
Η ραγδαία μείωση των αμοιβών των εργαζομένων περιορίζει τη ζήτηση, με αποτέλεσμα να είναι ασύμφορες οι επενδύσεις, οπότε σχεδόν μηδενικές οι ελπίδες να βρουν εργασία οι 26 εκατομμύρια Ευρωπαίοι άνεργοι – οι τρεις ζώνες ελευθέρου εμπορίου
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
”Τα περί διάλυσης της Βουλής, εάν τα λευκά ψηφοδέλτια ή η αποχή είναι πάνω από 50%, δεν πρέπει να ισχύουν – σύμφωνα με συνταγματολόγους. Στην Ελλάδα, τα λευκά προσμετρούνται στα άκυρα με νόμο του 2006 – ο οποίος είναι μάλλον «εμβόλιμος», όπως ο «περί ευθύνης των υπουργών».
Βέβαια, η «ηθική νομιμοποίηση» μίας κυβέρνησης, σε περίπτωση αποχής των Πολιτών σε ποσοστά που υπερβαίνουν το 50%, είναι εξαιρετικά περιορισμένη – ενώ η αποχή δίνει ένα σαφέστατο μήνυμα στο «σύστημα», όσον αφορά την αποδοχή του“.
.
Ανάλυση
Η οικονομική ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα πολλών νέων χωρών, μεταξύ άλλων της Ανατολικής Ευρώπης, της Ινδίας και της Κίνας, με συνολικό πληθυσμό που ξεπερνάει τα 2,6 δισεκατομμύρια ανθρώπους, άλλαξε ριζικά τη σχέση του κεφαλαίου και της εργασίας στον πλανήτη – άνοιξε τον ασκό του Αιόλου καλύτερα, ενώ θα επηρεάζει τις εργασιακές κυρίως συνθήκες, για πάρα πολλά χρόνια.
Σύμφωνα με υπολογισμούς των ειδικών, ο αριθμός των εργαζομένων στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα διπλασιάστηκε – από 1,46 δις στα 2,93 δις ανθρώπους, με το 50% να προέρχεται από την Κίνα (το 80% των θέσεων εργασίας που έχουν άμεση σχέση με τις εξαγωγές).
Ο διπλασιασμός αυτός συνέβη, χωρίς να αυξηθεί ανάλογα το κεφάλαιο που επενδύεται στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας – σε αντίθεση με το κερδοσκοπικό κεφάλαιο το οποίο, με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών, εκτοξεύθηκε στα ύψη, τοποθετούμενο στα χρηματιστήρια ομολόγων, μετοχών και εμπορευμάτων.
Ο αριθμός δε των ανθρώπων που οδηγούνται πλέον από το σύστημα στο περιθώριο, που δεν καταγράφονται στις στατιστικές ανεργίας και που έχουν ουσιαστικά «θαφτεί ζωντανοί» (ανάλυση μας) έχει πολλαπλασιαστεί ραγδαία – υποθέτοντας ότι κάποια στιγμή θα αντιδράσει βίαια, με ανυπολόγιστα αποτελέσματα για τον πλανήτη.
Συνεχίζοντας η Κίνα, ιδίως τα προηγούμενα χρόνια, έχει (είχε) εξτρεμιστικά χαμηλό κόστος εργασίας – με αποτέλεσμα να μπορεί, μέσω της «στυγνής» εκμετάλλευσης των 250 εκ. μεταναστών εργαζομένων της, να προσελκύει τη βιομηχανική παραγωγή ολόκληρου του πλανήτη. Παράλληλα, πιέζει τους μισθούς στις βιομηχανικές χώρες – μερικές από τις οποίες, κυρίως η Γερμανία (ανάλυση), τη χρησιμοποιούν ως το «αντίπαλο δέος», με στόχο τη «μισθολογική ληστεία» αφενός μεν των εργαζομένων τους, αφετέρου των αποικιών τους, όπως η Ελλάδα.
Περαιτέρω, στην Κίνα υπάρχουν μόνο κρατικά συνδικάτα, τα οποία είναι με την πλευρά των επιχειρήσεων και όχι των εργαζομένων – ενώ το απεργιακό δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται, με αποτέλεσμα οι απεργίες που τυχόν ξεσπούν να είναι άγριες και παράνομες. Το σημαντικότερο όλων, σε σχέση με τη Δύση, είναι το υποτυπώδες ασφαλιστικό σύστημα – το οποίο αναγκάζει τους εργαζομένους να αποταμιεύουν, για να μπορούν να ανταπεξέλθουν με οτιδήποτε τους συμβεί.
