεις της βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού κλάδου, εγκατεστημένες στα παραπάνω «κέντρα εξουσίας», χρηματοδοτούν και ελέγχουν σχεδόν απόλυτα την Πολιτική – έτσι ώστε να προωθούνται τα συμφέροντα τους. Φυσικά, τόσο το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών οικονομολόγων, όσο και αρκετοί δημοσιογράφοι «στρατευμένων» ΜΜΕ, προσφέρουν έναντι αμοιβής, υλικής ή άλλου είδους, τις υπηρεσίες τους στους κυρίαρχους του σύμπαντος.
Προφανώς δε όλοι μαζί προωθούν την παγκοσμιοποίηση, την οποία θεωρούν ως τη μοναδική σανίδα σωτηρίας τους – αφού γνωρίζουν πολύ καλά ότι, η αχόρταγη «απορρόφηση» του παγκόσμιου πλούτου εκ μέρους τους, την οποία δεν έχουν καν την ικανότητα, την εξυπνάδα ή την διορατικότητα να περιορίσουν σε κάποιο βαθμό, οδηγεί το δήθεν δημοκρατικό νεοφιλελευθερισμό που επέβαλλαν, στον οριστικό του θάνατο (άρθρο).
Επειδή τώρα η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δεν μπορεί να ανθήσει ή να επικρατήσει σε υπερβολικά μεγάλες χώρες ή περιοχές, στόχος τους είναι η κατάργηση των συνόρων – η οποία καθιστά σχεδόν υποχρεωτική τη διακυβέρνηση, μέσω δικτατορικών καθεστώτων (ανάλυση).
Στα πλαίσια αυτά αυξάνονται συνεχώς οι εξαγωγές με μεγαλύτερο ρυθμό (γράφημα), από ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ – έτσι ώστε οι χώρες να γίνονται όλο και λιγότερο αυτάρκεις, οπότε όλο και περισσότερο εξαρτημένες μεταξύ τους. Η εξάρτηση αυτή δε τις υποχρεώνει να ανοίγουν τα σύνορα τους, οπότε να ενισχύουν την παγκοσμιοποίηση – με φωτεινή εξαίρεση την Ινδία, η οποία αρνήθηκε να υπογράψει την παγκόσμια εμπορική συμφωνία, στα πλαίσια του ομώνυμου (WTO) διεθνούς οργανισμού (κάτι που συνέβη για πρώτη φορά, στην εικοσαετή λειτουργία του WTO).
.
Κόσμος – η εξέλιξη των εξαγωγών (μπλε) και του ΑΕΠ αντίστοιχα (κόκκινο).
.
Η αιτία της άρνησης της Ινδίας είναι η προϋπόθεση που έθεσε και η οποία δεν έγινε αποδεκτή – η διατήρηση δηλαδή των επιδοτήσεων που προσφέρει στους Πολίτες της, αναφορικά με τα είδη βασικής διατροφής τους. Η νέα κυβέρνηση της χώρας φαίνεται πως είναι η μοναδική διεθνώς που ενδιαφέρεται έμπρακτα για τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους – ενώ σχεδόν όλες οι άλλες κυβερνήσεις υπηρετούν την ελίτ.
Συνεχίζοντας, η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε χώρες με χαμηλό μισθολογικό κόστος, με ανύπαρκτα κοινωνικά συστήματα, καθώς επίσης με αδύναμα συνδικαλιστικά κινήματα – συνήθως δε σε κράτη με ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα όπως, για παράδειγμα, στη Κίνα
Η τάση αυτή δεν παρατηρείται βέβαια μόνο διεθνώς, αλλά και εντός της Ευρώπης, όπως φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί – σε χώρες δηλαδή, στις οποίες «προτάσσεται» η ανταγωνιστικότητα, η οποία ουσιαστικά «υποδηλώνει» αυξημένη παραγωγικότητα των εργαζομένων, με συγκριτικά χαμηλούς μισθούς.
.
Η βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη τον Απρίλιο του 2014 σε σύγκριση με το 2010 (Zypern = Κύπρος).
