
Δύσκολα θα αποφύγουμε την πανωλεθρία – η οποία θα έχει ίσως τη μορφή ενός κραχ, μίας νομισματικής μεταρρύθμισης, μίας δήμευσης των καταθέσεων (Bail–in), μίας φορολογικής κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων ή ενός υπερπληθωρισμού
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“O μοντέρνος καπιταλισμός είναι πλεύση καλού καιρού. Όταν ξεσπάσει η καταιγίδα, ο καπιταλιστής εγκαταλείπει τα καθήκοντα του καπετάνιου. Μπορεί να βουλιάξει ακόμα και τις βάρκες που θα τον γλύτωναν, από τη μανία του να σπρώξει τον κοντινό του έξω από την βάρκα, για να μπει αυτός” (Keynes).
.
Ανάλυση
Ξεκινώντας την ανάλυση μας από τις αποφάσεις της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, δεν υπήρξε ποτέ μέχρι σήμερα στην ιστορία ένα παράδειγμα αρνητικών επιτοκίων – όπως αυτά που επέβαλλε εν πρώτοις η ΕΚΤ στις εμπορικές τράπεζες, για τις καταθέσεις τους στην ίδια. Η αιτία είναι το ότι, τα αρνητικά επιτόκια σε μία ελεύθερη οικονομία είναι αφύσικα – απλούστερα, κανένας δεν θα δάνειζε τα χρήματα του, γνωρίζοντας ότι θα του επιστρεφόταν λιγότερα.
Η μοναδική ίσως περίπτωση που θα έκανε κανείς κάτι τέτοιο, θα ήταν εάν είχε τόσα πολλά χρήματα που δεν θα μπορούσε να τα κρατήσει σπίτι του – ή εάν το τραπεζικό σύστημα ήταν τόσο αναξιόχρεο, τόσο υπερχρεωμένο και αφερέγγυο δηλαδή (ανάλυση), που δεν θα εμπιστευόταν καθόλου τις καταθέσεις του εκεί.
Συνεχίζοντας, τα αρνητικά επιτόκια εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά δύο χρόνια πριν, στα βραχυπρόθεσμα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου – αποτελώντας τότε μία σοβαρότατη προειδοποίηση για τους κινδύνους κατάρρευσης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Η κατάρρευση αυτή αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή από την ΕΚΤ, μέσω του προγράμματος αγορών ομολόγων των χωρών του Νότου – χωρίς όμως να θεραπευθεί η ασθένεια των τραπεζών, αλλά ούτε και η αντίστοιχη των κρατών.
Τα σημερινά αρνητικά επιτόκια τώρα που επέβαλλε η ΕΚΤ, χωρίς να υπάρχει καμία ιστορική εμπειρία, αποτελούν επίσης μία σοβαρή προειδοποίηση για το μέλλον – πόσο μάλλον όταν η κεντρική τράπεζα έχει αναφερθεί ήδη στους κινδύνους ενός κραχ (άρθρο), συνεπικουρούμενη από το ΔΝΤ (άρθρο). Η επίδραση πάντως των μέτρων της ΕΚΤ στο αμερικανικό χρηματιστήριο, καθώς επίσης στα ομόλογα των Η.Π.Α., είναι πια παρελθόν – αφού οι τιμές έχουν επιστρέψει στην αφετηρία (γράφημα).
.
Η «αντίδραση» του δείκτη S&P και των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων στις ανακοινώσεις Draghi
.
Περαιτέρω, είναι γνωστό πως η Ιαπωνία χρησιμοποιεί ανάλογα «όπλα» με την ΕΚΤ – μία επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική δηλαδή, για να ξεφύγει από την παγίδα του αποπληθωρισμού, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Επομένως, κάτι ανάλογο θα συμβεί και στην Ευρώπη, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα αντίστοιχο «δομικό πρόβλημα» – από το ότι ορισμένοι οικονομικοί κλάδοι της είναι πολύ μεγάλοι, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να πουληθούν μόνο σε τιμές κάτω του κόστους, με ζημία.