Οι μισθοί βέβαια έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια – όπου, για παράδειγμα, στην πόλη Guangzhou, στην οποία είναι συγκεντρωμένη η εξαγωγική βιομηχανία της περιοχής, ο μέσος μισθός έχει «αναρριχηθεί» έως και στα 355 €. Στα περισσότερα εξαγωγικά κέντρα βέβαια, όπως στο Shenzhen, είναι της τάξης των 200 €.
Σύμφωνα τώρα με αναφορές, πολλές κινεζικές επιχειρήσεις (30%) σχεδιάζουν τη μεταφορά τους στο φτωχότερο εσωτερικό ή σε άλλες χώρες, για να διατηρήσουν χαμηλό το εργατικό κόστος τους (γράφημα). Ο σημαντικότερος προορισμός τους είναι η Καμπότζη, στην οποία οι μισθοί είναι έως και 30% χαμηλότεροι – ακολουθούμενη από το Μπανγκλαντές και το Βιετνάμ.
.
.
Στο παραπάνω γράφημα, στην αριστερή πλευρά φαίνεται η εξέλιξη του ΑΕΠ στη Μαλαισία, στην Ταϊλάνδη, στην Κίνα, στις Φιλιππίνες, στην Ινδία και στο Βιετνάμ. Στο δεξί μέρος του γραφήματος, η μπλε γραμμή αναφέρεται στην παραγωγικότητα των κινέζων εργαζομένων – ενώ η κόκκινη στην εξέλιξη των βιομηχανικών μισθών στην Κίνα.
Από το γράφημα συμπεραίνεται ότι, αφενός μεν οι μισθοί εμφανίζουν πολλές διακυμάνσεις, αφετέρου πως έχουν υπερβεί σήμερα κατά πολύ την παραγωγικότητα των εργαζομένων – σε πλήρη αντίθεση με τους δύστυχους Γερμανούς Πολίτες.
Σύμφωνα τώρα με μία έρευνα που διενεργήθηκε πρόσφατα, συμπεριλαμβάνοντας ολόκληρη την Κίνα, οι πραγματικοί μισθοί στη βιομηχανία αυξάνονται σταθερά από το 2008, με ρυθμό μεγαλύτερο του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο. Εκτός αυτού, το 2012 η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ελάχιστη, για πρώτη φορά μετά το 1999 – με αποτέλεσμα να είναι ήδη χαμηλότερη, σε σχέση με την Ταϋλάνδη ή με τη Μαλαισία.
Περαιτέρω, μετά την είσοδο της Κίνας to 2001 στην παγκόσμια οργάνωση εμπορίου (WTO), οι πραγματικοί μισθοί, σε όρους δολαρίου, τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας στο επίπεδο των Φιλιππίνων – ενώ το 2001, καθώς επίσης το 2012, αυξήθηκαν με μεγαλύτερο ρυθμό από αυτόν στις γειτονικές χώρες της ζώνης ASEAN (ανάλυση στο τέλος του κειμένου), με τις οποίες υπάρχει συμφωνία ελεύθερου εμπορίου.
Το αποτέλεσμα ήταν να εγκατασταθούν εκεί κινεζικές βιομηχανίες, οι οποίες μπορούν να εφοδιάζουν την κινεζική αγορά χωρίς την επιβάρυνση δασμών – με επακόλουθο να εμφανίσει για πρώτη φορά η Κίνα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο (γράφημα).
.
Κίνα – Εμπορικό Ισοζύγιο (σε δις δολάρια Αμερικής)
.
Συνεχίζοντας, η χώρα που επέμενε για την άμεση είσοδο της Κίνας στην παγκόσμια οργάνωση εμπορίου ήταν η Γερμανία – μετά από πιέσεις των εξαγωγικών ομίλων της, διευκολύνοντας δυστυχώς την «εισβολή» των κινεζικών προϊόντων στις δυτικές αγορές, ιδίως στις ευρωπαϊκές.