.
Στο προηγούμενο γράφημα, με αρνητικά νούμερα, καθώς επίσης με κόκκινες στήλες είναι εκείνες οι χώρες, στις οποίες μειώνεται η βιομηχανική παραγωγή (Κύπρος, Ελλάδα, Μάλτα, Κροατία, Ιταλία, Ισπανία), ενώ με μπλε αυτές που αυξάνεται (Γερμανία, Σλοβακία, Ρουμανία, Εσθονία). Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε πως ασφαλώς θα επρόκειτο για «μυθοπλασία», εάν ισχυριζόμαστε πως η Ελλάδα έχει αναπτυξιακές προοπτικές – με βάση τις παγκόσμιες, καθώς επίσης τις (ενδο)ευρωπαϊκές εξελίξεις.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Η Γερμανία ως ο νεοφιλελεύθερος ενισχυτής της τάσης
Συνεχίζοντας, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, δεν μπορεί κανένας να αναφέρεται σε συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού – με τη Γερμανία να λειτουργεί ως «νεοφιλελεύθερος ενισχυτής» της τάσης, σε πάρα πολλές περιπτώσεις.
Ειδικότερα, αγοράζει φθηνά «ημικατεργασμένα» προϊόντα από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τα κατεργάζεται στο εσωτερικό της με τη βοήθεια του εξαιρετικά παραγωγικού και ταυτόχρονα φθηνού εργατικού της δυναμικού, ενώ στη συνέχεια τα εξάγει – στις ίδιες χώρες ή σε άλλες.
Παράλληλα, τροφοδοτεί την Κίνα με μηχανήματα και εγκαταστάσεις υψηλής τεχνολογίας, έτσι ώστε να παράγονται εκεί καταναλωτικά βιομηχανικά προϊόντα με πολύ χαμηλό κόστος – λόγω των χαμηλών μισθών, της πλήρους εκμετάλλευσης των εργαζομένων, καθώς επίσης των μειωμένων κοινωνικών παροχών. Τα προϊόντα αυτά στη συνέχεια εξάγονται σε άλλες χώρες – καταστρέφοντας πολλές τοπικές βιομηχανίες και «δολοφονώντας» χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Το τεράστιο μειονέκτημα της Γερμανίας βέβαια είναι η έλλειψη ενέργειας, ειδικά μετά το κλείσιμο των πυρηνικών της εργοστασίων – με αποτέλεσμα να εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από τη Ρωσία. Στα πλαίσια αυτά, η τοποθέτηση της με την πλευρά των Η.Π.Α., όσον αφορά τη διένεξη των δύο μεγάλων δυνάμεων, απειλεί να πλήξει σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό της μοντέλο – ενώ χώρες όπως η Ελλάδα, στο υπέδαφος των οποίων ενδεχομένως υπάρχουν ενεργειακές πηγές, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τη Γερμανία.
Περαιτέρω, μέσα σε λίγα χρόνια μετά το άνοιγμα των συνόρων και το ξεκίνημα της εποχής της δεύτερης παγκοσμιοποίησης (1990), το μερίδιο των εξαγωγών της σημερινής Ευρωζώνης στον υπόλοιπο πλανήτη μειώθηκε – από το 38% στο 25% (γράφημα). Κάτι ανάλογο συνέβη και με τις εξαγωγές των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών της Δύσης – οι οποίες, από το 84% περίπου, περιορίσθηκαν στο 60%.
.
Η εξέλιξη των εξαγωγών εκ μέρους των αναπτυγμένων βιομηχανιών (μπλε) καθώς και της Ευρωζώνης (κόκκινο).
.
Ολοκληρώνοντας, παρά τη μείωση των εξαγωγών των χωρών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης της Δύσης συνολικά, οι γερμανικές εξαγωγές αυξήθηκαν – οπότε το μερίδιο τους εντός της Ευρώπης, καθώς επίσης εντός της Δύσης, εκτοξεύθηκε ουσιαστικά στα ύψη. Προφανώς όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συνεχιστεί, χωρίς να προκληθούν αναταραχές στο εσωτερικό και εξωτερικό της – ενδεχομένως διακρατικές συγκρούσεις.