Ένα παράδειγμα είναι η ισπανική αγορά ακινήτων, στην οποία δεν υπάρχουν αγοραστές σε τιμές που να καλύπτουν το κόστος κατασκευής – επίσης ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος είναι υπερδιογκωμένος, με πάρα πολλά «τραπεζικά ζόμπι» στους «κόλπους» του. Οι τομείς αυτοί, οι οποίοι παράγουν ζημίες, θα πρέπει να συρρικνωθούν – έτσι ώστε στη θέση τους να αναδυθούν νέοι και υγιέστεροι.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Η δημιουργική καταστροφή
Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, για να συρρικνωθούν δηλαδή οι ζημιογόνοι τομείς, θα πρέπει να προηγηθεί μία ευρύτατη «δημιουργική καταστροφή» – η οποία είναι βέβαια μία εξαιρετικά οδυνηρή διαδικασία. Για παράδειγμα, να πουληθούν ακίνητα στη μισή τιμή ή να χρεοκοπήσουν κάποιες τράπεζες – με τα κεφάλαια που συγκεντρώνονται να διατίθενται σε κερδοφόρες επενδύσεις, σε άλλους τομείς.
Απαιτείται λοιπόν μία «διαρθρωτική προσαρμογή», η οποία θα επέλυε ορθολογικά αλλά επώδυνα τα δομικά προβλήματα της Ευρώπης – ενώ επιλέγεται η (εν πρώτοις) ανώδυνη εκτύπωση χρημάτων, η οποία δεν βοηθάει σε τίποτα, ενώ απλά αναβάλλει τους κινδύνους ενός κραχ, μεγεθύνοντας τους. Με απλά λόγια, οι κεντρικές τράπεζες δημιουργούν μία «οικονομία ζόμπι» – τυπώνοντας χρήματα που κατευθύνονται ξανά στα ακίνητα, καθώς επίσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, διογκώνοντας την ήδη υφιστάμενη φούσκα.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η απαιτούμενη μείωση των χρεών σε δις € με στοιχεία του 2009 (σκούρα στήλη) – επίσης, οι φόροι περιουσίας ανά χώρα σε ποσοστά, οι οποίοι «σχεδιαζόταν» να επιβληθούν για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο (ανοιχτόχρωμη στήλη). Με μπλε είναι το δημόσιο χρέος, με πράσινο των επιχειρήσεων και με καφέ των νοικοκυριών – όπου διαπιστώνεται ακόμη μία φορά πως η Ελλάδα (237% του ΑΕΠ) είχε χαμηλότερο συνολικό, εκτός τραπεζών χρέος, από το μέσο της Ευρωζώνης (248%.
.
Το συνολικό χρέος (νοικοκυριά, ιδιωτικός τομέας, κράτος) ανά χώρα και οι απαραίτητες απομειώσεις του για να βρίσκεται στα όρια της βιωσιμότητας
(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Επομένως, άδικα οδηγήθηκε στη Πύρρειο χρεοκοπία (ανάλυση) από τον Εφιάλτη του Καστελόριζου, πυροβολώντας μόνη της τα πόδια της. Με δεδομένο δε το ότι, το χρέος των τραπεζών της ήταν το χαμηλότερο στην ΕΕ, καθώς επίσης με τις σημερινές δηλώσεις του διοικητή της κεντρικής της τράπεζας, σύμφωνα με τις οποίες οι δύο διαγραφές που της επιβλήθηκαν, ύψους 137,9 δις €, μείωσαν το δημόσιο χρέος της μόλις κατά 51,2 δις € (καθαρό όφελος), η «ανίερη σκοπιμότητα» της υπαγωγής της στο ΔΝΤ είναι ολοφάνερη.
.
Το πρόβλημα της αφερεγγυότητας
Περαιτέρω, όταν μέσα σε μία οικονομική κρίση η ανεργία είναι υψηλή (η μείωση της κατά 0,6% απαιτεί ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 5% κατά το νόμο του Okun*), τα δημόσια οικονομικά είναι σε κακή κατάσταση, ενώ πάρα πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν ζημιογόνα, γιγαντώνεται η οικονομική ανασφάλεια – οπότε όλοι οι συντελεστές (νοικοκυριά, επιχειρήσεις), αυξάνουν τη ρευστότητα τους (καταθέσεις κλπ.).
Αυτό συμβαίνει και με τις τράπεζες που διατηρούν τις «ρεζέρβες ρευστότητας» τους στην κεντρική – η οποία, θέλοντας να τις υποχρεώσει, παρά τη θέληση τους, να δανείσουν τα χρήματα που έχουν συσσωρεύσει, στην πραγματική οικονομία, τους επιβάλλει αρνητικά επιτόκια καταθέσεων.