Ο απώτερος σκοπός των βιομηχάνων της Γερμανίας ήταν η παραγωγή προϊόντων εκ μέρους των επιχειρήσεων τους, στις ασιατικές χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού, μεταξύ των οποίων στην Κίνα – κάτι που, για παράδειγμα, οδήγησε τις επιχειρήσεις μόδας της ΕΕ (κλωστοϋφαντουργία), να παράγουν τα προϊόντα τους στην Καμπότζη, πληρώνοντας μισθούς της τάξης των 58 € μηνιαία.
Η Γερμανία λοιπόν άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, προκαλώντας σκόπιμα αφενός μεν την κατάρρευση των μισθών των ευρωπαίων εργαζομένων, αφετέρου τα ελλειμματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των χωρών του Νότου – από τα οποία ουσιαστικά υπερχρεώθηκαν, με αποτέλεσμα κάποια από αυτά τα κράτη να μετατραπούν σε άβουλα προτεκτοράτα της, ενώ οι Πολίτες τους σε σκλάβους χρέους.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΝΟΤΙΑ ΕΥΡΩΠΗ
Με κίνητρα ανάλογα των παραπάνω η γερμανική βιομηχανία, η οποία ουσιαστικά κυβερνάει την «ήπια εθνικοσοσιαλιστική» πλέον χώρα, πίεσε την πρωσική κυβέρνηση να επιταχύνει τη διεύρυνση της ΕΕ στις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού της Ανατολικής Ευρώπης – όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, στις οποίες το εργατικό κόστος το 2012 ήταν στο 17% (Βουλγαρία), καθώς επίσης στο 14% (Ρουμανία), σε σχέση με τη Γερμανία.
Πριν ακόμη δε απελευθερωθούν εντελώς οι αγορές των χωρών αυτών, μέσω των μεταβατικών ρυθμίσεων της ΕΕ που ολοκληρώθηκαν το 2014, η είσοδος των γερμανικών επιχειρήσεων είχε αυξηθεί κατακόρυφα – ενώ μετά την κατάργηση της βίζας (2007) για την είσοδο των εργαζομένων των δύο αυτών χωρών στην ΕΕ, ο αριθμός τους εκτοξεύθηκε στους 523.000 εργαζομένους (2011), από 45.000 προηγουμένως.
Η Μεγάλη Βρετανία είχε επίσης πιέσει για την είσοδο της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ, για τους ίδιους λόγους με τη Γερμανία – αν και σήμερα παραπονιέται για το κύμα των μεταναστών που προσέλκυσε. Η αιτία είναι τα δυσμενή αποτελέσματα στον τομέα της ανεργίας – όπου όμως η Γερμανία κατάφερε να τα απορροφήσει, υποχρεώνοντας τους δικούς της εργαζομένους να αποδεχθούν τεράστιες μισθολογικές μειώσεις (μεταξύ άλλων με παραποιημένες στατιστικές, καθώς επίσης με τη βοήθεια του ανταγωνισμού των μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη).
Στα πλαίσια αυτά οι γερμανικές βιομηχανίες, όπως επίσης οι βιομηχανίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, απειλούσαν τους εργαζομένους με τη μεταφορά της παραγωγής στην Α. Ευρώπη ή/και με το κλείσιμο των εργοστασίων, για να επιβάλλουν χαμηλότερες αμοιβές.
Οι γερμανικές βιομηχανίες είναι βέβαια πολύ περισσότερο τοποθετημένες στο εξωτερικό, εκμεταλλευόμενες τα πλεονεκτήματα του φθηνού εργατικού δυναμικού – με αποτέλεσμα οι τριάντα μεγαλύτεροι όμιλοι, οι οποίοι διαπραγματεύονται στο μεγάλο δείκτη (DAX), να απασχολούν μόλις το 41,6% των εργαζομένων τους στη Γερμανία. Στην παραγωγική βιομηχανία συνολικά, το μερίδιο της εγχώριας βιομηχανίας μειώνεται σταθερά από το 2005 – φθάνοντας στο 53% σήμερα.
Φυσικά η κατάσταση των εργαζομένων στις χώρες του αδύναμου ευρωπαϊκού νότου επιδεινώνεται ραγδαία – αφού οι μισθοί τους, καθώς επίσης οι θέσεις εργασίας τους «πιέζονται», αφενός μεν από την είσοδο των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ, αφετέρου από την Ασία.
