Οι αρχιερείς της δύναμης (β) – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι αρχιερείς της δύναμης (β)

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΔΝΤ

Όταν ένα μέλος του ΔΝΤ αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια του «ταμείου». Το ΔΝΤ τότε παρέχει πιστώσεις περιορισμένης διάρκειας στις χώρες που αιτούνται τη συνδρομή του, οι οποίες όμως είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, απαιτείται η άμεση μείωση των δημοσίων δαπανών, η μείωση του κοινωνικού κράτους, η αύξηση των εξαγωγών, η υποτίμηση του νομίσματος, καθώς επίσης η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

Επί πλέον απαιτούνται «διαρθρωτικές αλλαγές», όπως η ιδιωτικοποίηση των «κοινωφελών» δημοσίων επιχειρήσεων (κυρίως των τραπεζών, της ύδρευσης, του ηλεκτρισμού και της επικοινωνίας – προφανώς λοιπόν των εξαιρετικά κερδοφόρων μονοπωλιακών), καθώς επίσης η απόλυση ορισμένων «ομάδων» εργαζομένων.

Η απαίτηση αυτή φαίνεται καθαρά σήμερα στην Κύπρο – όπου όμως το νομοσχέδιο δεν εγκρίθηκε από τη Βουλή, με πιθανότερο αποτέλεσμα να κοστίσει ανάλογα ακριβά στο νησί, όπως συνέβη με την προηγούμενη δολοφονία του από τη Γερμανία.

Η βοήθεια εκ μέρους του ΔΝΤ συνδέεται πολύ συχνά με προϋποθέσεις δήθεν «Χρηστής Διακυβέρνησης» (Good Governance) – όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της διαφθοράς, ο περιορισμός της διαπλοκής κλπ.

Οι στόχοι του είναι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας στη νομισματική πολιτική,  η σταδιακή επέκταση του παγκοσμίου εμπορίου, η σταθεροποίηση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, η παροχή βραχυπρόθεσμων πιστώσεων για την εξισορρόπηση των ελλειμμάτων, η επιτήρηση της πολιτικής χρήματος, η απελευθέρωση των υφισταμένων διεθνών συναλλαγών από τους κρατικούς περιορισμούς και η παροχή τεχνικής βοήθειας.

.

ΤΡΟΠΟΙ ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ 

Κάθε χώρα-μέλος λαμβάνει μία επονομαζόμενη «στάθμιση», σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι υποχρεώσεις χρηματικής συμμετοχής της στο ταμείο του ΔΝΤ (σε χρυσό, συνάλλαγμα και τοπικό νόμισμα), τα δικαιώματα της σε παροχή πιστώσεων, η βαρύτητα της ψήφου, καθώς επίσης το ύψος των πιστώσεων που μπορεί να απαιτήσει.

Περαιτέρω, όταν ένα κράτος-μέλος βρεθεί σε οικονομική δυσκολία, έχει κατ’ αρχήν τη δυνατότητα να «αιτηθεί» την παροχή πίστωσης εκ μέρους του ΔΝΤ. Η πίστωση αυτή είναι συνδεδεμένη με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως (μείωση των δημοσίων δαπανών κλπ), τις οποίες είναι υποχρεωμένο να τηρήσει.

Από το 1969 και μετά ισχύουν τα ονομαζόμενα «Ειδικά Δικαιώματα Λήψης» («ΕΔΛ» – δικός μας όρος για συντόμευση). Σύμφωνα με αυτά, ένα κράτος-μέλος έχει το δικαίωμα να αγοράσει συνάλλαγμα, με τη μεσολάβηση του ΔΝΤ. Για το συνάλλαγμα αυτό, το κράτος-μέλος πληρώνει με «ΕΔΛ». Το «ΕΔΛ» είναι λοιπόν ένα είδος «παγκοσμίου χρήματος», το οποίο αφορά τη διακίνηση των συναλλαγών των κεντρικών τραπεζών και καθορίζεται ως εξής:

.

  • Τα «ΕΔΛ» προσφέρονται σε συγκεκριμένο ύψος
  • Για τα «ΕΔΛ» πρέπει να πληρώνονται τόκοι
  • Μέσω των «ΕΔΛ» αυξάνεται σημαντικά η διεθνής ρευστότητα (πιστωτική επέκταση)
  • Σε κάθε αύξηση των «ΕΔΛ», ελέγχεται εάν υπάρχει παγκοσμίως ανάγκη εξουδετέρωσης ενδεχόμενων πληθωριστικών τάσεων

.

Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία (αναδυόμενη χώρα) απευθύνεται στο ΔΝΤ, επειδή χρειάζεται συνάλλαγμα για την πληρωμή των υποχρεώσεων της, τότε το ΔΝΤ ορίζει μία χώρα, για παράδειγμα τις Η.Π.Α., με υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα. Η χώρα αυτή τότε (οι Η.Π.Α.) πουλάει στην Τουρκία συνάλλαγμα, λαμβάνοντας έναντι αυτού «ΕΔΛ» (ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα κατά άλλους).