Εν τούτοις, σε χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ισπανία, εκλείπει η «φερέγγυα ζήτηση πιστώσεων», όπως έχουμε επισημάνει στο παρελθόν (ανάλυση). Απλούστερα, όταν η πλειοψηφία των επιχειρήσεων λειτουργεί με ζημίες, όταν τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα, όταν μαίνεται η ανεργία κοκ., τότε οι τράπεζες δεν θέλουν να δανείσουν τα χρήματα τους, φοβούμενες εύλογα ότι θα τα χάσουν – ενώ οι επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά δεν θέλουν να δανειστούν, να επενδύσουν ή να καταναλώσουν, αλλά, αντίθετα, να μειώσουν τα χρέη τους (ανάλυση).
Επομένως, τα αρνητικά επιτόκια δεν πρόκειται να αναθερμάνουν τη ζήτηση δανείων εκ μέρους της πραγματικής οικονομίας. Ούτε η παροχή περισσότερων χρημάτων από την ΕΚΤ, αφού είναι σαν να τοποθετεί κανείς εκατό μήλα στη βιτρίνα αντί για τα δέκα απούλητα – θεωρώντας ανόητα πως επειδή αύξησε την ποσότητα των μήλων, θα δημιουργήσει ζήτηση.
Εάν λοιπόν δεν προηγηθεί η «διαρθρωτική προσαρμογή», η δημιουργική καταστροφή και η ρευστοποίηση των λανθασμένων επενδύσεων (χρεοκοπίες, ρευστοποίηση ακινήτων κλπ.), έτσι ώστε να υπάρξουν ξανά κέρδη, οπότε να αυξηθεί η υγιής ζήτηση δανείων, δεν πρόκειται να λυθεί το πρόβλημα. Φυσικά κάτι τέτοιο θα έπρεπε να επιτευχθεί ελεγχόμενα (ανάλυση), με το πάγωμα χρεών ή με διάφορους άλλους τρόπους – έτσι ώστε να μην επιβαρυνθούν, ως συνήθως, οι οικονομικά ασθενέστεροι.
Στα πλαίσια αυτά, επειδή η ΕΚΤ γνωρίζει προφανώς το θέμα, ο πραγματικός στόχος των αρνητικών επιτοκίων, καθώς επίσης των υπολοίπων μέτρων που αποφάσισε, θα πρέπει να είναι κάποιος άλλος: ενδεχομένως να επιβάλλει στις τράπεζες την αγορά δήθεν ασφαλών, εγγυημένων από το «κρατικό μονοπώλιο», ομολόγων.
Με τη βοήθεια λοιπόν της πολιτικής της ΕΚΤ συνεχίζουν να μειώνονται τα επιτόκια δανεισμού των κρατών (αποδόσεις των ομολόγων), με αποτέλεσμα να διευρύνεται ή να διευκολύνεται ο δανεισμός των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης ξανά – οπότε να μειώνεται η προθυμία τους για διαρθρωτικές αλλαγές (οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις εγκληματικές πολιτικές λιτότητας), προκαλώντας νέες, ακόμη μεγαλύτερες «ευρωπαϊκές ασυμμετρίες» και διαστρεβλώσεις.
Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα δεν είχε εισέλθει στην Ευρωζώνη, δεν θα μπορούσε να δανείζεται με τα χαμηλά τότε επιτόκια – οπότε το δημόσιο χρέος της δεν θα είχε φτάσει στα επίπεδα που την οδήγησαν στη χρεοκοπία, αφού θα είχε προειδοποιηθεί έγκαιρα από τις αγορές μέσω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού της. Πολλά νοικοκυριά δε, δεν θα είχαν υπερχρεωθεί, αγοράζοντας σπίτια και καταναλώνοντας επί πιστώσει, εάν τα επιτόκια δεν ήταν τόσο χαμηλά – ή εάν οι τράπεζες δεν αναλάμβαναν τόσο μεγάλα ρίσκα δανεισμού.
.
Στην παγίδα του συστήματος
Συνεχίζοντας, όταν η ΕΚΤ ανακοίνωσε τα νέα μέτρα, ένας διαπραγματευτής ομολόγων είχε πει αμέσως ότι, κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει στην Ευρωζώνη – πως η οικονομική της κατάσταση θα πρέπει να είναι πάρα πολύ άσχημη, για να παίρνει η ΕΚΤ αυτές τις αποφάσεις.
Ουσιαστικά αναρωτήθηκε πόσο παγιδευμένες πρέπει να είναι οι κεντρικές τράπεζες στο δικό τους σύστημα, για να μην κατανοούν ότι, κάθε φορά επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τα προβλήματα, αντί να προσπαθούν να τα λύσουν. Γιατί ακολουθούν αυτήν την «παρεμβατική λογική» λοιπόν εντελώς τυφλά, ιδίωμα μίας κεντρικά κατευθυνόμενης (κομμουνιστικής) οικονομίας, καταρρίπτοντας όλα τα ταμπού – απλά και μόνο αναβάλλοντας την «κρίση εκκαθάρισης», μεγεθύνοντας τον όγκο της όμως επικίνδυνα.
Περαιτέρω, με το μέτρο της «στοχευόμενης, μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης των επιχειρήσεων» (Targeted Long Term Refinancing Operations), η ΕΚΤ αποφάσισε να θέσει στη διάθεση των τραπεζών επί πλέον ρευστότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα δανείζουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά – εξαιρώντας τα δάνεια για την αγορά ακινήτων.
Προφανώς ήθελε να αποφύγει να δοθούν και αυτά τα χρήματα στα κράτη (αγορά ομολόγων του δημοσίου) ή να χρησιμοποιηθούν για την χρηματοδότηση και τη δημιουργία μίας νέας φούσκας ακινήτων – έχοντας την άποψη πως μπορεί η ίδια να αποφασίζει για το που θα οδηγηθούν τα χρήματα. Φαίνεται λοιπόν πως ξέχασε ότι, δεν είναι η κεντρική τράπεζα της Σοβιετικής Ένωσης – καθώς επίσης πως οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Εκτός αυτού, χαλάρωσε ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις της για την ποιότητα των εγγυήσεων που της παρέχουν οι τράπεζες, έναντι του δανεισμού τους – όπου προηγουμένως απαιτούταν μία συγκεκριμένη ελάχιστη αξιολόγηση των εγγυήσεων (ΒΒΒ κλπ.). Σήμερα, είναι αρκετό ένα δανειακό συμβόλαιο μίας εμπορικής επιχείρησης ή ενός ιδιώτη, για να τεθεί ως εγγύηση στην ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει βέβαια πως τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εγγυώνται το ευρώ, έχουν όλο και χαμηλότερη αξία – θέτοντας σε μεγάλο κίνδυνο το μέλλον του νομίσματος.
Βιομηχανίες χρεοκοπιών και κατασχέσεων
Από την άλλη πλευρά, στο σημερινό σύστημα των χάρτινων, χωρίς αντίκρισμα χρημάτων, οι επιχειρήσεις εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τις τράπεζες – ενώ έχουν γίνει ήδη γνωστές περιπτώσεις στη Μ. Βρετανία, όπου μία τράπεζα χρεοκόπησε σκόπιμα μία εταιρεία, για να την «κατασχέσει» (άρθρο).
Έχει δημιουργηθεί λοιπόν μία «βιομηχανία χρεοκοπιών» από τις τράπεζες, ακόμη και στον τομέα των ακινήτων («βιομηχανία κατασχέσεων»). Τα τεράστια πραγματικά επιτόκια (ονομαστικά + αποπληθωρισμός), σε ορισμένες χώρες βυθισμένες στον αποπληθωρισμό, όπως η Ελλάδα, είναι τόσο υψηλά, που οι οφειλέτες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα ενυπόθηκα δάνεια τους – με αποτέλεσμα να κατάσχονται μισοτιμής τα ακίνητα τους.
Στο γράφημα που ακολουθεί, το οποίο επεξηγεί επίσης την αποτυχία των οικονομικών πολιτικών της Τρόικας, φαίνονται με τους κόκκινους κύκλους τα πραγματικά επιτόκια αφαιρουμένου του ρυθμού ανάπτυξης το 2012 – με μπλε μπάρες τα πραγματικά επιτόκια, ενώ με κίτρινες η πραγματική ανάπτυξη.
.
Το επίπεδο των πραγματικών επιτοκίων πλην τον ρυθμό ανάπτυξης
.
Εάν τα πραγματικά επιτόκια για τα δημόσια χρέη (μπλε μπάρες) είναι υψηλότερα από την πραγματική ανάπτυξη (κίτρινες), όπως συνέβαινε στην Ελλάδα (στην Πορτογαλία, στην Ιταλία κλπ., όπου αντί ανάπτυξης επικρατούσε ύφεση), τότε τα χρέη ως προς το ΑΕΠ αυξάνονται συνεχώς – παρά τις μειώσεις των δαπανών ή, καλύτερα, λόγω των μειώσεων των δαπανών, οι οποίες περιορίζουν το ρυθμό ανάπτυξης.