Χώρες δε όπως η Ελλάδα, στις οποίες η ανεργία έχει αυξηθεί κατακόρυφα, παράλληλα με την κατάρρευση των ονομαστικών και πραγματικών μισθών, η οποία όμως δεν αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων (αντισταθμίζονται από την κλιμάκωση των φόρων, από τις υψηλές τιμές της ενέργειας, από την αδυναμία δανεισμού των επιχειρήσεων με ανταγωνιστικά επιτόκια κοκ.), είναι πιθανότατα «καταδικασμένες».
Πόσο μάλλον όταν η συνεχιζόμενη ραγδαία μείωση των πραγματικών αμοιβών, περιορίζει σταθερά τη ζήτηση, με αποτέλεσμα να είναι ασύμφορες οι επενδύσεις – οπότε σχεδόν μηδενικές οι ελπίδες να βρουν εργασία οι 1.500.000 άνεργοι που έχουν δημιουργηθεί (οι οποίοι πιθανότατα θα αυξηθούν στα 2.000.000 ή στο 40% του εργατικού δυναμικού).
Ολοκληρώνοντας, στο κείμενο που ακολουθεί, το οποίο προέρχεται από το βιβλίο μας «Η κρίση των κρίσεων» (2010), υπενθυμίζουμε και αναλύουμε επιγραμματικά τις τρεις μεγαλύτερες ζώνες ελευθέρου εμπορίου – με τις δύο πρώτες να επιδιώκουν την ένωση τους, η οποία θα καταστήσει τα ευρωπαϊκά κράτη σκλάβους των αμερικανικών πολυεθνικών (ανάλυση μας), καθώς επίσης των διεθνών τοκογλύφων.
.
ΟΙ ΖΩΝΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Υπάρχουν αρκετές ζώνες ελευθέρου εμπορίου στον πλανήτη, οι οποίες φαίνονται από το γράφημα που ακολουθεί.
.
Οι μεγαλύτερες ζώνες εμπορίου
.
Εν τούτοις, οι σημαντικότερες είναι η ζώνη ελευθέρου εμπορίου της Βορείου Αμερικής (NAFTA), η Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα η Ευρωζώνη, καθώς επίσης η Ασιατική (ASEAN) – η οποία, με τη συμμετοχή της Κίνας, ορίζεται ως CAFTA. Ειδικότερα τα εξής:
.
(α) NAFTA ($): Η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου των χωρών της Βορείου Αμερικής υπεγράφη την 1η Ιανουαρίου του 1994, ενώ αποτελεί ολοκλήρωση της σύμβασης μεταξύ των Η.Π.Α. και του Καναδά (1989). Συμπεριλαμβάνει το Μεξικό, τις Η.Π.Α. και τον Καναδά οι οποίες, στα πλαίσια της συμφωνίας, κατήργησαν πλήθος τελωνειακών δασμών στις μεταξύ τους συναλλαγές – ενέργεια που δεν αύξησε τον εμπορικό όγκο των τριών χωρών, αλλά απλά μετατόπισε ένα μεγάλο μέρος του στο χώρο τους, μειώνοντας τον αντίστοιχο με τον υπόλοιπο πλανήτη.
(β) ΕΕ (€): Τόσο όσον αφορά την Ευρωζώνη, όσο και την ΕΕ, έχουμε αναφερθεί σε πάρα πολλά κείμενα μας. Η σημαντικότερη διαφορά της ΕΕ με τις υπόλοιπες δύο ζώνες, είναι αναμφίβολα η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, καθώς επίσης η διοικητική τους «ένωση» στα πλαίσια της Κομισιόν. Επίσης, οι «αναταράξεις» στο εσωτερικό της.
(γ) CAFTA (Γουάν): Η China-ASEAN Free Trade Area, η πληθυσμιακά μεγαλύτερη ζώνη ελευθέρου εμπορίου του κόσμου, ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2010. Αποτελείται από τις Κίνα, Μπρούνεϊ, Ινδονησία (240 εκ.), Μαλαισία, Φιλιππίνες, Σιγκαπούρη και Ταϊλάνδη, ενώ μέχρι το 2015 θα εισέλθουν και οι υπόλοιπες χώρες της ASEAN (Καμπότζη. Λάος, Μιανμάρ και Βιετνάμ). Η ζώνη αυτή έχει συνάψει περαιτέρω διακρατικές συμφωνίες με την Αυστραλία, τη Ν. Ζηλανδία, την Ινδία, τη Ν. Κορέα και την Ιαπωνία (ήδη το 35% της παραγωγής της Ιαπωνίας στο εξωτερικό, έχει εγκατασταθεί στην Κίνα).