.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ  

Αρχικά το ΔΝΤ ήταν «προγραμματισμένο» έτσι ώστε, όταν μία χώρα-μέλος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να έχει αυτόματα το δικαίωμα να λάβει ΔΝΤ-πιστώσεις. Ουσιαστικά λοιπόν ήταν ένα πραγματικό ταμείο συνοχής, το οποίο εξασφάλιζε πιστώσεις στα κράτη που τις είχαν ανάγκη – χωρίς να απαιτείται η  ανάληψη δανείων εκ μέρους τους από τους διεθνείς κερδοσκόπους, με τοκογλυφικά επιτόκια.

Μετά τον πόλεμο της Κορέας όμως, η μεγάλη αύξηση των ενεργειακών τιμών δημιούργησε κρίσεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών πολλών χωρών. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο «εισήχθη» η «εξάρτηση» – δηλαδή, τα κράτη δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να ζητήσουν ΔΝΤ-πιστώσεις, εάν δεν τις συνέδεαν με την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα τότε την «απελευθέρωση» των συναλλαγματικών ελέγχων και την εξουδετέρωση των εμπορικών περιορισμών.

Επίσης έπαψαν να χορηγούνται «εφ άπαξ» πιστώσεις (αρχικά με το ΔΝΤ-δάνειο στη Χιλή το 1956 και στην Ταϊτή το 1958), με την έννοια ότι η συνολική χρηματοδότηση παρεχόταν «με δόσεις» – οι οποίες εξαρτιόταν πλέον τόσο από τη λήψη των μέτρων, όσο και από τα αποτελέσματα τους στην οικονομία της εκάστοτε χώρας.

Η «εξάρτηση» ήταν μία πρωτοβουλία των Η.Π.Α. που στην αρχή δεν έγινε αποδεκτή από άλλα κράτη-μέλη – τα οποία είχαν την άποψη ότι, οι ΔΝΤ-πιστώσεις ήταν δικαίωμα των μελών, σύμφωνα με την ιδρυτική συμφωνία του ΔΝΤ (Articles of Agreement).

Εν τούτοις, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) έθετε πάντοτε «βέτο», όταν οι αιτήσεις των κρατών-μελών για πίστωση δεν «συνέπλεαν» με την ιδέα της «εξάρτησης». Το γεγονός αυτό οδήγησε τα μέλη του ΔΝΤ να απευθύνονται κατ’ αρχήν στις Η.Π.Α. και όχι στο ΔΝΤ, όταν ήθελαν να ζητήσουν πιστώσεις. Έτσι, η αρχή της «εξάρτησης» ίσχυσε πρακτικά, παρά τις αντιρρήσεις πολλών κρατών-μελών του ΔΝΤ.

.

ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΤΟΥ ΔΝΤ

Μέχρι το 1977, οφειλέτες του ΔΝΤ ήταν τόσο οι αναπτυσσόμενες χώρες, όσο και οι βιομηχανικές – για παράδειγμα, η Μ. Βρετανία ήταν ανέκαθεν ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες του «Ταμείου». Έως τότε η «εξάρτηση» δεν χρησιμοποιούταν, όσον αφορά τη Μ. Βρετανία, η οποία ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΔΝΤ.

Το γεγονός όμως αυτό άλλαξε μετά την πολλαπλή υποτίμηση της Στερλίνας, όπου για πρώτη φορά το ΔΝΤ συνέδεσε την παροχή δανείου (stand-by-credit που ζητήθηκε από τη Μ. Βρετανία το 1977), με την ανάληψη σημαντικών δεσμεύσεων εκ μέρους της – όπως για παράδειγμα τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και την κατάργηση των ελέγχων στις εισαγωγές. Δυστυχώς αρκετοί συνδέουν ακόμη τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που έκτοτε εφαρμόσθηκε με την M. Thatcher – μη συνειδητοποιώντας πως ουσιαστικά ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας τα παιδιά του Σικάγου.

Από τη στιγμή εκείνη και μετά το ΔΝΤ θεωρήθηκε σαν η τελευταία λύση για την αναζήτηση πιστώσεων, επειδή σήμαινε αυτόματα την ανάμιξη μίας χώρας (κυρίως των Η.Π.Α.) στα εσωτερικά ζητήματα κάποια άλλης (απώλεια της Εθνικής κυριαρχίας). Έκτοτε έπαψαν να αιτούνται τη βοήθεια του οι βιομηχανικές χώρες, οι οποίες δεν ήθελαν προφανώς την ανάμιξη των Η.Π.Α. στα εσωτερικά τους θέματα.

Ουσιαστικά λοιπόν, το ΔΝΤ μετατράπηκε σε ένα «μηχανισμό ελέγχου», στην υπηρεσία των ανεπτυγμένων χωρών – του «πρώτου κόσμου», εις βάρος του δεύτερου (αναπτυσσόμενες οικονομίες) και του τρίτου (αναδυόμενες οικονομίες). Η διαδικασία αυτή άλλαξε πρόσφατα, στα πλαίσια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και με εφαλτήριο την Ελλάδα το 2010 – όπου το ΔΝΤ εισέβαλλε και σε βιομηχανικές χώρες (Ευρωζώνη).

Σύμφωνα δε με το μεγαλύτερο επικριτή του ΔΝΤ, τον κ. J. Stiglitz,  ο οργανισμός αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός επιβολής της «Αμερικανικής συναίνεσης», των δέκα εντολών δηλαδή που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου – προφανώς όργανο επιβολής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading