Site icon The Analyst

Η Βραζιλία της ντροπής

Βραζιλία,-φαβέλες

Κάθε βράδυ δολοφονούνται «παιδιά του δρόμου», για να είναι οι βραζιλιάνικες πόλεις καθαρές κατά τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής γιορτής – έτσι ώστε να μην δυσαρεστηθούν οι δημοσιογράφοι και οι ξένοι τοκογλύφοι, αντικρίζοντας την εξαθλίωση

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

“Το σημερινό, νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν δημιουργεί βιώσιμη ευημερία, αλλά «σκλάβους του χρέους» – το βιοτικό επίπεδο των οποίων καταρρέει, όταν υποχωρήσει η ανάπτυξη”.

 

Άρθρο

Η παραπάνω είδηση (τίτλος) προκάλεσε πραγματικό σοκ, όταν γράφτηκε από τον ανεξάρτητο Δανό δημοσιογράφο, στη σελίδα του κοινωνικής δικτύωσης – ενώ μεταφράστηκε από γερμανικό μπλοκ, για να ενημερωθεί σωστά ο πλανήτης (πηγή).

Ο δημοσιογράφος, φανατικός οπαδός του αθλήματος, είχε ταξιδέψει στη Βραζιλία μερικούς μήνες πριν από το ξεκίνημα του Παγκοσμίου Κυπέλου, με στόχο να περιγράψει τις προετοιμασίες. Μεταξύ των διαφόρων πόλεων που επισκέφθηκε ήταν και η Fontaleza – μία από τις πιο βίαιες πόλεις της χώρας, η οποία «φιλοξενεί» έξι ποδοσφαιρικούς αγώνες, σε ένα πρόσφατα ανακαινισμένο στάδιο.

Αυτά όμως που βίωσε στην πόλη, του προκάλεσαν κυριολεκτικά «σοκ και δέος» – αφού, όπως είπε, “επρόκειτο για καθαρή φρίκη – για κάτι τόσο τρομακτικό που δεν περίμενα ποτέ πως θα συναντήσω στη ζωή μου“. Ειδικότερα έγραψε τα εξής, σε ελεύθερη μετάφραση:

.

Για περισσότερα από δυόμιση χρόνια ονειρευόμουν το Παγκόσμιο Κύπελλο – ένα από τα καλύτερα είδη σπορ, σε μία πανέμορφη χώρα. Προγραμμάτισα τα πάντα, πήγα στη Βραζιλία, έμαθα πορτογαλικά και επέστρεψα στη Δανία.

Το Σεπτέμβριο του 2013 γύρισα πίσω στη Βραζιλία, για να εκπληρώσω το όνειρο μου. Σήμερα όμως, δύο μήνες πριν από την έναρξη των αγώνων, αποφάσισα να μην μείνω στη χώρα – επειδή το όνειρο μου μετατράπηκε σε έναν τρομακτικό εφιάλτη.

Για πέντε συνεχείς μήνες ήμουν εκεί, για να παρακολουθήσω και για να καταγράψω τις προετοιμασίες και τις επιπτώσεις της αθλητικής διοργάνωσης. Υπήρξαν πάρα πολλές – όπως, για παράδειγμα, η αναδιοργάνωση του στρατού και της αστυνομίας στις κοινότητες, η διαφθορά που επικρατούσε, η αδιαφορία για τα κοινωνικά έργα, η παραμέληση τους καλύτερα και πολλά άλλα.

Ανακάλυψα πως όλα τα έργα που εκτελούταν, καθώς επίσης όλες οι αλλαγές, είχαν αποκλειστικό και μόνο στόχο να εντυπωσιάσουν ανθρώπους σαν και μένα – ξένους ανταποκριτές δηλαδή και διεθνείς δημοσιογράφους, έτσι ώστε να αναφερθούν θετικά για τη Βραζιλία.

Το Μάρτιο ταξίδευσα στη Fontaleza – μία εξαιρετικά βίαιη πόλη. Μίλησα με ορισμένους ανθρώπους, οι οποίοι μου διηγήθηκαν πως είχαν ανέκαθεν επαφές με «παιδιά του δρόμου» (ή «παιδιά των φαναριών», όπως τα αποκαλούμε στην Ελλάδα), προσφέροντας τους φαγητό – πολλά από τα οποία όμως είχαν δυστυχώς  εξαφανισθεί.

Ειδικότερα, όταν κάποια από τα παιδιά αυτά πήγαιναν σε περιοχές, τις οποίες επισκέπτονταν πολλοί ξένοι τουρίστες, δολοφονούνταν. Γιατί; Για να διατηρηθεί η πόλη καθαρή, έτσι ώστε να μην δημιουργούνται κακές εντυπώσεις στους ξένους και στα διεθνή ΜΜΕ.

