
Θέλοντας να αποφύγουν τα προβλήματα οι «κόκκινοι μανδαρίνοι», έχουν επιλέξει να εισάγουν στη χώρα μία ευρωπαϊκή ουσιαστικά ιδέα: τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων, στις αποφάσεις της διοίκησης των επιχειρήσεων
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Η Κίνα είναι μία περίπτωση «γενετικά μεταλλαγμένου κομμουνισμού», ο οποίος αναπτύσσεται εις βάρος των εργαζομένων και «επί πιστώσει» – αφού στην αρχή της χιλιετίας τα χρέη που εκκρεμούσαν στις πιστωτικές αγορές ήταν της τάξης του 1 τρις $, ενώ σήμερα έχουν εκτοξευθεί στα 25 τρις $. Προφανώς, κανένα οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να παραμείνει σταθερό και βιώσιμο, όταν το χρέος που κυκλοφορεί αυξάνεται κατά 25 φορές, μέσα σε 14 μόλις χρόνια.
Ο υπερβολικός δανεισμός, οι επενδύσεις σε νέες κατασκευές, καθώς επίσης η κερδοσκοπία στην Κίνα είναι αδύνατον να συνεχίζονται στο διηνεκές – ακόμη και αν το «θολό» καθεστώς της, ο κόκκινος καπιταλισμός, μέσω του οποίου ελέγχεται η ελεύθερη αγορά από ένα ιεραρχικά δομημένο, απολυταρχικό κράτος, δεν θέλει να το παραδεχθεί.
Το σφάλμα, το οποίο ίσως αποδειχθεί μοιραίο για την Κίνα είναι το ότι, η κολοσσιαία άνοδος της οικονομίας της, δεν είναι συμμετρική – ενώ η προθυμία, με την οποία το κράτος βοήθησε την αύξηση των εξαγωγών μετά το 1994, καθώς επίσης την έκρηξη των υποδομών μετά το 2008, δεν αποδεικνύουν πως έχει «εφευρεθεί» ένα ανώτερο μοντέλο διακυβέρνησης.
Δυστυχώς, ο κινεζικός πληθυσμός δεν μπορεί να αποδεχθεί την αλήθεια – να αντιμετωπίσει κατάματα την πιστωτική υπερβολή, καθώς επίσης τη φούσκα ακινήτων, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολέμηση τους. Νομίζει πως μπορεί να ζει σε μία μόνιμη γιορτή δανεισμού και κερδοσκοπίας, επειδή το κράτος δεν πρόκειται να επιτρέψει την τιμωρία του – το σπάσιμο της φούσκας και τη χρεοκοπία επιχειρήσεων
Το γεγονός αυτό, εάν δεν διορθωθεί σύντομα, θα οδηγήσει τη χώρα σε μία μη ανατρέψιμη κατάσταση, όπου θα αρκεί μία μικρή σπίθα για να ξεσπάσει η πυρκαγιά στο χάρτινο οικοδόμημα που έχει κατασκευασθεί, χωρίς καμία οικονομική λογική – όπως έχει συμβεί σε πολλές άλλες χώρες στο παρελθόν.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται οι έξι σημαντικότερες φούσκες της σύγχρονης εποχής – με την 7η να αναμένεται σύντομα, πιθανότατα στην Κίνα.
.
Οι έξι σημαντικότερες φούσκες της σύγχρονης εποχής
.
Συνεχίζοντας, όπως είχαμε προβλέψει πριν από αρκετά χρόνια, η αναδιανομή των εισοδημάτων σε καθεστώς παγκοσμιοποίησης, «επιτάσσει» την μείωση των μισθών των εργαζομένων στις αναπτυγμένες οικονομίες, καθώς επίσης την αύξηση τους στις αναπτυσσόμενες – έως το σημείο σύγκλισης τους. Αυτό αφορά βέβαια μόνο τους χαμηλόμισθούς εργαζομένους και όχι τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες γίνονται συνεχώς πλουσιότερες – ιδιαίτερα η παγκόσμια ελίτ.
Η συμβολή της Κίνας στην αναδιανομή αυτή είναι πολύ σημαντική – επειδή, με δεδομένο το ότι οι αμοιβές των εργαζομένων σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες έχουν αγγίξει ήδη τα κατώτερα όρια τους, απαιτείται πλέον η «μονομερής» αύξηση των κινεζικών μισθών. Κάτι τέτοιο φαίνεται πραγματικά να συμβαίνει, κρίνοντας από το ότι οι εργαζόμενοι στην Κίνα υπερασπίζουν σήμερα τα συμφέροντα τους πιο ενεργητικά από ποτέ.
Ειδικότερα, οι απεργίες στη Νότια Κίνα κλιμακώνονται, με αποτέλεσμα οι ζημίες της βιομηχανίας να φτάνουν σε επίπεδα ρεκόρ – ενώ η κινεζική κυβέρνηση προσπαθεί να κατευνάσει τους εργαζομένους.
Για παράδειγμα, η απεργία στον μεγαλύτερο παραγωγό υποδημάτων παγκοσμίως, δημιούργησε τεράστια παράπλευρα προβλήματα στην Κίνα – μεταξύ άλλων στους οδηγούς αυτοκινήτων, οι οποίοι έμειναν ακινητοποιημένοι στις δεκάδες διασταυρώσεις των δρόμων, γύρω από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις (Dongguan), επειδή 30.000 εργαζόμενοι διαδήλωναν, απαιτώντας την πληρωμή κοινωνικών παροχών.
Στα πλαίσια αυτά, η παραγωγή παπουτσιών της Nike, της Adidas ή της Puma σημείωσε μία γιγαντιαία πτώση, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στις δυτικές πολυεθνικές. Οι διαδηλωτές είχαν την κάλυψη της κινεζικής κυβέρνησης, η οποία θέλει να αποφύγει πάση θυσία τις κοινωνικές αναταραχές.
Με τον τρόπο αυτό σημειώνεται στη χώρα μία αντιστροφή της τάσης, μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου – ενώ οι εργαζόμενοι επιλέγουν πλέον τους εκπροσώπους τους σε εργατικά συνδικάτα, τα οποία απαιτούν διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες. Η κυβέρνηση δε φαίνεται πως έχει κατανοήσει ότι, η καταστολή στην εποχή του διαδικτύου δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να σταματήσει τις «ταξικές» εξεγέρσεις – με το υπουργείο εργασίας να τοποθετείται ανοιχτά υπέρ των απαιτήσεων των εργαζομένων.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Συνεχίζοντας, η κινεζική κυβέρνηση φοβάται όσο τίποτα άλλο τις μαζικές κινητοποιήσεις και τις διαδηλώσεις, για πολλούς διαφορετικούς λόγους – κυρίως όμως επειδή μπορούν να δημιουργηθούν πυρήνες εξέγερσης εναντίον της. Γνωρίζει δε πολύ καλά ότι, όπως επαινείται για τιε θετικές ενέργειες της, έτσι ακριβώς ενοχοποιείται για ότι άσχημο συμβαίνει στη χώρα – με ή χωρίς τη δική της ευθύνη. Στην ιστορία της Κίνας άλλωστε πολλές δυναστείες έχουν καταρρεύσει, ακριβώς για το λόγο αυτό – γεγονός που γνωρίζει πολύ καλά η κυβέρνηση, παίρνοντας ανάλογα τα μέτρα της.
Θέλοντας λοιπόν να αποφύγουν τα προβλήματα οι «κόκκινοι μανδαρίνοι», έχουν επιλέξει να εισάγουν στη χώρα μία ευρωπαϊκή ουσιαστικά ιδέα: τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις της διοίκησης των επιχειρήσεων. Θεωρούν λοιπόν πως όταν οι συγκρούσεις εργαζομένων και εργοδοσίας επιλύονται εντός της εκάστοτε επιχείρησης, αντί να προκαλούνται εμφανείς διαδηλώσεις, οι οποίες υπολογίζονται σε δεκάδες χιλιάδες ετήσια, εξασφαλίζεται καλύτερα η κοινωνική ειρήνη σε ολόκληρη τη χώρα.
Για την Κίνα βέβαια, η συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις θα ήταν κάτι εντελώς καινούργιο – αφού η χώρα είναι τυπικά κομμουνιστική, με τους εργαζομένους της να γίνονται αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης του κεφαλαίου για πάρα πολλές δεκαετίες. Η λογική στην προκειμένη περίπτωση είναι το ότι, όταν η χώρα είναι κομμουνιστική, οι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται καμία προστασία – γεγονός στο οποίο οφείλεται και η αλλαγή μεθόδων του νεοφιλελευθερισμού στη Δύση, από τις δικτατορίες που κάποτε επέβαλλε, στα σοσιαλιστικά και σήμερα στα αριστερά κόμματα διακυβέρνησης.
Βέβαια, όταν η Κίνα υιοθέτησε την ελεύθερη αγορά, πρώτη προτεραιότητα της ήταν η αύξηση των εξαγωγών – η οποία χρηματοδοτήθηκε με φθηνό κόστος εργασίας. Οι καιροί όμως αλλάζουν και η Κίνα κατέχει πλέον τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, όσον αφορά το ΑΕΠ της (γράφημα).
.
.
Άλλες χώρες χάνουν την προηγούμενη θέση τους σταδιακά (κόκκινα βέλη), αντικαθιστάμενες από τις ανερχόμενες – στις οποίες τα δικαιώματα των εργαζομένων αποκτούν ξανά αξία. Εκτός αυτού, λόγω της κρίσης χρέους της Δύσης, οι εξαγωγές της Κίνας δεν μπορούν πλέον να διατηρήσουν το υφιστάμενο βιοτικό επίπεδο – οπότε θα πρέπει να αυξηθεί η εσωτερική κατανάλωση και επομένως οι αμοιβές των εργαζομένων.
Η νέα κυβέρνηση της Κίνας πιστεύει επίσης πως η αναδιάρθρωση της οικονομίας της χώρας που απαιτείται σήμερα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της υιοθέτησης ορισμένων βασικών δημοκρατικών κανόνων στους χώρους εργασίας – ενώ μόνο με αυτόν τον τρόπο θα ήταν δυνατή η αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων οι οποίοι, αμειβόμενοι καλύτερα, θα βοηθούσαν στο μετασχηματισμό που έχει ανάγκη η Κίνα. Στο να γίνουν δηλαδή οι Πολίτες της εκείνοι οι καταναλωτές, τους οποίους χρειάζεται η χώρα, για να ενισχύσει εσωτερικά το ΑΕΠ της.
Οι παρενέργειες βέβαια της τάσης αυτής είναι το αυξημένο κόστος παραγωγής, το οποίο θα ωθήσει πολλές βιομηχανίες, ειδικά αυτές της Δύσης, να εγκαταλείψουν τη χώρα. Όπως φαίνεται, ήδη το 2015 το κόστος εργασίας σε πολλούς κλάδους θα φτάσει το αντίστοιχο της ΕΕ και των Η.Π.Α. – γεγονός που θα δημιουργήσει μία εισοδηματικά ισχυρή μεσαία τάξη, η οποία φυσικά θα απαιτήσει περισσότερη δημοκρατία.
Εν τούτοις, κάτι τέτοιο θα αντιμετώπιζε τις ανισορροπίες που προκάλεσε η παγκοσμιοποίηση, ενώ θα είναι θετικό για τους εργαζομένους της Δύσης – εάν συμβεί φυσικά, αφού οι συνθήκες που επικρατούν στην Κίνα δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα.
Για παράδειγμα, παρά το ότι η κυβέρνηση τάθηκε υπέρ των εργαζομένων στις βιομηχανίας υποδημάτων, συνέλαβε τον ηγέτη των διαδηλώσεων, επειδή η διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης απαγορεύεται δια νόμου. Οι κατηγορίες αυτού του είδους είναι πολύ σοβαρές στην Κίνα – ενώ το κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο κυβερνάει απολυταρχικά τη χώρα από το 1949, δεν θέλει να μοιραστεί την εξουσία του με κανένα συνδικάτο.
Το σύστημα που επικρατεί, αναλλοίωτο ακόμη, προβλέπει την ύπαρξη κεντρικών συνδικάτων – τα οποία διοικούνται από κομμουνιστές γραφειοκράτες, πιστούς στην κυβέρνηση. Οι τοπικές διοικήσεις των συνδικάτων ορίζονται από τις εκάστοτε επιχειρήσεις – οι οποίες τοποθετούν συνήθως managers, ως εκπροσώπους των εργαζομένων.
Οι managers αυτοί είναι υπέρ των περισσοτέρων ωρών εργασίας με όσο το δυνατόν χαμηλότερους μισθούς και ελάχιστες κοινωνικές παροχές – γεγονός που φαίνεται όμως πως δεν ταιριάζει πια με τις σκέψεις της κυβέρνησης η οποία, διαπιστώνοντας ότι η απεργία σε μία μόνο βιομηχανία υποδημάτων, κόστισε 30 εκ. €, κατανοεί πως έφτασε πια «ο κόμπος στο χτένι».