Η Κίνα ουσιαστικά επιδιώκει την εξασφάλιση πρώτων υλών και ενέργειας από τα γειτονικά της κράτη, ενώ αυτά επιθυμούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους στην τεράστια εσωτερική αγορά της – αποδεχόμενα συναλλαγές με το Γουαν, παρά την σταθερά υποτιμημένη ισοτιμία του απέναντι στο δολάριο. Προφανώς τα λάθη των Η.Π.Α. στην ευρύτερη περιοχή (ειδικά ο τρόπος που έδρασε στο παρελθόν το ΔΝΤ, με «κορυφή» την ασιατική κρίση των «τίγρεων»), έχουν λειτουργήσει αρνητικά για την υπερδύναμη, καθιστώντας προτιμητέα την Κίνα και το νόμισμα της.
Το μερίδιο αγοράς της Κίνας στο ασιατικό εμπόριο έχει αυξηθεί από το 4% στο 11% την προηγούμενη δεκαετία, ενώ το μερίδιο των Η.Π.Α. έχει περιορισθεί στο 10% – από 15% προηγουμένως. Εκτός αυτού, οι Κινέζοι έχουν προσφέρει ένα επενδυτικό κεφάλαιο ύψους 10 δις $ για την συνεργασία στις επενδύσεις στην περιοχή, ενώ διέθεσαν επί πλέον 15 δις $ για πιστώσεις – χρησιμοποιούν δε την Ταϊλάνδη, σαν πιο φθηνό τόπο βιομηχανικής παραγωγής.
Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί αναφέρεται στα μεγέθη των τριών ζωνών ελευθέρου εμπορίου, στις οποίες υπερισχύουν τα τρία ισχυρότερα νομίσματα του πλανήτη: Δολάριο, Ευρώ και Γουάν.
.
Πίνακας Ι: Οι τρείς μεγαλύτερες ζώνες ελευθέρου εμπορίου του κόσμου (2009)
| Ζώνη |
Πληθυσμός σε εκ. |
ΑΕΠ σε τρις $ |
Εμπόριο σε τρις $ |
| ΕΕ – 27 |
500,00 |
18,40 |
**5,90 |
| NAFTA |
450,00 |
16,90 |
***2,00 |
| CAFTA* |
1.750,00 |
5,70 |
****2,20 |
|
(Κίνα 1,33) |
(Κίνα 4,4) |
Πηγή: Faz
* Κίνα και ASEAN
** Εσωτερικό εμπόριο 4,0 *** Εσωτερικό 1,0 **** Εσωτερικό 0,2
.
Όπως φαίνεται καθαρά, το εσωτερικό εμπόριο (intra–trade) της ΕΕ αποτελεί το 67,8% του συνολικού, στην NAFTA το 50%, ενώ στην CAFTA μόλις το 9,1% – γεγονός που επιβεβαιώνει την τεράστια εξαγωγική της δυναμικότητα προς τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη, καθώς επίσης τις απίστευτα μεγάλες προοπτικές της εσωτερικής αγοράς της, όταν «αποφασισθεί» η αξιοποίηση της.
.
ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΖΩΝΩΝ
Τόσο στην NAFTA, όσο και στην CAFTA, «επικρατούν» ηγέτιδες δυνάμεις, γύρω από τις οποίες έχουν συγκεντρωθεί οι υπόλοιπες – στην πρώτη οι Η.Π.Α. με το δολάριο, ενώ στη δεύτερη η Κίνα με το γουάν. Πρόκειται όμως για «εμπορικές συνεργασίες» ανεξάρτητων μεταξύ τους κρατών, χωρίς καμία κεντρική διοίκηση και με διαφορετικά νομίσματα.
Αντίθετα, στην ΕΕ δεν υπάρχει καμία ηγέτιδα δύναμη, παρά τον αυξημένο ρόλο της Γερμανίας και της Γαλλίας οι οποίες, παρά το μέγεθος τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν τη δυνατότητα να «στηρίξουν» (ανάλογα με τις Η.Π.Α. ή την Κίνα), όλες τις υπόλοιπες χώρες.