Ειδικά όσον αφορά τις επιχειρήσεις, όποια δεν δανείζεται χρήματα, χρησιμοποιώντας τα με «μόχλευση», δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό εκείνων που τροφοδοτούνται από τις τράπεζες με χρήματα από το πουθενά – ενώ η μεγάλη διαφορά των επιτοκίων δανεισμού μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, ειδικά μεταξύ Βορά και Νότου, καθιστά εκ των πραγμάτων (de facto) μη ανταγωνίσιμες τις τελευταίες.
Επομένως, θα αυξηθούν οι χρεοκοπίες και η ανεργία στο Νότο – ενώ όλα όσα γράφονται περί ανταγωνιστικότητας, με την Ελλάδα να τοποθετείται στην 26η θέση μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ, είναι ανοησίες, αφού το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα μειώνει την ανταγωνιστικότητα σε επίπεδα που είναι αδύνατον να εξισορροπηθούν από τους χαμηλούς μισθούς και τα υπόλοιπα μέτρα λιτότητας.
Σε κάθε περίπτωση οι επιχειρήσεις, μέσω της υπερχρέωσης, εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ γίνονται όλο και πιο ευάλωτες – οπότε οι τράπεζες μπορούν να καταχραστούν τα προνόμια τους, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο των εταιρειών και στήνοντας μία μεγάλη βιομηχανία χρεοκοπιών, καθώς επίσης κατασχέσεων.
.
Επίλογος
Ειδικά όσον αφορά τους Έλληνες ιδιοκτήτες ακινήτων, η παγίδα είναι πολλαπλή. Από τη μία πλευρά τα δάνεια τους έχουν τιτλοποιηθεί από τις τράπεζες και πουληθεί μαζικά σε ξένους, με χαμηλότερες φυσικά τιμές, ενώ από την άλλη τυχόν πτώση των αντικειμενικών αξιών (οι οποίες όμως, όσο παραμένουν υψηλές, αυξάνουν το φόρο ακινήτων), θα σημάνει την έκρηξη των κατασχέσεων (επειδή θα συμφέρει πλέον τις τράπεζες).
Εγκλωβισμένοι λοιπόν μεταξύ της Σκύλλας και της Χάρυβδης, δύσκολα θα ξεφύγουν από τη λεηλασία της περιουσίας τους – ενώ οι ξένες «δυνάμεις κατοχής» του «αποτυχημένου κράτους» (άρθρο) θα καταφέρουν, μέσω της ήπιας διείσδυσης, στην οποία είχε αναφερθεί κάποτε ο Χίτλερ, να μετατρέψουν την πατρίδα μας σε δική τους αποικία, με ενοικιαστές τους Έλληνες.
Ολοκληρώνοντας, τα νέα χάρτινα χρήματα που τυπώνονται σημαίνουν «τύχη», ωφελούν δηλαδή αυτούς που τα εισπράττουν πρώτοι. Ουσιαστικά κερδίζουν εις βάρος αυτών που τα εισπράττουν τελευταίοι, όταν οι τιμές αυξάνονται διαρκώς, σε μεγάλο βαθμό (υψηλός πληθωρισμός).
Φυσικά δε, τα φρεσκοτυπωμένα χάρτινα χρήματα (Fiat money) δεν δημιουργούν καινούργιους πόρους – όπως, για παράδειγμα, μηχανήματα, τρόφιμα ή ρούχα. Εκτός αυτού, δεν επιλύουν τα διαρθρωτικά προβλήματα μίας οικονομίας, αλλά διογκώνουν συνεχώς τα υφιστάμενα, επιδεινώνοντας τα. Επομένως, καταστρέφονται πόροι, όπως για παράδειγμα, το εργατικό δυναμικό που καταδικάζεται στην ανεργία – ή σπαταλιούνται κεφάλαια, με αποτέλεσμα να φτωχοποιείται και να εξαθλιώνεται η κοινωνία.
Οι περισσότεροι βέβαια δεν το παρατηρούν, επειδή τυφλώνονται από το χάρτινο πλούτο, θεωρώντας τον πραγματικό. Κάποια στιγμή όμως η πανωλεθρία δεν αποφεύγεται – είτε με τη μορφή ενός κραχ, είτε με μία νομισματική μεταρρύθμιση (όπως στο παράδειγμα της Τουρκίας, όπου το 1.000.000 παλαιές λίρες έγιναν μία καινούργια – ανάλυση), είτε με τη δήμευση μέρους των καταθέσεων (Bail-in), είτε με τη φορολογική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, είτε με έναν πολύ υψηλό πληθωρισμό.
.
*Σημείωση κειμένου: Ο μαθηματικός τύπος του νόμου του Okun
.