.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας
Οι διασυνοριακές οικονομικές ροές των αναπτυγμένων βιομηχανικών κρατών έφτασαν, μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, στο 25% του ετησίου τους ΑΕΠ – ενώ, αν και στη συνέχεια κατέρρευσαν, άρχισαν ξανά να αυξάνονται (γράφημα). Την ίδια εποχή η μεταβλητότητα, καθώς επίσης η αδυναμία να προβλεφθούν οι κινήσεις των κεφαλαίων, κλιμακώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.
.
Οι διασυνοριακές οικονομικές ροές των αναπτυγμένων βιομηχανικών κρατών, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.
.
Οι παγκόσμιες συναλλαγές στις αγορές συναλλάγματος ξεπέρασαν τα 3,9 τρις $ ημερησίως – σχεδόν το 20πλάσιο του ημερησίου ΑΕΠ του πλανήτη. Το διεθνές εμπόριο δε με χρεόγραφα σε συνάλλαγμα και τόκους, ξεπέρασε τα 9,4 τρις $ την ημέρα – το 45πλάσιο του καθημερινού ΑΕΠ. Τα μεγέθη αυτά είναι προφανώς γιγαντιαία, αδύνατον να «αφομοιωθούν» από τον ανθρώπινο εγκέφαλο – ενώ συνεχίζουν να αυξάνονται, σχεδόν με καταιγιστικό ρυθμό.
Στο γράφημα που ακολουθεί, στην πρώτη στήλη αναγράφονται οι συναλλαγές με χρεόγραφα σε συνάλλαγμα και τόκους, στη δεύτερη οι αγοραπωλησίες συναλλάγματος και στην τρίτη το παγκόσμιο ΑΕΠ – σε ημερήσια βάση.
.
Οι συναλλαγές με χρεόγραφα σε συνάλλαγμα και τόκους, οι αγοραπωλησίες συναλλάγματος και το παγκόσμιο ΑΕΠ (σε ημερήσια βάση).
.
Ολοκληρώνοντας, οι «μνημειώδεις» αυτές εξελίξεις δεν επηρεάζουν μόνο την Οικονομία ή το χρηματοπιστωτικό τομέα αλλά, επίσης, τις τοπικές κουλτούρες των κρατών και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής των ανθρώπων – λόγω της παγκοσμίου δικτύωσης μεταξύ τους.
Η αμερικανική πρωτοκαθεδρία
Οι Η.Π.Α. κυριαρχούν στην παγκόσμια παραγωγή, καθώς επίσης στο εμπόριο με σύγχρονα «πολιτιστικά αγαθά» – έχοντας σχεδόν τετραπλασιάσει τις συναλλαγές τους με τα συγκεκριμένα προϊόντα, εντός των τελευταίων δεκαετιών, με συνεχώς ανοδική πορεία.
Ειδικότερα, πάνω από το 50% των πενήντα μεγαλύτερων παραγωγών οπτικοακουστικών προϊόντων διεθνώς ευρίσκονται στις Η.Π.Α. – ενώ το 85% των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών στον πλανήτη, γυρίζονται στο Hollywood. Οι «οπτικοακουστικές παραγωγές» ξεπέρασαν σε εξαγωγές για πρώτη φορά τα κλασσικά αμερικανικά εξαγωγικά προϊόντα (αυτοκίνητα, φορτηγά, γεωργικά είδη κλπ.) το 1996 – ενώ στην κορυφή ευρίσκονται όμιλοι, όπως η AOL-Time Warner, η Disney, καθώς επίσης η News Corporation.
Ταυτόχρονα οι Η.Π.Α. κυριαρχούν σε εκείνες τις τεχνολογίες, οι οποίες ευρίσκονται πίσω από την προώθηση των «πολιτιστικών προϊόντων» – κυρίως στο διαδίκτυο και στη δορυφορική τηλεόραση. Από τις 15 μεγαλύτερες διαδικτυακές εταιρείες, οι 13 είναι αμερικανικές, ενώ η 14η βρετανική – με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κατέχουν το 65% περίπου του παγκοσμίου εμπορίου της τεχνολογίας της πληροφορίας, καθώς επίσης το 75% του λογισμικού.