Το κοινό νόμισμα αποτελεί μία επόμενη διαφορά, η οποία μπορεί να συμβάλλει είτε στην ανάπτυξη (εάν ακολουθήσει άμεσα η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, η πολιτική ένωση δηλαδή), είτε στην καταστροφή, εάν:
.
(α) η Γερμανία συνεχίσει να εκμεταλλεύεται μονόπλευρα τις υπόλοιπες χώρες-εταίρους της,
(β) η κάθε χώρα που, καλώς ή κακώς, αντιμετωπίζει προβλήματα, όπως σήμερα η Ελλάδα, αφήνεται στην τύχη της, καθώς επίσης εάν
(γ) όλες οι χώρες της ΕΕ, πόσο μάλλον της Ευρωζώνης, δεν στηρίξουν σοβαρά και υπεύθυνα το κοινό νόμισμα, «παράγοντας πλούτο».
.
Περαιτέρω, τόσο η NAFTA, όσο και η ΕΕ, συγκριτικά με την CAFTA, αλλά και με πολλές άλλες χώρες, είναι υπερχρεωμένες (μέσο δημόσιο χρέος της τάξης του 100% επί του ΑΕΠ) – παρά το ότι αποτελούνται από σχετικά πλούσια κράτη, με κριτήριο το συνολικά παραγόμενο ακαθάριστο προϊόν (ΑΕΠ).
Επίσης, τα περιθώρια ανάπτυξης στις εσωτερικές αγορές τους είναι περιορισμένα, ενώ είναι κατά πολύ λιγότερο ανταγωνιστικές σε σχέση με την CAFTA – οπότε η αύξηση του ΑΕΠ τους πολύ δύσκολα μπορεί να προέλθει από τις εξαγωγές. Οι Κινέζοι άλλωστε θα εισάγουν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας από τις δυτικές χώρες, μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή που θα τα παράγουν στην περιοχή τους (όπως ήδη συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, αλλά και με βάση το παράδειγμα της Ιαπωνίας).
Συνεχίζοντας, τα κυρίαρχα νομίσματα της NAFTA και της EE, το δολάριο και το ευρώ δηλαδή, είναι υπερτιμημένα – ενώ το γουάν είναι υποτιμημένο. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή ο συναλλαγματικός πόλεμος ευρίσκεται ήδη στο ζενίθ του, με τις προοπτικές των δύο ($, €) δυσμενέστερες από αυτές του γουάν – πόσο μάλλον όταν ο μεγαλύτερος δανειστής των Η.Π.Α. είναι η Κίνα (η Ιαπωνία επίσης), αναγκάζοντας την υπερδύναμη να επικεντρώσει την επίθεση της στο Ευρώ.
Τέλος, η NAFTA είναι πανίσχυρη στον τομέα των υπηρεσιών, με κέντρο βάρους το εξαιρετικά εξελιγμένο χρηματοπιστωτικό της σύστημα – το οποίο είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί «μεμονωμένα» από οποιαδήποτε χώρα. Η CAFTA με τη σειρά της, έχει αναδειχθεί στην αδιαμφισβήτητη παραγωγική μηχανή του πλανήτη, την οποία είναι επίσης αδύνατον να ανταγωνισθεί κανείς.
Κατά την άποψη μας, το μοναδικό «ανταγωνιστικό» πλεονέκτημα της «τρίτης ζώνης», της ΕΕ δηλαδή, η οποία ευρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο (40/60 παραγωγή και υπηρεσίες), χωρίς να διαθέτει σημαντικά «όπλα αιχμής» (χρηματοπιστωτικά, παραγωγικά, στρατιωτικά), είναι η δυνατότητα της να ενωθεί πολιτικά, επεκτεινόμενη άμεσα με «εξωτερικές συνεργασίες» (Ρωσία, Ελβετία, Τουρκία).
Οι προοπτικές ανάπτυξης στο εσωτερικό της (Α. Ευρώπη) είναι άλλωστε αρκετά μεγάλες, εάν η Γερμανία λειτουργήσει επιτέλους «σταθεροποιητικά» εντός της ΕΕ – επενδύοντας στις ευρωπαϊκές χώρες και όχι στην Κίνα ή αλλού (παραγωγικές εγκαταστάσεις, διοικητικό προσωπικό κλπ).
.
Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr
Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.