Στη Fontaleza συνάντησα τον Alison – ένα παιδί 13 ετών, το οποίο ζει στους δρόμους της πόλης. Όταν συναντηθήκαμε δεν είχε τίποτα – μόνο ένα πακέτο φιστίκια. Η ζωή του όμως κινδυνεύει πια, λόγω ανθρώπων σαν και εμένα – ξένων, δημοσιογράφων. Ρισκάρει να γίνει θύμα του επόμενου «κρατικού κύματος εκκαθάρισης» – το οποίο «χτενίζει» σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα τους δρόμους, σφάζοντας ανυπεράσπιστους ανθρώπους.

.

Επιδρομή αστυνομικών δυνάμεων σε Favela, Βραζιλία

.

Αναρωτιέμαι εάν είναι αυτή η τιμή (price) της διεξαγωγής του παγκόσμιου Κυπέλλου. Είναι αλήθεια τόσο σημαντική η διοργάνωση, ώστε να αξίζει να δολοφονούνται παιδιά του δρόμου;

Σήμερα βρίσκομαι πίσω στη Δανία και δεν πρόκειται να ταξιδέψω ποτέ πια στη Βραζιλία. Το καθήκον μου πλέον είναι να ενημερώνω για τη μισητή, τρομακτική τιμή που ήταν πρόθυμη να πληρώσει η Βραζιλία, για τη διεξαγωγή των αγώνων.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ένα σόου, στο οποίο πριν από δυόμιση χρόνια ονειρευόμουν να συμμετέχω – σήμερα έχω «καταδικάσει» το όνειρο. Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να επικρίνω την υψηλή τιμή που πλήρωσε η Βραζιλία για τους αγώνες – ρωτώντας εάν για το ποδόσφαιρο αξίζει να πληρωθεί από έναν λαό αυτή η τιμή.

.

Δυστυχώς ο δημοσιογράφος έχει απόλυτο δίκιο, ενώ εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε το τεράστιο κόστος ανάλογων εκδηλώσεων, από τους Ολυμπιακούς του 2004 – επίσης, τη διαφθορά, την πολιτική «αναλγησία» που τους συνόδευσε και όλα τα υπόλοιπα.

To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)

Ο θάνατος της μεσαίας τάξης στη Βραζιλία

Οφείλουμε να συμπληρώσουμε στο κείμενο του δημοσιογράφου πως η Βραζιλία είναι η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό αθέτησης πληρωμών, όσον αφορά τα καταναλωτικά δάνεια – μία φούσκα που ουσιαστικά τροφοδοτήθηκε από την κυβέρνηση της, η οποία, συμπεριφερόμενη σοσιαλιστικά, θέλησε να εκπληρώσει τα όνειρα των Πολιτών της, μετατρέποντας τα σε εφιάλτες.

Στο γράφημα που ακολουθεί, φαίνονται με τη σειρά οι χώρες με τα μεγαλύτερα μη εξυπηρετούμενα ιδιωτικά δάνεια, καθώς επίσης το ποσοστό των δανείων των καταναλωτών, ως προς το ΑΕΠ – όπου η Βραζιλία προηγείται καθαρά. Στη διπλανή στήλη φαίνεται η μείωση της κατανάλωσης, ενώ στην τελευταία η άνοδος της μεσαίας τάξης διαχρονικά – η οποία όμως σήμερα καταρρέει.

 .

(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

.

Οικονομικές δυσκολίες δεν έχει μόνο η μεσαία τάξη της χώρας, αλλά και αρκετοί μεγάλοι επιχειρηματίες – όπως ο δισεκατομμυριούχος E. Batista, η πετρελαϊκή εταιρεία του οποίου πτωχεύει. Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφεται η κατάσταση στη χώρα το 2001, τρία χρόνια μετά την εισβολή του ΔΝΤ.

.

Υπενθύμιση από την ανάλυση «Η άλωση της Βραζιλίας» 

Το 2001, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος», ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους.

Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.

Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες – ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.

Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών – μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές – ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια (πηγή: J.Ziegler).

Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτες – πάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».

Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια – βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.

Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ – ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.

Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την «επιτυχή» έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία. Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.

Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras, η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της.

Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: «Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη».

Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα.

Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών.

Αυτή ήταν η τρομακτική τιμή που πλήρωσε η Βραζιλία στο ΔΝΤ – ενώ το Ιράκ ή η πρώην Γιουγκοσλαβία πλήρωσαν μία ακόμη πιο ακριβή, στο ΝΑΤΟ αυτή τη φορά. Ας ελπίσουμε πως η Ελλάδα θα αποφύγει κάτι αντίστοιχο – το οποίο θα είχε ήδη συμβεί, εάν δεν ήταν μία ευρωπαϊκή χώρα, μέλος της Ευρωζώνης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως αποτελεί προνόμιο η ένταξη ή η παραμονή σε τέτοιες ενώσεις – αλλά απλά μία δικλείδα ασφαλείας, η οποία όμως δεν λειτουργεί στο διηνεκές.

.

Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr

Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.

Βρείτε μας στο Facebook & Twitter:


Exit mobile version