Μόλις έξι «μιντιακοί» όμιλοι κυριαρχούν σχεδόν μονοπωλιακά την παγκόσμια αγορά – η AOL Time Warner, η Disney, η Vivendi, η Viacom, η Bertelsmann και η News Corporation. Εδώ πρόκειται προφανώς για έναν τεράστιο μηχανισμό «πλύσης εγκεφάλου» και επιβολής μίας παγκόσμιας κουλτούρας, κατά τα αμερικανικά πρότυπα.
.
Τα συστημικά ρίσκα
Είναι προφανές πως η παγκοσμιοποίηση, ειδικά λόγω του ρυθμού, με τον οποίο επιβλήθηκε στον πλανήτη, έχει αυξήσει σε μεγάλο βαθμό τα «συστημικά ρίσκα» – αυτά δηλαδή που προκαλούνται από τυχόν βλάβες, σε ένα σημείο του συστήματος.
Αναλυτικότερα, στο παρελθόν τα μη δικτυωμένα μεταξύ τους κράτη, δεν ήταν τόσο «επιρρεπή», σε αυτά που συνέβαιναν σε κάποια άλλα – κάτι που δεν συμβαίνει πλέον σήμερα, όπως διαπιστώθηκε από την πρόσφατη αμερικανική κρίση, η οποία «μόλυνε» ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος βέβαια προέρχεται από την σύνδεση όλων σχεδόν των κρατών, με την «καρδιά» του σημερινού παγκοσμίου συστήματος: με τις Η.Π.Α. Στα πλαίσια αυτά, οτιδήποτε συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρο τον πλανήτη – γεγονός που συμπεραίνεται και από τα διεθνή χρηματιστήρια, τα οποία κινούνται στο ρυθμό της Fed και της Wall Street.
Ουσιαστικά λοιπόν για τις Η.Π.Α. ισχύει αυτό που έχουμε διαπιστώσει και με τις μεγάλες τράπεζες – σε μία φράση, «Πολύ μεγάλες για να αποτύχουν, πολύ μεγάλες για να φυλακιστούν» (Too big to fail, too big to jail).
.
Συμπέρασμα
Η παγκοσμιοποίηση, στη σημερινή της μορφή, ωφέλησε σίγουρα κάποιες χώρες, όπως η Κίνα, καθώς επίσης τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες – οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται στην παγκόσμια αγορά, με παγκόσμια προϊόντα, επιβάλλοντας τους όρους τους με οργανισμούς, όπως ο ΠΟΕ (WTO), με συμβάσεις, όπως η TTIP, ή με συνδίκους πτώχευσης, όπως το ΔΝΤ.
Για την πλειοψηφία όμως των Πολιτών των αναπτυγμένων οικονομιών ήταν και είναι καταστροφική – κυρίως επειδή έχουν πλέον εκτεθεί σε έναν απίστευτο μισθολογικό ανταγωνισμό με τις αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες χώρες, ο οποίος οδηγεί παράλληλα στην κατάρρευση του κοινωνικού τους κράτους.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ανεργία, η ανασφάλεια, καθώς επίσης η μείωση του βιοτικού τους επιπέδου θεωρούνται κάτι περισσότερο από βέβαιες – επί πλέον, οι οικονομικές κρίσεις, η αναβίωση των αυταρχικών καθεστώτων, οι κοινωνικές αναταραχές. καθώς επίσης οι διακρατικές συγκρούσεις.
Η κατάσταση φυσικά μπορεί να ανατραπεί. Προϋποθέτει όμως σίγουρα τον περιορισμό της δεύτερης παγκοσμιοποίησης, πριν οδηγηθούμε στα ίχνη της πρώτης – η οποία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και τελείωσε μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, με μία ύφεση άνευ προηγουμένου στο μεσοδιάστημα.
